Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Το ποιημα του Σαββατου - Ανθη της γραφης : Λέξεις για τη μητέρα-μάνα!

Ανθολόγηση Mαρία Σκουρολιάκου

      
       
Μάνα! Και μες στο χώμα μιλά η αγάπη! (M.Σ)

Mάνα της ζωής, ζωή της ζωής, καλημέρα. Καλημέρα αγάπη δίχως όρους και όρια. Με μια ολόγλυκη δικιά σου λέξη που ταΐζει την καρδιά: «ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ».

Που πριν να γεννηθεί, υπάρχεις να το φέρεις. Ύστερα υπάρχεις μέσα απ’ τη ζωή του. Να του διδάσκεις, τα στέρεα βήματα στα χρόνια της αθωότητας, τα χρώματα της αγάπης στα χρόνια της αναζήτησης, τη δύναμη της καρτερίας στα χρόνια των διαψεύσεων. Τη σοφία της συγνώμης ακόμα κι αν σου ξεριζώνεται η καρδιά.

Μάτια μέλι, βάλσαμο χέρια και ψυχή απέραντη. Στοργή γιομάτη ασημένιο δάκρυ. Δικό σου τίποτα. Όλα των αγαπημένων. Μέρες της προσφοράς και της υπομονής απλόχερες. Ν’ αγαπάς, να σωπαίνεις, να προφταίνεις, να γλυκαίνεις, να ζυγιάζεις, να μαζεύεις τις πληγές, να φυλάς Θερμοπύλες.

Εικόνα εφ’ όρου ζωής επιστρέφουσα, που βλέπεις με τα μάτια των παιδιών σου κι ύστερα με των παιδιών σου τα παιδιά. Και μ’ όποιον τρόπο να ονομαστείς, την ίδια ανάσταση τελείς, πιστώνοντας την αιωνιότητα, με τη διαδοχή του ανθρώπου.

Μάνα του κόσμου που σηκώνεις τις κραυγές και τους σταυρούς τούς άδικους. Μάνα του χτες με το λερό κεφαλοδέσι, ανάσα ελπίδας μέσα στους καπνούς, χώμα κι ιδρώτα και δεμένα χρόνια.

Μάνα με τον ισόβιο Γολγοθά, μαύρο μαντήλι να φοράς των εποχών τα πάθη. Μάνα οδύνη και μοιρολόι άκλαυτο στης οικουμένης τα παιδιά.

Καλημέρα μάνα της γης, των φυλών, των λαών, των χρωμάτων. Λεύτερη, δουλωμένη, κλεισμένη σε δόγματα πικρά και σε παλιά κελεύσματα. Μάνα, το σώμα, που βαστά το είναι όλης της πλάσης. Ιέρεια του θεού, τα τίμια δώρα φέρουσα, εικόνα ακατάλυτη, καρτερική στους άγριους καιρούς, λυτρωτική αγκαλιά που εσύ μονάχα ξέρεις τι θα πει «χαρίζω».

Σε σένα η λέξη «ευχαριστώ», η λέξη «άγια». Τα χέρια σου, προσκύνημα, σαν ύπαρξη, σαν θύμηση και τριαντάφυλλα ένας κήπος στη μορφή σου τη σεπτή.


Μαρία Σκουρολιάκου

 



ΠΑΙΔΙ, ΠΑΙΔΑΚΙ

«… Μια νύχτα η μητέρα μου αγρυπνούσε μ’ ένα κομμάτι φεγγαριού στα χέρια της.

Ήταν κόκκινο, πελώριο, μυτερό στην κόψη του καθώς πριόνι, κι έβγανε καπνούς.

Εκείνη, καθισμένη σ’ ένα βράχο, δε μιλούσε, μόνο κοιτούσε μακριά κατά το Λιγονέρι.

Μια φυσαρμόνικα έκλαιγε σ’ όλο το μάκρος της ακρογιαλιάς κι έβλεπες οι σκιές να

Μεγαλώνουν. Ύστερα πήρε να φυσάει. Άκουγα ένα ένα τα φύλλα να μιλάν μέσα 

στον ύπνο μου. «Παιδί, παιδάκι.» Το νερό με ταλάντευε – κι όλη τη στεριά μαζί μου,

και τα τζάμια που αστράφτανε πέρα και τα λευκά μετέωρα δώματα.

Ήταν μια νύχτα πίσσα μαύρη. Αγριεμένα βελάζανε τα κύματα.

Μια γερόντισσα με ξέπλεκα λευκά μαλλιά και λαχούρι στους ώμους ασημένιο

τον κρατούσε απ’ το χέρι και πήγαινε, μέσα στην κοσμοχαλασιά.

Ήτανε όμορφη! Όμορφη!  Αγγέλισσα σωστή, που ευωδίαζε δεντρολίβανο.

Μέσα σε λίγες ώρες μου ‘πιε όλο το σκοτάδι ως την στερνή σταγόνα.

Χαράματα, όταν άνοιξα τα μάτια, κιόλας έστεκε ορθή, στραμμένη κατά την Ανατολή…»

Ο. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος)

***

…Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.

Απ’ τα παράθυρα γλιστρούσε ο ουρανός

κι η μητέρα καθισμένη

στο χαμηλό σκαμνί

κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης

με τα ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών

με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη

γραμμένη στη λευκή διαφάνεια…


Η μητέρα μού κρατούσε τα χέρια.

Μα εγώ

πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο

πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά

στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής και ευγένειας

κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα…


Μητέρα, μητέρα

πού αρνηθήκαμε

την τρυφερή σοφία των δακρύων σου

πού ‘ναι το μακρόθυμο χέρι σου

με την έκφραση της καρτερίας

πού ‘ναι το χέρι σου

ν’ ακούσουμε την αυγή και τη θάλασσα

να ζεστάνουμε τη μοναξιά;

Μητέρα

ο ουρανός γκρεμίστηκε

στα δάκρυα των αθώων…


Πόρτες χάσκουν στη νύχτα.

Ξίφη αστράφτουν.

Ένα φεγγάρι αποκεφαλισμένο.

Οι άνθρωποι ετοιμάζουν σκάλες

Με ανθρώπινα κόκαλα

Για ν’ ανέβουν.


Κύριε, Κύριε

κι εμείς εδώ

στη μέση των μεγάλων δρόμων

λυπημένοι κι αδέξιοι

με το άδειο δισάκι στα χέρια

μ’ ένα κλουβί αηδονιών στη ράχη

με την πλατιά μνήμη της θάλασσας στο μέτωπο

με χέρια αθώα κι απορημένα που δεν επαιτούν.


Μητέρα δε μας μένει τίποτα.

Πού θ’ απαγκιάσουμε;

Πού θα κοιμηθούμε;…

(Γιάννης Ρίτσος, απόσπασμα
απ’ το «Εμβατήριο του ωκεανού»)

***

Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κι ετοιμάστηκε

να πάει στην εκκλησία.

Καθαρή σαν αστέρι,

παρόλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα

σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου

και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου

... τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη

που ανατέλλει στον ουρανό — δεν ξέρει η μητέρα μου.

Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,

δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.

Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.

Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό

κι η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.

Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα

φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.


***

ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)

Στῆς ἱστορίας τὸ διάσελο ὄρθιος ὁ γιὸς πολέμαγε

κι ἡ μάνα κράταε τὰ βουνά, ὄρθιος νὰ στέκει ὁ γιός της,

μπροῦντζος, χιόνι καὶ σύννεφο. Κι ἀχολόγαγε ἡ Πίνδος

σὰ νἆχε ὁ Διόνυσος γιορτή. Τὰ φαράγγια κατέβαζαν

τραγούδια κι ἀναπήδαγαν τὰ ἔλατα καὶ χορεύαν

οἱ πέτρες. Κι ὅλα φώναζαν:

«Ἴτε παῖδες Ἑλλήνων…»

Φωτεινὲς σπάθες οἱ ψυχὲς σταύρωναν στὸν ὁρίζοντα,

ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

 

Κι οἱ μάνες τὰ κοφτὰ γκρεμνὰ σὰν Παναγιὲς τ’ ἀνέβαιναν.

Μὲ τἠν εὐκὴ στὸν ὦμο τους κατὰ τὸ γιὸ πηγαίναν

καὶ τὶς ἀεροτραμπάλιζε ὁ ἄνεμος φορτωμένες

κι ἔλυνε τὰ τσεμπέρια τους κι ἔπαιρνε τὰ μαλλιά τους

κι ἔδερνε τὰ φουστάνια τους καὶ τὶς σπαθοκουποῦσε,

μ’ αὐτὲς ἀντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα τὴν πέτρα

κι ἀνηφορίζαν στὴ γραμμή, ὅσο ποὺ μὲς στὰ σύννεφα

χάνονταν ὁρθομέτωπες ἡ μιὰ πίσω ἀπ’ τὴν ἄλλη.

Nικηφόρος Βρεττάκος


***

“ΤΟ ΨΩΜΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ”

“Δίχως την ευχή σου

Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ

Μεγάλωσα πολύ

Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί”

 


Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου

Ο καφές της μάνας μου

Το άγγιγμά της

Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις

Μέρα τη μέρα

Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου

Την ώρα του θανάτου μου

Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου

Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα

Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου

Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη

Που την αγίασαν τα βήματά σου

Δέσε μας μαζί

Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου

Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου

Μπορεί να γίνω αθάνατος

Μπορεί να γίνω Θεός

Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου

Αν καταφέρω και γυρίσω

Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου

Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου

Δίχως την ευχή σου

 

Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ

Μεγάλωσα πολύ

Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί

Για να βρω με τα χελιδόνια

Το δρόμο πίσω

Στην άδεια σου αγκαλιά.

Mαχμούτ Νταρουίς

***

Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ

Όλα τα άνθη χαρωπά, με τη δροσιά λουσμένα,

Στης άνοιξης την αγκαλιά ανθίζουν ένα, ένα.

Μα κάθε τι, το πιο μικρό, τη μυρωδιά χαρίζει

Εις την καλή μητέρα του, όπου γι’ αυτό φροντίζει,

Και όταν την πρωτομαγιά γιορτάζει τ’ όνομά της

Η άνοιξη, γιορτάζουνε μαζί και τα παιδιά της.

Λουλούδια αν είμαστε εμείς, εσ’ είσ’ η άνοιξή μας

Μες στη δική σου αγκαλιά ανθίζει η ψυχή μας.

Αχ! πάρε την αγάπη μας και δως μας την ευχή σου·

Είναι για μας “πρωτομαγιά” η μέρα της γιορτής σου.

Γεώργιος Δροσίνης



    

 

randomness