Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Η εισήγηση του Κων/νου Δ. Πόρποδα, Ομότιμου Καθηγητή Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Τριαντ. Παπαναγιώτου για την Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας

Είναι περιττό να επισημάνω ότι η συμμετοχή μου στη σημερινή εκδήλωση αποτελεί ιδιαίτερη τιμή και ευχαρίστηση για μένα. Θα ήθελα, λοιπόν, να ευχαριστήσω τους οργανωτές της και τον κ. Τριαντ. Παπαναγιώτου για την ευγενική πρόσκληση. Επιπλέον, θα ήθελα να  συγχαρώ τον κ. Παπαναγιώτου για το σημαντικό πόνημά του και να του ευχηθώ υγεία και μακροημέρευση.

Στη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου του, θα αρχίσω την τοποθέτησή μου με μια γενική αξιολογική εκτίμηση του έργου, θα συνεχίσω με την επικέντρωσή μου στο τμήμα του βιβλίου που αφορά τις τριετείς σπουδές στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες (οι οποίες είχαν θεσμοθετηθεί με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964) και θα κλείσω με μερικές συμπερασματικές διαπιστώσεις.

Διαβάζοντας το βιβλίο του κ. Παπαναγιώτου για την Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, έχεις την αίσθηση ότι πρόκειται για ένα έργο διαφορετικό από άλλα ανάλογα ιστορικού περιεχομένου.

Είναι ένα ιστορικό αφήγημα για το πλαίσιο, τη λειτουργία, τους ανθρώπους και τα γεγονότα που συνδέονται με την εκπαιδευτική και επιστημονική δραστηριότητα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας, με έμφαση στις περιόδους που ο συγγραφέας είχε προσωπική εμπειρία και συμμετοχή στην εν λόγω σχολή.  

Πρόκειται για ένα βιβλίο με ιδιαίτερη ταυτότητα. Ιδιοσύστατο. Συνεπώς, θα πρέπει να αξιολογηθεί και να κριθεί όπως είναι και όχι, ενδεχομένως, σε σύγκριση με ανάλογα βιβλία ιστοριογραφίας.

Διότι, δεν είναι ένα βιβλίο ιστορίας της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας, με την πλήρη έννοια του όρου «ιστορία».  Μάλιστα, από τον τίτλο του βιβλίου (αλλά και από της πρώτες σελίδες του) ο συγγραφέας καθιστά σαφές ότι το βιβλίο δεν είναι εξ ολοκλήρου ιστορία. Όπως ο ίδιος επισημαίνει, «..η ιστορία της (της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας) ολόκληρη θα γραφτεί…από άνθρωπο που θα έχει στη διάθεσή του ολόκληρο το αρχείο της και θα το αξιοποιήσει αντικειμενικώς….».

Όμως, αναμφίβολα είναι ένα βιβλίο για την ιστορία της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας, με την αρχική έννοια του όρου «ιστορία», η οποία, ετυμολογικώς, ανάγεται στο αρχαίο ρήμα «οίδα» που σημαίνει γνωρίζω. Συνεπώς, η λέξη «ιστορία», στην αρχική της σημασία, σήμαινε τη γνώση. Υπ’ αυτή την έννοια, λοιπόν, ο κ. Παπαναγιώτου, ως ίστωρ (δηλαδή αυτός που γνωρίζει και, ως αυτόπτης, διηγείται αυτά που γνωρίζει), ως γνώστης, εκ των ένδον, της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας, ιστορεί αυτά που γνωρίζει και, συνεπώς, μας προσφέρει πληροφορίες και γνώσεις για το θέμα που παρουσιάζει.

Είναι ένα βιβλίο βασισμένο στα βιώματα του συγγραφέα και γραμμένο με λογική αλλά και με συναίσθημα, με μεράκι και με πόθο για τη διατήρηση της μνήμης. Συνιστά μια αξιέπαινη προσπάθεια του συγγραφέα να μην ξεχαστούν μέσα στο χρόνο οι δομές, οι λειτουργίες, τα πρόσωπα και τα γεγονότα που ο ίδιος γνώρισε (και όπως ο ίδιος τα αξιολόγησε) κατά την πολύχρονη και με διαφορετικούς ρόλους παρουσία του και δραστηριότητά του στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας.

Διαβάζοντας το βιβλίο, νιώθεις ότι διαβάζεις και απολαμβάνεις μια εκτεταμένη και ενδιαφέρουσα εξιστόρηση, ένα ιστορικό αφήγημα, ένα «γραπτό και φωτογραφικό ντοκιμαντέρ», το οποίο δημιουργήθηκε για να αναβιώσει μνήμες στους παλαιότερους και να ενημερώσει τους νεότερους για αυτό που υπήρξε κάποτε η Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας.

Σ’ όλη αυτή την περίοδο, οι σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία ήταν διετείς, εκτός από το διάστημα 1965-1968 που ήταν τριετείς, όπως είχαν θεσπιστεί από την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964, με Υπουργό Παιδείας τον Πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου και Γ.Γ. του Υπουργείου τον Φιλόσοφο και Παιδαγωγό  Ευάγγελο Παπανούτσο, ο οποίος ήταν ο εμπνευστής και ο εισηγητής της μεταρρύθμισης. Όντας βαθύς μελετητής των επιστημών του ανθρώπου και έχοντας, προηγουμένως, υπηρετήσει για πολλά χρόνια ως Καθηγητής και Διευθυντής σε διάφορες Παιδαγωγικές Ακαδημίες της χώρας, ο Ε. Παπανούτσος  γνώριζε πολύ καλά και σε βάθος τα ζητήματα της εκπαίδευσης.

Η θεσμοθέτηση, λοιπόν τότε, των τριετών σπουδών στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες ήταν μια πολύ θετική εξέλιξη με ευοίωνες προοπτικές για την εκπαίδευση των ελλήνων δασκάλων. Και δεν ήταν μόνο η αύξηση των ετών φοίτησης (από 2 σε 3) αλλά και μια σειρά άλλων καινοτόμων προβλέψεων, επιστημονικών και διοικητικών  (όπως η εισαγωγή στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες με βάση το ακαδημαϊκό απολυτήριο, η διδασκαλία νέων μαθημάτων, υποχρεωτικών και επιλογής, η χορήγηση  πτυχίου και όχι απολυτηρίου, η υπαγωγή των Παιδαγωγικών Ακαδημιών σε ξεχωριστή Δ/νση του Υπουργείου Παιδείας  και, επιπλέον, η ιδέα για την ανάγκη όχι απλώς εμπειρικής αλλά επιστημονικής στήριξης και τεκμηρίωσης του εκπαιδευτικού έργου που συντελείται μέσα στην τάξη του σχολείου).  Όλα αυτά αναβάθμιζαν ποιοτικά τις σπουδές στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες και ενίσχυαν το κύρος τους.

Όμως, αυτή η αναγκαία και ελπιδοφόρα μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση του έλληνα δασκάλου, δυστυχώς είχε απροσδόκητο και άδοξο τέλος. Το δικτατορικό καθεστώς του 1967, με μυωπική αντίληψη και μικρονοϊκή υστεροβουλία για την εκπαίδευση,  κατήργησε τις τριετείς σπουδές στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες και αποφάσισε την επαναφορά των διετών σπουδών.

Αυτή η ενδιαφέρουσα περίοδος των τριετών σπουδών στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, παρουσιάζεται με πληρότητα στο 2ο & 3ο κεφάλαιο του Γ΄ μέρους του βιβλίου. Σ’ αυτά ο κ. Παπαναγιώτου δεν περιορίζεται μόνο στην παράθεση των τεκμηρίων και ιστορικών στοιχείων, αλλά προχωρεί και σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις και αξιολογικές εκτιμήσεις γι’ αυτή τη σημαντική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση των ελλήνων δασκάλων.

Από τα θέματα της περιόδου των τριετών σπουδών που παρουσιάζονται στο βιβλίο του κ. Παπαναγιώτου, θα ήθελα να επισημάνω ιδιαιτέρως ένα ζήτημα τα οποίο, εξ όσων γνωρίζω, αναπτύχθηκε (κυρίως ή και μόνο) στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, και συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποτελούσε ένα προσδιοριστικό και διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό της. Το ζήτημα αυτό αφορούσε στη διενέργεια επιστημονικών ερευνών στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας (ακόμα και πειραματικών ερευνών) για τη μελέτη συγκεκριμένων θεμάτων της εκπαίδευσης και της μάθησης.

Αυτό το θεωρώ ως ιδιαίτερα σημαντικό, διότι η έρευνα αποτελεί έναν καθοριστικό συντελεστή του επιπέδου επιστημονικότητας κάθε Πανεπιστημιακού  ιδρύματος.

Το γεγονός, λοιπόν, ότι πριν από 50 περίπου χρόνια, στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας  (δηλ. σε μια σχολή που δεν ήταν Πανεπιστημιακή), έγιναν προσπάθειες για εμπειρική έρευνα (και μάλιστα πειραματική) για θέματα μάθησης και γνώσης στην εκπαίδευση, θεωρώ ότι ήταν μια αξιόλογη εξέλιξη. Ωστόσο, ήταν ένα εγχείρημα δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τις προϋποθέσεις, τις συνθήκες, τις υποδομές αλλά, κυρίως, τις νοοτροπίες που υπήρχαν.

Και όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, η προσπάθεια αυτή οφειλόταν στο όραμα για την παιδεία και την εκπαίδευση, ορισμένων ρηξικέλευθων ανθρώπων (καθηγητών της σχολής), οι οποίοι, κατά τη διάρκεια των σπουδών τους σε Πανεπιστήμια της Δυτικής Ευρώπης, είχαν ενστερνιστεί την αναγκαιότητα της πειραματικής έρευνας για τις επιστήμες της Αγωγής.

Μάλιστα, οι πρωταγωνιστές αυτής της προσπάθειας, δημιούργησαν και εξέδιδαν το «Δελτίο Παιδαγωγικών και Ψυχολογικών Ερευνών της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας» (σημειώστε: ο τίτλος ήταν «Δελτίο Ερευνών» και όχι απλώς «Δελτίο Μελετών»!), διότι οι εμπνευστές του ήθελαν να σηματοδοτήσουν την ανάγκη διεξαγωγής πειραματικών ερευνών στις Επιστήμες της Αγωγής και στη χώρα μας. Σ’ αυτό δημοσιεύθηκαν μερικές από τις πρώτες ερευνητικές προσπάθειες στην Ελλάδα, για τα θέματα της μάθησης και γνώσης στην εκπαίδευση, οι οποίες παρουσιάζονται αναλυτικά στο 3ο κεφάλαιο του Γ΄ μέρους του βιβλίου του κ. Παπαναγιώτου.

Από αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου, θα επιλέξω και θα αναφέρω τρεις από αυτές τις ερευνητικές προσπάθειες, προκειμένου να εκτιμήσετε την επιστημονική αξία τους  και την εκπαιδευτική σπουδαιότητά τους, δεδομένου ότι τα θέματά τους εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να απασχολούν την εκπαίδευσή μας και, συνεπώς, ενδιαφέρουν όλους μας.

1) Η πρώτη έρευνα  που έγινε, αφορούσε τη μέθοδο διδασκαλίας της ανάγνωσης στην Α΄ τάξη του δημοτικού σχολείου. Και αυτό, σε μια εποχή κατά την οποία υπήρχαν δύο μέθοδοι εν χρήσει: η (κλασική) αναλυτικοσυνθετική μέθοδος  και η (σχετικώς νέα) ολική μέθοδος.

Η ολική μέθοδος είχε εισαχθεί στην Ελλάδα ως παιδαγωγική πρωτοπορία και, με ιεραποστολικό ζήλο, είχε διαδοθεί ως διδακτικός μοντερνισμός και ως η μόνη ορθή μέθοδος διδασκαλίας της ανάγνωσης.  Όμως (όπως ήταν αναμενόμενο) η εφαρμογή της είχε γίνει χωρίς προηγουμένως να έχει αξιολογηθεί ερευνητικά στο ελληνικό αλφαβητικό σύστημα γραφής, διότι, απλούστατα, δεν υπήρχε «κουλτούρα» πειραματικής έρευνας για τα θέματα της μάθησης και διδασκαλίας.

Η πρώτη, λοιπόν, συστηματική πειραματική έρευνα στην Ελλάδα για τη σύγκριση αυτών των 2 μεθόδων διδασκαλίας της ανάγνωσης, πραγματοποιήθηκε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας.

Τα αποτελέσματα της έρευνας ήταν αρνητικά για την ολική μέθοδο. Μάλιστα, αξίζει να επισημανθεί ότι, τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας επιβεβαιώνονται σήμερα από τα ερευνητικά δεδομένα της σύγχρονης Γνωστικής Πειραματικής Ψυχολογίας, σύμφωνα με τα οποία, η ολική μέθοδος διδασκαλίας είναι επιστημονικώς ακατάλληλη για την εκμάθηση της ανάγνωσης της ελληνικής γλώσσας και απαράδεκτη για τη διδασκαλία μαθητών με Μ.Δ. Και τούτο διότι η ολική μέθοδος δεν συνάδει με τη φύση του αλφαβητικού συστήματος γραφής της ελληνικής γλώσσας, το οποίο (ψυχογλωσσολογικώς εξεταζόμενο) είναι ένα, σχετικώς, διαφανές αλφαβητικό σύστημα (ως προς την αντιστοιχία μεταξύ γραφημάτων-φωνημάτων) και, συνεπώς, κατά τη γραφο-φωνημική αποκωδικοποίησή του στο νου του παιδιού, χρησιμοποιούνται πρωτίστως φωνολογικές και όχι μορφολογικές πληροφορίες.

2) Ένα άλλο θέμα, το οποίο εξετάσθηκε ερευνητικά τότε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, ήταν η εφαρμογή μιας άλλης διδακτικής προσέγγισης μέσα στη σχολική τάξη, πέρα από τη γνωστή σε όλους μας διδακτική πρακτική «της παράδοσης του μαθήματος» στην τάξη.

Στο πλαίσιο αυτό, πραγματοποιήθηκε, ίσως, η πρώτη έρευνα στην Ελλάδα για τη διδασκαλία με ομάδες. Ήταν μια προσέγγιση που ενίσχυε την πρωτοβουλία, τη συνεργασία, την άμιλλα, τη δημιουργική κριτική και την υπευθυνότητα των παιδιών.

Τι δείχνει, αλήθεια, αυτή η ερευνητική προσπάθεια;  Ότι η γνωστή διδακτική πρακτική που εφαρμόζουμε, δηλ. την ίδια ώρα, να παραδίδουμε το ίδιο μάθημα σε μια τάξη 20-25 μαθητών, οι οποίοι (όπως είναι φυσιολογικό) έχουν έκδηλες ατομικές διαφορές μεταξύ τους, αμφισβητούνταν από τότε, από πρωτοπόρους Παιδαγωγούς της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας.

Ως εκ τούτου, η συνέχιση εφαρμογής αυτής της διδακτικής πρακτικής σήμερα, θα πρέπει μάλλον να θεωρείται περίπου σαν «διδακτικός αναχρονισμός», πρωτίστως, διότι μ’ αυτή δεν γίνεται σεβαστό το δικαίωμα του κάθε μαθητή να λάβει αυτό που δικαιούται ή έχει ανάγκη και να προχωρεί στη μάθηση και απόκτηση των γνώσεων με το δικό του ρυθμό.

Επομένως, τι θα κάνει το σύγχρονο σχολείο; Η απάντηση νομίζω ότι είναι μόνο μία: Εξατομίκευση της μαθησιακής εργασίας μέσα στη σχολική τάξη, στα μέτρα, στις δυνατότητες και στους στόχους του κάθε μαθητή. Αυτός είναι η μόνη πρακτική για τον έμπρακτο σεβασμό και την καλύτερη αξιοποίηση του μυαλού του κάθε παιδιού μας.

3) Τέλος, ένα άλλο ζήτημα που επιχειρήθηκε, τότε, να προσεγγισθεί ερευνητικά (σε εμβρυϊκό, βέβαια, στάδιο), ήταν το δύσκολο ζήτημα της σχέσης μεταξύ γνώσης και σκέψης, δηλαδή της σχέσης μεταξύ της συγκράτησης των πληροφοριών στη μνήμη και της ικανότητας του σκέπτεσθαι. Το αναφέρω εδώ, απλώς για να δείξω ότι το ζήτημα αυτό έχει μάλλον υποτιμηθεί στην εκπαιδευτική μας πραγματικότητα. Αντ’ αυτού, εκείνο που έκδηλα έχει υπερτιμηθεί είναι μια μονομερής και λανθασμένη θεώρηση της μνημονικής λειτουργίας, που ακούει στο όνομα «αποστήθιση».

Η πρακτική της αποστήθισης, έχει αναχθεί περίπου σε εκπαιδευτική αρετή, σε διδακτική αναγκαιότητα και σε μαθησιακό μονόδρομο, χωρίς, δυστυχώς να λογαριάζουμε το κόστος που έχει η αποστήθιση στο μυαλό των παιδιών μας.

Σήμερα έχουμε σημαντικά ερευνητικά δεδομένα από τη σύγχρονη Γνωστική Πειραματική Ψυχολογία που δείχνουν ότι η φυσιολογική λειτουργία της μακρόχρονης μνήμης δεν είναι η αποστήθιση, αλλά η συγκράτηση και η ανάκληση των κύριων σημείων από το σύνολο των πληροφοριών που προσλαμβάνουμε. Αυτά τα κύρια στοιχεία έχουν πιθανότητες να αφομοιωθούν στις προϋπάρχουσες γνωστικές δομές και να προκύψει, έτσι, νέα δομημένη γνώση. Αντίθετα, η αποστήθιση, είναι μια άσκοπη νοητική ταλαιπωρία, συνιστά παραβίαση της φυσιολογικής λειτουργίας της μνήμης και, μακροπρόθεσμα, υπονομεύει τη σκέψη, τη δημιουργικότητα, την καινοτομία και την υπευθυνότητα του ατόμου και ενισχύει την υποτίμηση της λογικής και τη συλλογική εσωστρέφεια.

Η αναφορά αυτών των τριών ενδεικτικών ερευνητικών παραδειγμάτων, είχε ως σκοπό απλώς να δείξει ότι στην Παιδαγωγική Ακαδημία αυτής της πόλης,  έγιναν ενδιαφέρουσες προσπάθειες για την ερευνητική μελέτη συγκεκριμένων θεμάτων της εκπαίδευσής μας. Και το ζήτημα δεν είναι εάν αυτές οι ερευνητικές προσπάθειες ήταν μεγάλες ή μικρές, σπουδαίες ή μέτριες, εκτεταμένες ή περιορισμένες. Δεν είναι εκεί η ουσία. Το σημαντικότερο είναι ότι γι’ αυτές επελέγη η ενδεδειγμένη προσέγγιση για την αντικειμενική αναζήτηση της επιστημονικής γνώσης, όταν, τότε στη χώρα μας η πειραματική έρευνα στα θέματα της μάθησης και απόκτησης της γνώσης ήταν ελάχιστη ή και σχεδόν ανύπαρκτη, και η έρευνα για τα ζητήματα αυτά αντιμετωπιζόταν με αδιαφορία, άρνηση ή και επιθετικότητα.

Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, που ο κ. Παπαναγιώτου συμπεριέλαβε στο βιβλίο του αυτές τις πρωτόγνωρες (για την εποχή εκείνη) ερευνητικές προσπάθειες που έγιναν στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, δεδομένου ότι τέτοια ζητήματα, κατά κανόνα, δυστυχώς δεν βρίσκονται στο προσκήνιο της εκπαιδευτικής επικαιρότητας και του ευρύτερου ενδιαφέροντος στη χώρα μας.

Παρουσιάζοντας, λοιπόν, αυτά τα θέματα στο βιβλίο του (μαζί με πάρα πολλά άλλα ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα), ο κ. Παπαναγιώτου αφενός μεν μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσουμε πτυχές της επιστημονικής εκπαίδευσης των δασκάλων κατά το παρελθόν, αφετέρου δε μας προσφέρει το κίνητρο για να σκεφθούμε σοβαρά το μεγάλο ζήτημα της εκπαίδευσης και επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών για το παρόν και το μέλλον. Ιδιαίτερα, μάλιστα, σήμερα, που οι εξελίξεις τρέχουν, η επιστημονική γνώση καλπάζει, ο κόσμος αλλάζει και οι νέες τεχνολογίες δημιουργούν άλλα δεδομένα. Μαζί με όλες αυτές τις αλλαγές που συμβαίνουν θεωρώ ότι αλλάζει, πρέπει να αλλάξει και ο ρόλος του Δασκάλου μέσα στη σχολική τάξη.

Άρα, το καλύτερο που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε, ως Δάσκαλοι, στα παιδιά μας, στους μαθητές μας, στους νέους μας, είναι να τους βοηθήσουμε να μάθουν να αναλύουν την πραγματικότητα,  να αναζητούν τη γνώση, να ερευνούν και να σκέφτονται.

Σήμερα, η κοινωνία, οι γονείς και ο κάθε μαθητής δεν χρειάζονται πια έναν Δάσκαλο ο οποίος την ίδια ώρα θα  παραδίδει το ίδιο μάθημα σε όλους τους μαθητές της τάξης του, ο οποίος θα είναι δέσμιος της αποστήθισης,  και, αναπόφευκτα, θα του ξεφεύγει η καλλιέργεια της πρωτοβουλίας, της ερευνητικής διάθεσης, της δημιουργικότητας και της σκέψης του κάθε παιδιού μέσα στη σχολική τάξη.

Αντίθετα, χρειαζόμαστε έναν Δάσκαλο, ο οποίος θα έχει ρόλο διαγνωστικό και παρεμβατικό, με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες και ικανότητες του κάθε μαθητή. Έναν Δάσκαλο, ο οποίος θα έχει ενστερνιστεί την άποψη ότι «Για να διδάξεις το Γιάννη (δηλ. τον κάθε μαθητή) π.χ. Μαθηματικά –έτσι ώστε ο Γιάννης όχι μόνο να μάθει τα μαθηματικά, αλλά και να αγαπήσει τα μαθηματικά- δεν αρκεί εσύ ο ίδιος, ως Δάσκαλος, να ξέρεις καλά τα Μαθηματικά, αλλά πρέπει να ξέρεις εξ ίσου καλά και το Γιάννη»(δηλαδή την προσωπικότητα, το νου και τον ψυχισμό του Γιάννη).

Όμως για να γίνει αυτό, χρειαζόμαστε έναν δάσκαλο εκπαιδευμένο όχι μόνο για τα μαθήματα αλλά και για το μαθητή.

Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή μου, θα ήθελα να επισημάνω ότι για πολλές δεκαετίες, η Παιδαγωγική Ακαδημία  υπήρξε το μοναδικό ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην πόλη της Λαμίας. Ήταν μια σχολή η οποία πιστεύω ότι προσέδιδε τιμή στην πόλη και ικανοποίηση αξιοπρέπειας στους χιλιάδες σπουδαστές που σπούδασαν σ’ αυτή για να γίνουν Δάσκαλοι.

Για αρκετούς νέους και νέες, και κυρίως για εκείνους οι οποίοι κατάγονταν από χωριά  της ευρύτερης γεωγραφικής περιφέρειας (μεταξύ των οποίων και ο υποφαινόμενος), η Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, τα χρόνια εκείνα, αποτελούσε ένα σημαντικό μορφωτικό ορόσημο στην προσπάθειά τους να σπάσουν τους μορφωτικούς φραγμούς που όρθωνε ο παράγοντας  «φτώχια».

Λόγω αυτού του παράγοντα (της ανέχειας), οι ολιγόχρονες σπουδές στην Παιδαγωγική Ακαδημία ήταν ένας στόχος που μπορούσε να είναι οικονομικά εφικτός, εάν την επιθυμία που είχε κάποιος για σπουδές, μπορούσε (με την προσπάθειά του),  να τη μετατρέψει σε δυνατότητα και, στη συνέχεια, να την καταστήσει πραγματικότητα.

Αυτή, λοιπόν, την πραγματικότητα της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Λαμίας, όπως ο ίδιος την προσέλαβε, την έζησε και την ερμήνευσε, κατά την πολύχρονη σχέση του μ’ αυτή τη σχολή, προσπάθησε να παρουσιάσει στο βιβλίο του ο κ. Τριαντ. Παπαναγιώτου.

Ένα βιβλίο στο οποίο ο κ. Παπαναγιώτου, ως βασικός πρωταγωνιστής,  με αφηγηματικό λόγο, παρουσιάζει βιώματα της προσωπικής του πορείας στην Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας, διηγείται γεγονότα, περιγράφει δραστηριότητες, σκιαγραφεί πρόσωπα, παραθέτει μαρτυρίες, δημοσιεύει υπηρεσιακά και ιστορικά τεκμήρια, ερμηνεύει καταστάσεις και εμπλουτίζει το κείμενο με πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Το αποτέλεσμα του εγχειρήματός του, ενημερωτικό και ευανάγνωστο, είμαι βέβαιος ότι οι αναγνώστες θα το υποδεχθούν με ενδιαφέρον. Επιπλέον, πιστεύω ότι η πρωτοβουλία του αυτή θα εκτιμηθεί από τους συμπολίτες του και από όσους είχαν οποιαδήποτε σχέση  με την  Παιδαγωγική Ακαδημία Λαμίας και θα αναγνωριστεί από εκείνους που, ως σπουδαστές, είχαν την ευχαρίστηση να τον έχουν δάσκαλό τους.

Σας ευχαριστώ.

 

 

   

randomness