Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Ημερίδα Περιφερειακού Τύπου - Γ. Κύρτσος: Οι λύσεις στα προβλήματα των ΜΜΕ και ειδικά του Τύπου δεν βρίσκονται στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης

Η στήριξη του Περιφερειακού Τύπου είναι ζήτημα δημοκρατίας, πλουραλισμού και ελεύθερης διακίνησης των ιδεών. Το μήνυμα αυτό έστειλε στην κυβέρνηση η ημερίδα που έλαβε χώρα στην αίθουσα «Αριστοτέλης» του ξενοδοχείου Divani Palace στη Λάρισα και συμμετείχαν εκδότες, ιδιοκτήτες και δημοσιογράφοι ημερήσιων και εβδομαδιαίων εφημερίδων απ' όλη την Ελλάδα. 

Από σεβασμό στην ιστορία του Περιφερειακού Τύπου και λόγω του σημαντικού ενδιαφέροντος των εισηγήσεων, η εφημερίδα μας θα δημοσιεύσει σε συνέχειες όλες τις ομιλίες που έγιναν στην ημερίδα.

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ TOY ΕΥΡΩΒΟΥΛΕΥΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΥΡΤΣΟ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΤΥΠΟ

Λάρισα, 30 Σεπτεμβρίου 2017

Η βασική θέση που θέλω να διατυπώσω είναι ότι οι λύσεις στα προβλήματα των ΜΜΕ και ειδικά του Τύπου συμπεριλαμβανόμενου του περιφερειακού-τοπικού δεν βρίσκονται στις νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης.

Κι αυτό για δυο λόγους. Πρώτον, τα ΜΜΕ και ειδικά ο Τύπος έχουν περιέλθει, σαν κλάδος, σε αδιέξοδο εξαιτίας των διαστάσεων και της διάρκειας της οικονομικής κρίσης.

Δεύτερον, η κυβέρνηση προσεγγίζει το ζήτημα με μια γραφειοκρατική, κομματική λογική. Δεν ενδιαφέρεται να συμβάλλει στο νέο ξεκίνημα των ΜΜΕ αλλά στην άσκηση επιρροής και στην επιβολή, στο μέτρο του δυνατού, πολιτικού ελέγχου.

Παρατηρητής και πρωταγωνιστής

Θα σας μιλήσω σαν δημοσιογράφος και εκδότης με μια διαδρομή στο χώρο που πλησιάζει τις τέσσερις δεκαετίες. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου είμαι ταυτόχρονα παρατηρητής και πρωταγωνιστής των εξελίξεων.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80 η κατάσταση στα ελληνικά ΜΜΕ και ειδικά στον Τύπο ήταν σταθερά ανοδική. Τότε ήμουν συνεργάτης της «Εγνατίας» του Άρι Βουδούρη στη Θεσσαλονίκη, ξεκίνησα την πορεία μου στις οικονομικές αναλύσεις στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» του Γιάννη Μαρίνου όπου έγινα αρχισυντάκτης διεθνών οικονομικών θεμάτων και από το 1984 ήμουν το δεξί χέρι του Άρι Βουδούρη, δημιουργού του «Ελεύθερου Τύπου», και σχολιαστής της εφημερίδας. Το 1988 έγινα σε ηλικία 36 ετών διευθυντής του «Τύπου της Κυριακής» και θυμάμαι το πριμ επιβράβευσης που μου έδωσε ο εκδότης στο τέλος του πρώτου εξαμήνου της κυκλοφορίας του κυριακάτικου φύλλου του «Ελεύθερου Τύπου» επειδή ξεπεράσαμε τα 150.000 φύλλα και πήραμε την πρώτη θέση από το «Κυριακάτικο Βήμα» του δημοσιογραφικού οργανισμού Λαμπράκη.

Η μεγάλη ανατροπή της δεκαετίας του ’80 είχε να κάνει με τη δυναμική είσοδο των εφημερίδων ταμπλόιντ στην αγορά, πρώτα το «Έθνος» του Γεωργίου Μπόμπολα και στη συνέχεια ο «Ελεύθερος Τύπος» του Άρι Βουδούρη.

Η επόμενη εικοσαετία από το 1988 μέχρι την κρίση του 2008 χαρακτηρίστηκε από μια εντυπωσιακή ανάπτυξη των ΜΜΕ στην Ελλάδα και των οικονομικών μεγεθών τους ενώ άρχισε να υποβαθμίζεται σταδιακά ο ρόλος του Τύπου λόγω της πτώσης της κυκλοφορίας των εφημερίδων.

Δυο ήταν οι εξελίξεις που οδήγησαν στον πολλαπλασιασμό των οικονομικών μεγεθών στο χώρο των ΜΜΕ. Η πρώτη ήταν το φαινόμενο Κοσκωτά το οποίο δημιούργησε συνθήκες «φούσκας» στον εκδοτικό ανταγωνισμό ο οποίος έγινε υπερπολυτελής και ξεπερνούσε κατά πολύ τις οικονομικές δυνατότητες της ελληνικής αγοράς των ΜΜΕ. Προκάλεσε επίσης την κατακόρυφη  αύξηση των αποδοχών των δημοσιογράφων ιδιαίτερα σε επίπεδο στελεχών.

Η δεύτερη εξέλιξη που προσδιόρισε το τοπίο των ΜΜΕ ήταν η εμφάνιση και η ανάπτυξη της ιδιωτικής τηλεόρασης και του ιδιωτικού ραδιοφώνου. Δημιουργήθηκαν ισχυρά συγκροτήματα ΜΜΕ, με τεράστιες οικονομικές δυνατότητες, άφθονη χρηματιστηριακή χρηματοδότηση και μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και στο δημόσιο βίο.

Όπως συμβαίνει συνήθως στην Ελλάδα η δυναμική ανάπτυξη των ΜΜΕ ήταν άναρχη και το οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον στο οποίο πραγματοποιήθηκε προβληματικό. Να σημειώσουμε ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 είχε αρχίσει η κυκλοφοριακή και οικονομική αγωνία στο χώρο του Τύπου καθώς έχανε συνεχώς έδαφος σε όφελος των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών.

Από το 1997 ως το 2002 ήμουν γενικός διευθυντής στον ημερήσιο «Ελεύθερο Τύπο» και στον «Τύπο της Κυριακής» και υποχρεώθηκα, στο ξεκίνημα αυτής της περιόδου να εφαρμόσω πρόγραμμα δραστικής μείωσης δαπανών και προσωπικού. Μείωσα το προσωπικό από 420 σε 320 άτομα, για να προλάβω τις διαφαινόμενες αρνητικές εξελίξεις και να εξασφαλίσω την οικονομική βιωσιμότητα των δυο εφημερίδων.

Το γεγονός ότι το ίδρυμα Βουδούρη μπόρεσε, μετά την απομάκρυνσή μου από τη γενική διεύθυνση το 2002 και τη διαπίστωση ότι δεν μπορούσε να συνεχίσει την εκδοτική πορεία που είχα χαράξει, να πουλήσει το συγκρότημα του «Ελεύθερου Τύπου» στη Γιάννα Αγγελοπούλου, ήταν η καλύτερη απόδειξη της επιτυχίας του προγράμματος εξυγίανσης που είχα εφαρμόσει.

Με την πείρα που είχα στις ημερήσιες και τις κυριακάτικες εφημερίδες κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες από αυτές δεν θα τα κατάφερναν λόγω ανυπέρβλητων προβλημάτων και της διαρκούς εξασθένισης της συγκριτικής τους θέσης στο χώρο των ΜΜΕ.

Γι’ αυτό επένδυσα μετά την απομάκρυνσή μου από τον «Ελεύθερο Τύπο» στις δωρεάν διανεμόμενες εφημερίδες. Ξεκίνησα το 2004 με τη δωρεάν διανεμόμενη εφημερίδα «City Press», η οποία ήταν ο ανταγωνιστής της «Metro International» στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα. Μετά από λίγα χρόνια ξεκίνησα και τη δωρεάν διανεμόμενη κυριακάτικη εφημερίδα «Free Sunday» που συνεχίζει ακόμη την προσπάθεια σε δύσκολες συνθήκες.

Επένδυσα στις δωρεάν διανεμόμενες εφημερίδες γιατί ήταν το νέο προϊόν διεθνώς και εξασφάλιζαν την ανεξαρτησία από το παραδοσιακό σύστημα διανομής. Το σύστημα διανομής παίρνει από τις εφημερίδες γύρω στο ένα τρίτο της τιμής πώλησής τους. Παράλληλα, όσο πέφτει η κυκλοφορία των εφημερίδων τόσο μεγαλώνουν οι επιστροφές. Καταλήγεις να τυπώνεις δυο εφημερίδες για να πουλάς μια και από αυτήν εξασφαλίζεις σαν έσοδο τα δυο τρίτα της τιμής πώλησής της στο περίπτερο. Με βάση τους υπολογισμούς που έκανα ήταν λιγότερο ακριβή η δωρεάν διανομή της εφημερίδας - 120.000 φύλλα της «City Press» την ημέρα κυρίως στο μετρό της Αθήνας και 250.000 φύλλα της «Free Sunday» το Σαββατοκύριακο εκτός μετρό - παρά η εξάρτηση από το σύστημα διανομής.  

Το καθοριστικό στοιχείο εκείνης της περιόδου ήταν η κατακόρυφη αύξηση των διαφημιστικών εσόδων λόγω της ανοδικής πορείας της οικονομίας και της κατανάλωσης αλλά και των μεγάλων προσδοκιών που δημιούργησε η προετοιμασία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.  

Η ώρα μηδέν

Η ώρα μηδέν για τα ΜΜΕ και ειδικά για τον Τύπο, αθηναϊκό, δωρεάν διανεμόμενο, περιφερειακό και τοπικό σήμανε το 2008-2009 όταν διαπιστώθηκε η υπερχρέωση του ελληνικού Δημοσίου και η αδυναμία του να καλύψει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες στις διεθνείς αγορές. Για να αντιμετωπίσουμε την υπερχρέωση του ελληνικού Δημοσίου και να αποφύγουμε την πτώχευσή του που θα είχε δραματικές συνέπειες, μπήκαμε στο πρώτο πρόγραμμα-μνημόνιο τον Μάιο του 2010. Αρχίσαμε να εφαρμόζουμε μια εξαιρετικά περιοριστική πολιτική θεωρώντας ότι θα βγαίναμε από το πρόγραμμα-μνημόνιο το 2013. Τελικά αργήσαμε και πηγαίναμε για το 2015, ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ με τις ανύπαρκτες μαγικές λύσεις του και μας εγκλώβισε μέχρι το 2018 κι επειδή η κυβέρνηση Τσίπρα άργησε να εφαρμόσει αυτά που συμφώνησε, έχει προγραμματίσει νέα μέτρα μνημονιακού χαρακτήρα για το 2019 και το 2020.

Από το 2008-2009 τα ΜΜΕ επιχειρούν μια επώδυνη προσαρμογή  και πολλά από αυτά, συμπεριλαμβανόμενης της City Press που σταμάτησε να εκδίδεται το 2013, χάνουν την άνιση μάχη.

Πώς οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι πρωταγωνιστήσαμε στις εξελίξεις στον χώρο των ΜΜΕ τις προηγούμενες δεκαετίες δεν μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά τα προβλήματα των ΜΜΕ κατά τη διάρκεια της μνημονιακής περιόδου;

Πρώτον, όλες οι υποθέσεις εργασίας που είχαμε κάνει ανατράπηκαν εξαιτίας της κρίσης. Για παράδειγμα, η σταθερή αύξηση της διαφημιστικής δαπάνης που είχε συμπληρώσει εικοσαετία έδωσε τη θέση της στην κατακόρυφη πτώση της διαφημιστικής δαπάνης και φυσικά των εσόδων των ΜΜΕ.

Δεύτερον, όλοι οι παράγοντες των ΜΜΕ δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της κρίσης.

Τα διευθυντικά στελέχη και οι εκδότες είχαμε αναδειχθεί μέσα από μια επεκτατική στρατηγική και μάς ήταν επαγγελματικά και ψυχολογικά δύσκολο να μπούμε στη λογική της άμεσης και δραστικής συρρίκνωσης προκειμένου να εξασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα στις νέες συνθήκες.

Οι εργαζόμενοι στο χώρο των ΜΜΕ και ειδικά του Τύπου, ιδιαίτερα οι συνδικαλισμένοι, είχαν κατακτήσει σημαντικά δικαιώματα και προνόμια και δεν είχαν καμία διάθεση να περιορίσουν τις διεκδικήσεις τους. Θυμάμαι μια εποχή όπου ένας αρχάριος συντάκτης μπορούσε εύκολα να εξασφαλίσει 4.000-5.000 ευρώ το μήνα συνδυάζοντας την εργασία στην εφημερίδα με την παρουσία του σε ένα γραφείο Τύπου οργανισμού ή επιχείρησης και κάποια δουλειά στο ραδιόφωνο. Τώρα είμαστε στη γενιά των δημοσιογράφων που δουλεύουν με μπλοκάκι για 400-500 ευρώ τον μήνα χωρίς σοβαρή κοινωνική ασφάλιση και με αμφίβολη επαγγελματική προοπτική. Η απεργία των δημοσιογράφων την περασμένη

Τρίτη, οι οποίοι δικαιολογημένα διαμαρτύρονται για την προγραμματισμένη κατάρρευση του ασφαλιστικού τους φορέα, δείχνει πόσο δραματικά άλλαξαν  οι συνθήκες στη διάρκεια της μνημονιακής δεκαετίας.

Αρνητικό ρόλο στην εξέλιξη της κρίσης των ΜΜΕ έπαιξαν βέβαια και οι κυβερνήσεις. Ενώ ήταν φανερό ότι η κατάρρευση της διαφημιστικής δαπάνης θα οδηγούσε τις περισσότερες επιχειρήσεις του κλάδου σε αδιέξοδο, διαδοχικές κυβερνήσεις δεν έκαναν τίποτα για να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης. Αντίθετα, με την αδράνεια και την αδιαφορία τους μεγάλωσαν τα προβλήματα. Πριν ξεσπάσει η κρίση η διαφημιστική αγορά λειτουργούσε με επτάμηνες επιταγές διευκολύνοντας τη χρηματοδότηση του κλάδου χωρίς να υπάρχουν κακοπληρωτές. Με την κλιμάκωση της κρίσης άρχισαν να «σκάνε» οι επιταγές και να χάνεται ένα σημαντικό ποσοστό των διαφημιστικών εσόδων που είχαν τιμολογηθεί ενώ το κράτος διεκδικούσε τον ΦΠΑ με βάση τα τιμολόγια παρά το γεγονός ότι δεν είχε καταβληθεί εφόσον δεν είχε πληρωθεί η διαφήμιση. Το κωμικοτραγικό είναι ότι το κράτος διεκδικούσε ακόμη και τον ΦΠΑ που το ίδιο δεν είχε καταβάλει εξαιτίας της άρνησης ή της αδυναμίας της Ολυμπιακής Αεροπορίας, του ΕΟΤ, άλλων δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών, των νομαρχιών να πληρώσουν τις διαφημιστικές τους καταχωρήσεις.

Την κατάσταση περιέπλεξε και η αλλαγή προτεραιοτήτων βασικών παικτών που έχουν σε γενικές γραμμές την οικονομική δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν την παρουσία τους στα ΜΜΕ.  

Χαρακτηριστικό το παράδειγμα της οικογένειας Μπόμπολα που έριξε ένα «κανόνι» της τάξης των 200 εκ. ευρώ στο συγκρότημα του «Έθνους» επειδή θεώρησε ότι η άσκηση επιρροής που εξασφάλισε τόσα δημόσια έργα στην οικογενειακή κατασκευαστική εταιρεία δεν αποδίδει, όσο κατά το παρελθόν. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το διαχειριστικό αδιέξοδο του Mega το οποίο όμως έχει παλαιούς και νέους μέτοχους με πρωταγωνιστική παρουσία στην ελληνική οικονομία. Τέλος, νύχτα έφυγαν και οι πρωταγωνιστές και κυρίαρχοι του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη αφήνοντας ένα «φέσι» της τάξης των 200 εκ. ευρώ και ένα ακόμη μεγαλύτερο «φέσι» μέσα από τη διαχείριση που έκαναν στο ελεγχόμενο από αυτούς Μέγαρο Μουσικής.

ΟΙ στόχοι της κυβέρνησης

Προτεραιότητα της κυβέρνησης Τσίπρα δεν είναι η ενίσχυση, με διάφορες πρωτοβουλίες,  ενός δοκιμαζόμενου κλάδου, των εργαζόμενων και των εγκλωβισμένων σε αυτόν, αλλά η επιβολή πολιτικού, κομματικού ελέγχου. Η κυβέρνηση έχει συνεννοηθεί με το μεγαλύτερο μέρος της παλαιάς διαπλοκής και πρωταγωνιστεί στη δημιουργία της λεγόμενης νέας διαπλοκής. Οι πρωτοβουλίες που παίρνει  έχουν στόχο τον επηρεασμό ή τον έλεγχο των ΜΜΕ και όχι τη βελτίωση της οικονομικής προοπτικής τους. Διαβάζοντας τον νόμο 4487/2017 κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης δεν έχει σχέση ούτε ενδιαφέρεται να αποκτήσει με την οικονομική πραγματικότητα του κλάδου απλά επιχειρεί να επιβάλει τον πολιτικό, κομματικό έλεγχο για προφανείς λόγους.

Θεωρώ αδιανόητη τη δημιουργία ηλεκτρονικού συστήματος διάθεσης τηλεοπτικού διαφημιστικού χρόνου. Είναι φανερό ότι το σύστημα αυτό θα επιβάλει τον έλεγχο στην εμπορική πολιτική των ΜΜΕ στον χώρο της τηλεόρασης. Όποιος ελέγχει τα οικονομικά των ΜΜΕ ελέγχει και την ενημέρωση.

Θεωρώ επίσης ότι η δημιουργία μητρώου για τις περιφερειακές και τοπικές εφημερίδες εξυπηρετεί την ανάγκη χαρτογράφησης του χώρου αλλά συνοδεύεται με διατυπώσεις για τον αριθμό των φύλλων ανά έκδοση, το συνολικό εμβαδόν του δημοσιογραφικού χαρτιού το οποίο χρησιμοποιείται που μπορεί να οδηγήσουν σε δυσλειτουργίες, δαπανηρή γραφειοκρατία, διοικητικές παρεμβάσεις και πολιτικές διακρίσεις.

Θεωρώ θετική την προσπάθεια να ενισχυθεί το ποσοστό συμμετοχής των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης στην κατανομή της συνολικής δαπάνης του ευρύτερου δημόσιου τομέα αλλά υπάρχουν δυο σημαντικά προβλήματα. Πρώτον, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας είναι σε φάση συρρίκνωσης μέσω ιδιωτικοποιήσεων και η συνολική διαφημιστική δαπάνη του πέφτει συνεχώς λόγω δημοσιονομικών περιορισμών.

Δεύτερον, η κυβέρνηση δεν ανακοινώνει την κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης των ΔΕΚΟ που εξακολουθεί να ελέγχει για να μην  διαπιστώσουμε αυτό που έκαναν οι ιδιωτικές τράπεζες - οι οποίες έχουν υποχρέωση να δημοσιεύουν τα σχετικά στοιχεία - το 2016. Πολλαπλασίασαν τη διαφημιστική τους δαπάνη στην κομματική εφημερίδα Αυγή παρά το γεγονός ότι πουλάει μόνο 1000 φύλλα σε καθημερινή βάση και 3500 φύλλα την Κυριακή. Οι ιδιωτικές τράπεζες είναι ανοιχτές στην πολιτική, κομματική επιρροή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, γι’ αυτό έχουν μετατραπεί σε ακούσιους χρηματοδότες μιας εξαιρετικά περιορισμένων δυνατοτήτων εφημερίδας.

Η κυβέρνηση προωθεί επίσης την ειδική σήμανση γραμμωτού κώδικα στις έντυπες εκδόσεις για να μετριούνται τα πωλούμενα και τα επιστρεφόμενα φύλλα.

Κατ’ αρχήν  θα έπρεπε να γνωρίζουν αυτοί που πήραν τη σχετική πρωτοβουλία ότι οι διαφημιστικές καταχωρήσεις κατανέμονται κυρίως με βάση την αναγνωσιμότητα του εντύπου και το προφίλ των αναγνωστών που είναι διαφορετικά από την κυκλοφορία. Άλλωστε έχει επέλθει η οικονομική κατάρρευση των πρακτορείων διανομής και δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να εφαρμόσουν τον προτεινόμενο τρόπο μέτρησης της κυκλοφορίας με αξιόπιστο τρόπο. Ειδικά σε μικρές κυκλοφορίες και σε περιφερειακό επίπεδο η εφαρμογή της μεθόδου είναι ακόμα πιο δύσκολη.

Κι εκεί που προσπαθούσα να καταλάβω τι σχέση έχουν αυτά που προωθεί η κυβέρνηση με την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης στο χώρο των ΜΜΕ και ειδικά του Τύπου προσγειώθηκα στην ελληνική πραγματικότητα εφόσον το συγκεκριμένο νομοσχέδιο περιλαμβάνει άρθρα που καλύπτουν κι άλλες πολιτικές ανάγκες της κυβέρνησης. Στο άρθρο 56 του νομοσχεδίου η υπουργός Εργασίας προσπαθεί να μας πείσει για τις φιλεργατικές της διαθέσεις και πως δεν ευθύνεται για τη δημιουργία της γενιάς των 360 ευρώ με την προσθήκη του ακόλουθου εδαφίου: «Επίσης θεωρείται μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας η αξιόλογη καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του εργαζομένου από τον εργοδότη, ανεξαρτήτως της αιτίας της καθυστέρησης». Σε απλά ελληνικά μπορεί να είσαι θύμα σαν εργοδότης της προγραμματισμένης καθυστέρησης της εξόφλησης των οφειλών του Δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα ή της δυσλειτουργίας του τραπεζικού συστήματος ή της κατάρρευσης ολόκληρων κλάδων όπως είναι τα ΜΜΕ ή της πολυσυζητημένης πετρελαιοκηλίδας αλλά αυτό είναι δικό σου πρόβλημα.

Στο άρθρο 57 του ίδιου νομοσχέδιου προσφέρονται νέες φορολογικές απαλλαγές όχι απλά στις μονές του Αγίου Όρους αλλά «για ακίνητά τους κείμενα εντός ή εκτός αυτού».

Με τέτοια κυβερνητικά μυαλά και τέτοια πολιτική ιδιοτέλεια σε όλα τα ζητήματα είναι πρακτικά αδύνατον να έρθει ουσιαστική στήριξη των ΜΜΕ και ειδικά του Τύπου μέσα από νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης.

Ο αυστηρός έλεγχος των δαπανών, η όσο το δυνατόν καλύτερη εμπορική πολιτική, η βελτίωση της ύλης, η αντιμετώπιση προβλημάτων διανομής, η ενίσχυση της παρουσίας στο διαδίκτυο, η καλύτερη σύνδεση με την τοπική κοινωνία και τις δυναμικές επιχειρήσεις της περιοχής, η βελτίωση της χρηματοδότησης με τις σωστές κινήσεις, κατάλληλες συμμαχίες και συνεννοήσεις με τις τράπεζες, οι συγχωνεύσεις όπου το επιτρέπουν οι συνθήκες είναι αυτά που είστε υποχρεωμένοι να διαχειριστείτε στη διάρκεια των επόμενων χρόνων μέχρις ότου υπάρξει ουσιαστική βελτίωση της κατάστασης και της προοπτικής της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτό τον αγώνα ο καθένας μας θα κάνει ό,τι μπορεί. Εγώ είμαι στο πλευρό σας γιατί θεωρώ ότι παίζετε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ελληνικής κοινής γνώμης, γι’ αυτό δημοσιεύω άρθρα μου σε δώδεκα εφημερίδες που εκδίδονται εκτός της περιοχής της πρωτεύουσας κάθε εβδομάδα. Στη «Μακεδονία», την «Πελοπόννησο», την «Ελευθερία», την «Ελευθερία»  του νομού Μεσσηνίας, στον «Λαμιακό Τύπο», στη «Νέα Εγνατία», την εφημερίδα «Πατρίς», στα «Ρεθεμνιώτικα Νέα», στη «Ροδιακή», στον «Πρωινό Λόγο» και στη «Φωνή της Ξάνθης».

Διαφορετική προσέγγιση

Όταν με το καλό αποκτήσω τη δυνατότητα να αναπτύξω νομοθετικές πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κρίσης στο χώρο των ΜΜΕ και ειδικά του Τύπου θα κινηθώ με βάση τις ακόλουθες προτεραιότητες:

• Διασφάλιση των βασικών ασφαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζόμενων στα ΜΜΕ με έλεγχο της διαδικασίας συρρίκνωσής τους

• Διαγραφή οφειλών ΦΠΑ που αποδεδειγμένα οφείλονται στην μη καταβολή του ΦΠΑ από εκείνους που δεν πλήρωσαν τις διαφημιστικές καταχωρήσεις

• Παροχή κινήτρων για συγχωνεύσεις επιχειρήσεων ΜΜΕ ιδιαίτερα σε περιφερειακό, τοπικό επίπεδο

• Νομοθέτηση της απεμπλοκής μικρών και μεσαίων εκδοτών με τις διευκολύνσεις που εξασφάλισε η κυβέρνηση Τσίπρα σε μεγάλους εκδότες, όπως ο Μπόμπολας και ο Ψυχάρης

• Δέσμευση ευρωπαϊκών κονδυλίων και της αναγκαίας συμπληρωματικής τραπεζικής χρηματοδότησης για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη στο διαδίκτυο των περιφερειακών και τοπικών ΜΜΕ

• Ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση της αύξησης των διαφημιστικών δαπανών των επιχειρήσεων για ένα διάστημα 3-4 ετών, μέχρις ότου αποκτήσει ικανοποιητική δυναμική η ελληνική οικονομία

Φιλοδοξία μου είναι να λειτουργήσουν καλύτερα τα ΜΜΕ και ειδικά ο Τύπος, όχι η επιβολή πολιτικού, κομματικού ελέγχου. Η άποψή μου είναι ότι όσο προσπαθείς να επιβάλλεις έλεγχο στα ΜΜΕ τόσο πιο πολύ δυσκολεύεσαι στην ανάπτυξη μιας ολοκληρωμένης και αξιόπιστης επικοινωνιακής στρατηγικής.

 

   

Αθλητικά