Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Το κουβάρι της φρίκης !

Στη Συρία τα τελευταία έξι χρόνια διεξάγεται μια από τις πιο πολυδιάστατες πολεμικές συμπλοκές στη σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας. Ό, τι ξεκίνησε ως ειρηνική διαμαρτυρία απέναντι στο καθεστώς του Μπασάρ Άλ Άσαντ το Μάρτιο του 2011, σύντομα εκτραχύνθηκε σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο με πολλαπλούς εμπλεκομένους και παραμέτρους που εκτείνονται πολύ πιο μακριά από τα Συριακά σύνορα. Ο -έως τώρα- απολογισμός σπαραχτικός. Πάνω από 300.000 νεκροί, αμέτρητοι τραυματίες, 4,9 εκατομμύρια πρόσφυγες και μια χώρα θαμμένη στα συντρίμμια της πολεμικής δίνης. Το απόλυτο χάος.

Η αφετηρία του εμφυλίου και οι συγκρουόμενες πλευρές

Στο πλαίσιο της «Αραβικής Άνοιξης», εκδηλώθηκε μια σειρά κινημάτων ενάντια στα αυταρχικά καθεστώτα ισλαμικών χωρών, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η 45ετής δυναστεία των Άσαντ στη Συρία. Έτσι στις 15 Μαρτίου του 2011, ξεκίνησαν αντιεξουσιαστικές διαδηλώσεις άνευ προηγουμένου στη Συρία, οι οποίες καταγγέλθηκαν από το καθεστώς ως «ένοπλες εξεγέρσεις των σαλαφιστικών ομάδων». Οι διαδηλώσεις, παρά ταύτα, συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση, ενώ η κυβέρνηση με τη σειρά της απάντησε με ολοένα και περισσότερη καταστολή, η οποία βαθμιαία κλιμακώθηκε σε μορφή ένοπλης σύγκρουσης. Ο εμφύλιος πόλεμος βρισκόταν επί θύραις.

Οι αντιφρονούντες συνασπίστηκαν με το κίνημα του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, το οποίο αν και κατ’ επίφαση είχε ως στόχο την απελευθέρωση του λαού από τα δεσμά του ολοκληρωτισμού, υποδαυλίζονταν από θρησκευτικά κίνητρα και στις τάξεις του συγκαταλέγονταν εξτρεμιστικά στοιχεία. Από την άλλη, ο τρίτος πόλος της σύγκρουσης υπήρξε το τρομοκρατικό κίνημα του ISIS καθώς και όλες οι οργανώσεις που υπηρετούν την ιδέα του Ισλαμικού Κράτους. Σημειώνεται δε, πως με την επέλαση του ISIS και την εκτόξευση της επιρροής του, ενισχύθηκαν συγχρόνως οι σκληροπυρηνικές τάσεις μέσα στο κίνημα του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, στους κόλπους του οποίου ήδη υπήρχαν ένθερμοι υποστηρικτές του Ισλαμικού Κράτους. Παρατηρείται, λοιπόν, μια ροπή του κινήματος των ανταρτών προς τον θρησκευτικό φανατισμό, γεγονός που οδηγεί την κοινή γνώμη εσφαλμένα να τους ταυτίζει πολλές φορές με το ISIS. Βέβαια, αυτή η ακούσια ή εθελούσια σύγχυση δε μπορεί να κριθεί ως απόλυτα ανακριβής, εφόσον οι αξίες που εμφορούνται αμφότερες πλευρές είναι παρεμφερείς.

Καθίσταται σαφές ότι ο πόλεμος στη Συρία είναι καθαρά θρησκευτικής φύσης και αποτελεί απαύγασμα της διαχρονικής έριδας ανάμεσα στους δύο κλάδους του Ισλάμ: τον Σουνιτισμό (74% Συριακού πληθυσμού) και τον Σιιτισμό (11% Συριακού πληθυσμού). Πιο συγκεκριμένα, Ιράκ, Ιράν, Συρία και Λίβανος διαμορφώνουν έναν Σιιτικό άξονα τον οποίο θέλουν να εξοντώσουν τόσο οι Σουνιτικές χώρες (Τουρκία, Σαουδική Αραβία, Κατάρ) όσο και η Δύση. Επομένως, αν και η επανάσταση ξεκίνησε υπό το πρόσχημα του εκδημοκρατισμού, σύντομα έγινε αντιληπτό ότι οι εξεγερμένοι δεν είναι δημοκρατικοί μεσσίες. Είναι Σουνίτες που εξοπλίζονται από σουνιτικές χώρες και τρομοκρατικά δίκτυα.

Ο πραγματικός διχασμός βρίσκεται στην καρδιά του Ισλάμ και διαιωνίζεται επί 1.400 χρόνια. Στο μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι σε έναν προσωρινό συμβιβασμό.



Η εμπλοκή των Μεγάλων Δυνάμεων

Φαινομενικά τα γεγονότα στη Συρία διαδραματίζονταν υπό τη διακριτική εποπτεία της διεθνούς κοινότητας, μέχρι και το 2015 όταν η έκρηξη της τρομοκρατικής απειλής και η εκτεταμένη προσφυγική κρίση, κατέστησαν αναγκαία την υιοθέτηση μιας πιο αποφασιστικής στάσης πάνω στο Συριακό ζήτημα. Αναλυτικότερα, πιο κομβική για την έκβαση του πολέμου υπήρξε η παρέμβαση της Ρωσίας, η οποία εξαρχής τάχθηκε στο πλευρό του Άσαντ. Αυτό συνέβη αφενός διότι επικρατούσε φόβος για την άνοδο του ISIS λόγω των μουσουλμανικών κρατών ολόγυρά της και αφετέρου επειδή οι ΗΠΑ επιθυμούσαν την ανατροπή του καθεστώτος. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του 2015, όταν η πλάστιγγα έδειχνε να γέρνει σε βάρος του Σύρου ολιγάρχη, έλαβε χώρα η πρώτη ανοιχτή παρέμβαση Μεγάλης Δύναμης στον πόλεμο. Η Ρωσία έστειλε στρατεύματα υπό την αιτιολογία της καταστολής των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους και της αποκατάστασης της σταθερότητας στην περιοχή. Ουσιαστικά , οι Ρώσοι μάχονται στο πλευρό του Άσαντ για την αποδυνάμωση των αντικαθεστωτικών.

Από την άλλη, οι ΗΠΑ, δεδομένου ότι δεν στηρίζουν τον Άσαντ, τήρησαν μια πιο μετριοπαθή στάση, καθώς μια μαζική στρατιωτική δράση εναντίον του πιθανότατα θα λειτουργούσε προς επίρρωσιν της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η εμπλοκή τους –φαινομενικά τουλάχιστον- αναλώθηκε σε επικουρικό βαθμό υπό τη μορφή του συντονισμού των τοπικών δυνάμεων (π.χ εκπαίδευση Σύριων για την ανάκτηση της Ράκα). Το μήνυμα που επιθυμούσε να περάσει η Αμερική είναι ότι η όποια συμμετοχή της στον εμφύλιο, είχε να κάνει αποκλειστικά με τον υπερεθνικό αγώνα της ανθρωπότητας για την εξάλειψη της τρομοκρατίας.

Εν τούτοις, όπως προκύπτει από τα επίσημα έγγραφα που διέρρευσαν απ’ το Πεντάγωνο, ο ρόλος της Αμερικής και εν γένει της Δύσης υπήρξε θεμελιακός για την υποκίνηση του πολέμου. 

Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο 2006-10, οι ΗΠΑ φέρονται να δαπάνησαν  πάνω από 12 εκατομμύρια δολάρια για να στηρίξουν ή να προκαλέσουν αντικυβερνητικές διαδηλώσεις με παράλληλη προπαγάνδα στη Συρία υπό το πρόσχημα της προώθησης της ελευθερίας και της Δημοκρατίας στην περιοχή. Ταυτόχρονα, από άλλη διαρροή μαθαίνουμε ότι στις αρχές του 2012 οι ΗΠΑ, δια μέσου μιας μυστικής βάσης της CIA στη Βεγγάζη της Λιβύης και σε συμφωνία με την Τουρκία, διοχέτευσαν το πολεμικό οπλοστάσιο του Καντάφι στους σκληροπυρηνικούς του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, δηλαδή τους τζιχαντιστές της Αλ- Νούστρα. Στο ίδιο μήκος κύματος η Γαλλία, όπως ομολόγησε ο ίδιος ο Ολάντ, από το 2012 εξόπλιζε και εκπαίδευε αντάρτες. Με άλλα λόγια, η Δύση πριμοδότησε και αναγνώρισε ως εγγυητές της Δημοκρατίας ένα σμήνος φανατικών μουσουλμάνων αντιφρονούντων.

Η στάση της Τουρκίας

Τέλος, ο τρίτος εξωτερικός παίκτης που εμπλέκεται στα Συριακά τεκταινόμενα ασφαλώς και είναι η Τουρκία, χώρα με δικαιολογημένο γεωπολιτικό ενδιαφέρον που ταυτόχρονα έχει απορροφήσει πολύ μεγάλο βάρος του προσφυγικού ρεύματος. Η σταθερή θέση της Τουρκίας είναι η προώθηση οποιουδήποτε εχθρού των Κούρδων. Οι Κούρδοι της Συρίας είναι μια ανεξάρτητη ομάδα που δεν υποστηρίζει καμία από τις αντιπαραβαλλόμενες δυνάμεις στη σύρραξη και φιλοδοξεί να επωφεληθεί της αναταραχής εγκαθιστώντας ένα στάτους σχετικής αυτοδυναμίας στο εσωτερικό της Συρίας. Οι Τούρκοι θέλουν πάση θυσία να αποτρέψουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο προς αποφυγή ενός αντίστοιχου ξεσηκωμού των Κουρδικών δυνάμεων εντός των Τουρκικών συνόρων. Αναντίρρητα, η Τουρκία πρόκειται για τον πιο απρόβλεπτο παίκτη του τραπεζιού, με τον ισχυρισμό αυτόν να επιβεβαιώνεται από τη στάση της χώρας στο Συριακό ζήτημα, εκεί όπου παρά τη συνεργασία της με την Αμερική εξακολουθεί να προωθεί τα συμφέροντά της στο Συριακό έδαφος, παραβιάζοντας τα αμερικανικά σχέδια.



Το κεφάλαιο «Αλέπο»

Η μάχη για τον έλεγχο της πόλης του Αλέπο αποτέλεσε σημείο-σταθμό για τον πόλεμο στη Συρία και την εξέλιξη του. Η επικράτηση στην εν λόγω πόλη θεωρήθηκε κλειδί που σε μεγάλο βαθμό θα έκρινε την τελική έκβαση του πολέμου, καθώς επρόκειτο για μια τοποθεσία τόσο στρατηγικής όσο και ψυχολογικής σημασίας από τη στιγμή που η πόλη αποτελούσε το βιομηχανικό και οικονομικό κέντρο της χώρας.

Η πάλαι ποτέ μεγαλύτερη πόλη της χώρας (2,3 εκ.) μετατράπηκε σε πεδίο σύγκρουσης τον Ιούλιο του 2012, όταν σημαντικό της τμήμα πέρασε στα χέρια των επαναστατών. Το Αλέπο χωρίστηκε στα δύο με τους αντάρτες να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο κομμάτι του ανατολικού μέρους με τις δυνάμεις της κυβέρνησης (Ιράν, Ιράκ, Λίβανος ,Αφγανιστάν, Πακιστάν) να κατέχουν το αντίστοιχο στο Δυτικό, ενώ παράλληλα κάποιες περιοχές τελούσαν υπό τον έλεγχο είτε των Κούρδων είτε του ISIS. Η σύγκρουση στο Αλέπο υπήρξε έως τώρα η πιο αιματηρή του Συριακού πολέμου  ενώ συμφωνα με την επιτροπή ερευνών του  ΟΗΕ κατά την περίοδο της σύρραξης συντελέστηκαν εγκλήματα πολέμου από όλες τις πλευρές που έλαβαν μέρος.
Έπειτα από τέσσερα χρόνια σκληρής μάχης ο αλληλοσπαραγμός έλαβε τέλος στις 15 Δεκεμβρίου του 2016. Ειδικότερα, μετά από αλλεπάλληλους βομβαρδισμούς η αντίσταση των ανταρτών κάμφθηκε και επετεύχθη συμφωνία για κατάπαυση του πυρός. Στην εβδομάδα που ακολούθησε διεξήχθη η επιχείρηση ειρηνικής εκκένωσης της περιοχής ενώ στις 22 Δεκεμβρίου η κυβέρνηση ανέκτησε τον πλήρη έλεγχο της πόλης. Πλέον η κυβέρνηση έχει ξανά υπό τον έλεγχό της τις τέσσερεις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας με τη θέση της να έχει ενδυναμωθεί τα μέγιστα.

Η επανάκτηση του Αλέπο ήταν ένα τεράστιο βήμα για τις δυνάμεις του Άσαντ, με τον Economist να αναγνωρίζει το αποτέλεσμα ως μια μεγάλη νίκη του Πούτιν και ταυτόχρονη αποτυχία της Δύσης. Πάρα ταύτα, πολύς δρόμος μένει να διανυθεί ακόμα για να δοθεί τέλος στον εμφύλιο, καθώς επαναστατικές δυνάμεις και ομάδες Κούρδων και Τζιχαντιστών εξακολουθούν να ελέγχουν μεγάλα τμήματα της χώρας (υπολογίζεται το 15%). Μάλιστα, πολλοί αναλυτές φοβούνται ότι οι μετριοπαθείς επαναστατικές ομάδες, μετά τις τελευταίες ήττες ενδέχεται να σπρωχθούν στην αγκαλιά των πιο εξτρεμιστικών δυνάμεων του Ισλάμ, ενώ ο Guardian τονίζει ότι η πτώση του Αλέπο απλά εγκαινιάζει την είσοδο σε  μια πιο τρομαχτική φάση του πολέμου.

Η διπλωματική λύση

Με το πνεύμα της πάγιας θέσης των ΗΠΑ κατά την οποία «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στην κρίση αυτή» συνετάχθησαν Ρωσία και Τουρκία μετά τα γεγονότα στο Αλέπο, κι όπως διαφαίνεται η επόμενη σκηνή του Συριακού ζητήματος θα διαδραματιστεί σε επίπεδο διπλωματίας. Πιο συγκεκριμένα, στις 30 Δεκεμβρίου του 2016 επήλθε ρωσοτουρκική συμφωνία για την κήρυξη εκεχειρίας σε όλη τη Συρία, η οποία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, όπως έτυχαν και τα σχέδια για την επανέναρξη των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων (23 Ιανουαρίου, Αστάνα). Άγνωστο παραμένει αν οι ΗΠΑ θα καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων στις 23 Ιανουαρίου, κάτι τέτοιο ωστόσο αναμένεται να γίνει στις 8 Φεβρουαρίου, στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στη Γενεύη υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.

Παρά την ευρύτερη τάση για συναίνεση, η εκεχειρία χαρακτηρίζεται σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο ως εξαιρετικά εύθραυστη, διότι εξακολουθούν να υφίστανται ζητήματα για τα οποία δεν έχει βρεθεί η «χρυσή τομή» ανάμεσα στις αντικρουόμενες πλευρές. Αναλυτικότερα, παρά τη φαινομενική σύμπλευση της Τουρκίας με τη Ρωσία, η Άγκυρα διαμηνύει ότι δε γίνεται να υπάρξει ενωμένη- ελεύθερη Συρία υπό καθεστώς Άσαντ, υιοθετώντας τη στάση των ΗΠΑ και της Συριακής αντιπολίτευσης. Την ίδια ώρα η Ρωσία υποστηρίζει ανοιχτά τον Άσαντ θέτοντας μάλιστα ως όρο για την επίλυση του Συριακού ζητήματος τη διεξαγωγή εκλογών παρουσία του Σύρου προέδρου. Η διαφωνία σε αυτό το κομβικό ζήτημα ίσως αποτελέσει τροχοπέδη στην όλη διαδικασία των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.

Όπως και να έχει πάντως, από μόνο του το γεγονός ότι το επίκεντρο των εξελίξεων μεταφέρεται από το πεδίο της μάχης στην αρένα της διπλωματίας, μόνο ως καλός οιωνός μπορεί να εκληφθεί, καθώς αν μη τι άλλο υποδηλώνει μια προσπάθεια κατευνασμού του πολεμικού κλίματος και συμπόρευσης.

 

Σπύρος Αλεξανδρής
Φοιτητής ΑΠΘ - Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ