Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

O Π. Κουμάνταρος γράφει το εγχείρημα της τρίτης στην σειρά πρόκρισης σε Μουντιάλ - Η Ρωσία δεν είναι ουτοπία

Αποστολή εξετελέσθη κατά το ήμισυ για την Εθνική ομάδα, που πραγμάτωσε τον πρώτο από τους στόχους της μετά την κλήρωση του Μουντιάλ 2018: να μείνει μέχρι τέλους στη διεκδίκηση της πρόκρισης για τρίτο κατά σειρά Παγκόσμιο Κύπελλο. Παρόντος του Βελγίου, νούμερο 5 στο FIFA ranking list, η απευθείας πρόκριση δεν θα συνιστούσε απλώς υπέρβαση αλλά, εν πολλοίς, θα αντέβαινε τη λογική. 
 Κάποια στιγμή πέρασε ως φευγαλέα σκέψη, αλλά η απρόσμενη απώλεια στο Φάληρο απέναντι στην Εσθονία (0-0) και η εντός έδρας ήττα από τους «κόκκινους διαβόλους» εξανέμισαν τις όποιες πιθανότητες. Ακόμη κι έτσι, όμως, η Ελλάδα τερμάτισε δεύτερη στον 8ο όμιλο και ετοιμάζεται για το δεύτερο στόχο: να είναι παρούσα στη Ρωσία τον ερχόμενο Ιούνιο. Μπορούμε; Ναι, είναι η απάντηση και ουδόλως εδράζεται σε σοβινιστικά ένστικτα, αν και λίγη τύχη θα ήταν ευπρόσδεκτη στην κλήρωση των πλέι οφ, προκειμένου να αποφύγουμε την Ιταλία. 
 Η squadra azzura έχει την παράδοση, το όνομα, τη φανέλα, την ποιότητα και την? τεχνογνωσία να παίρνει εκείνο που θέλει, σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται, οπότε ας ξεμπλέξουν μαζί της το ΕΙΡΕ, η Σουηδία και η Βόρεια Ιρλανδία. Υπέρμετρα αισιόδοξοι ως Έλληνες, λοιπόν; Κάθε άλλο? Η Εθνική έχει ολοκληρώσει ένα θεαματικό come back επιστρέφοντας ανταγωνιστική στο υψηλότερο επίπεδο, ξορκίζοντας το θλιβερό παρελθόν της εποχής Ρανιέρι και ξαναβρίσκοντας ταυτότητα και ποδοσφαιρική υπόληψη. 
 Η δουλειά του Μίχαελ Σκίμπε έχει αρχίσει να αποδίδει καρπούς και η ομάδα εξελίσσεται αγώνα με αγώνα. Η ανασταλτική λειτουργία, πρώτιστο μέλημα του Γερμανού όταν ξεκίνησε να οργανώνει τη νέα Εθνική, είναι εξαιρετική. Η Ελλάδα αμύνεται υποδειγματικά, όπως απέδειξε δεχόμενη μόλις 6 γκολ στους 10 αγώνες των προκριματικών (μόνο 5 ομάδες δέχθηκαν λιγότερα), διαθέτει κορυφαίο δίδυμο στόπερ (Παπασταθόπουλος - Μανωλάς), βρίσκει ομοιογένεια και τα αποδυτήριά της αποπνέουν, επιτέλους, υγεία. 
 Οι διεθνείς είναι και πάλι οικογένεια, κατά δήλωση των περισσοτέρων, με τον «πάτερ φαμίλια» Σκίμπε να τυγχάνει της αποδοχής και της πλήρους εμπιστοσύνης τους. Πράγματα κάθε άλλο παρά αυτονόητα για μια ποδοσφαιρική ομάδα, δηλαδή. Γκρίνιες υπήρχαν, υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν από έξω, ειδικά με παράγοντες που θεωρούν ότι κάποιοι παίκτες τους αξίζουν μια θέση στην ομάδα, αλλά τα αποτελέσματα δικαιώνουν τον προπονητή, κατά τον ίδιο τρόπο που προγενέστερα είχαν δικαιωθεί Ότο Ρεχάγκελ και Φερνάντο Σάντος. Η Εθνική ομάδα δεν είναι δοκιμαστήριο ποδοσφαιριστών, όμως είναι βέβαιο πως όποιος έχει συνέπεια στην καλή απόδοση θα λάβει την ευκαιρία του. Όλα καλά λοιπόν; Περίπου? Η ομάδα μπορεί να μη θέλγει με το φαντεζί ποδόσφαιρό της, κοπιάζει στο γκολ, ειδικά απόντος του Μήτρογλου, αλλά όπως είχε πει και ο Σάντος όταν την προπονούσε «λέτε να έχω  τον Μέσι και τον Ρονάλντο και να μην τους χρησιμοποιώ;». Το μόνο βέβαιο είναι ότι η Ελλάδα έχει ακόμη δρόμο μπροστά της, αλλά βαδίζει στο σωστό δρόμο. Η Ρωσία δεν αποτελεί μια ουτοπία κι ευχή όλων είναι, μετά και τον αγώνα ρεβάνς των πλέι οφ, η ιστορία να επαναληφθεί ως τραγωδία για την αντίπαλη ομάδα: ακριβώς όπως στις 19 Νοεμβρίου 2013 στο Βουκουρέστι και στις 18/11/2009, στο Ντόνετσκ.

 Υ.Γ. Οι? διαρροές των τελευταίων ημερών μιλούν για «εξετάσεις» του Σκίμπε, για «υψηλό συμβόλαιο» και για αλλαγή έδρας της Εθνικής. Κατ΄ αρχάς, ο προπονητής κρίνεται από τη δουλειά του. Ποια είναι τα δεδομένα λοιπόν; Μια ομάδα την οποία παρέλαβε διαλυμένη διεκδικεί, επί ίσοις όροις με τους αντιπάλους της, πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο, δύο χρόνια μετά το όνειδος του Euro 2016. Ας αφήσουν λοιπόν τον Σκίμπε να δουλέψει, όπως έγινε με τους Ρεχάγκελ, Σάντος, κι εδώ μπαίνει τελεία. Και παύλα?
 
Όσο για την έδρα, η νέα διοίκηση της ΕΠΟ έχει κάθε δικαίωμα να επιλέξει το γήπεδο που θέλει, εφόσον θεωρεί το «Γ. Καραϊσκάκης» ακριβό. Με δυο προϋποθέσεις: να είναι σύγχρονο για να παρέχει στους διεθνείς τις υψηλότερες δυνατές ανέσεις (και όχι κάποιο ποδοσφαιρικό? Μαυσωλείο) και ταυτόχρονα να μπορεί να αποτελέσει μια πανίσχυρη έδρα. Μάλλον δύσκολος συνδυασμός, όμως? Για την Ιστορία, η Εθνική ξεκίνησε με έδρα το «Γ. Καραϊσκάκης» τον Σεπτέμβριο του 2004. Έκτοτε, μέτρησε προκρίσεις στο Euro 2008, το Μουντιάλ της Νότιας Αφρικής (2010), το Euro 2012 και το Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας, το 2014.

 

ΠΗΓΗ ΑΠΕ