Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

«Πολιτικό στρουθοκαμηλισμό και λαϊκισμό» καταλόγισε στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ο Γ. Γεραπετρίτης

Για πολιτικό στρουθοκαμηλισμό, λαϊκισμό και κυβιστήσεις κατηγόρησε τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης, απαντώντας κατ' ουσίαν στο χθεσινό χαρακτηρισμό («πολιτικός απατεώνας») που ο Αλέξης Τσίπρας προσέδωσε στον πρωθυπουργό. Η κοινωνία δεν ακούει τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος «απευθύνεται σε ένα πολύ μικρό ποσοστό, που θεωρεί ότι μπορεί να επενδύει πάνω στο φόβο και την ανησυχία», είπε ακόμη ο υπουργός Επικρατείας σε συνέντευξή του στο «Θέμα FM», ενώ για τα ελληνο-τουρκικά ξεκαθάρισε με τα τουρκικά πλοία έξω «δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση να υπάρχει συζήτηση».

Ξεκινώντας από τη συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, ο υπουργός Επικρατείας παρατήρησε κατ' αρχάς ότι «εδώ υφίσταται και ένα ζήτημα αντιληψιμότητας των πραγμάτων: άκουσα χθες -γιατί βρέθηκα στη Βουλή και ορισμένες φορές ήταν μια βία να βρίσκεσαι για τόσες ώρες και να ακούς τέτοια πράγματα- ζητήματα εκ μέρους της αξιωματικής αντιπολίτευσης, όπως ότι ο πρωθυπουργός είναι πολιτικός απατεώνας επειδή, ενόσω υποσχέθηκε ανάπτυξη, έφερε μια ύφεση της τάξης του 15%. Άκουσα ότι οι ακραίες θεωρίες καλλιεργούνται επειδή υπάρχει αντιφατική πολιτική στην κυβέρνηση. Δηλαδή πέρα από τα δεδομένα που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν, υπάρχει και μια αντίληψη επί των δεδομένων, που είναι πραγματικά εξωφρενική», ανέφερε και, κορυφώνοντας την κριτική του προς το πρόσωπο του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντέτεινε ότι όλη την Ευρώπη έχει ύφεση 20% και πάνω, και η Ελλάδα 15%, παρά την εξάρτηση από το τουρισμό. Συνεπώς, «το να έρχεσαι και να χαρακτηρίζεις πολιτικό απατεώνα τον Μητσοτάκη επειδή με τη φυσιολογική ροή των πραγμάτων θεωρούσε και υποσχέθηκε ότι θα πάμε σε ανάπτυξη, είναι απλώς ένας πολιτικός στρουθοκαμηλισμός».

 

Σε «αδιέξοδη εσωστρέφεια» ο Α. Τσίπρας

Και συνέχισε: «Τι να απαντήσεις; (σ.σ. στο χαρακτηρισμό περί πολιτικού απατεώνα), όταν έχεις (σ.σ. ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ) πλήρη άγνοια των πολιτικών δεδομένων των πραγμάτων. Ο κ. Τσίπρας έχει πάρει μια αδιέξοδη εσωστρέφεια στα πράγματα, αυτήν τη στιγμή αυτό το οποίο τον αφορά, είναι το εσωτερικό του ακροατήριο, δεν απευθύνεται στην κοινωνία, η οποία δεν τον ακούει. Απευθύνεται σε ένα πολύ μικρό ποσοστό, που θεωρεί ότι μπορεί να επενδύει πάνω στο φόβο και την ανησυχία».

Μάλιστα ο Γ. Γεραπετρίτης κατηγόρησε τον Α. Τσίπρα ότι «κάνει αυτές τις κυβιστήσεις, στις οποίες είναι ειδικός», επαναλαμβάνοντας και εκείνος, μετά τον πρωθυπουργό χθες, παλαιότερες δηλώσεις του αρχηγού της μείζονος αντιπολίτευσης: «Τον Μάιο και τον Απρίλιο ο κ. Τσίπρας έλεγε ότι θα πρέπει να ανοίξουμε γρήγορα τον τουρισμό, (ότι) κλείσαμε πολύ εγκαίρως τα σχολεία ενόσω έπρεπε ακόμη να τα αφήσουμε ανοιχτά -έλεγε τα ακριβώς αντίθετα από εκείνα τα οποία σήμερα ισχυρίζεται. Είναι προφανές ότι εκείνο το οποίο κάνει, είναι να επενδύει πάνω στην εύλογη ανησυχία των πολιτών για οτιδήποτε προκύπτει. Αυτό όμως δεν είναι πολιτική υπευθυνότητα, είναι ένας απλός λαϊκισμός. Δυστυχώς εγώ διαπίστωσα και χθες ότι ο λαϊκισμός είναι ένας βάκιλος, ο οποίος μεταλλάσσεται και επιβιώνει διαρκώς με άλλη μορφή, αλλά πάντως επιβιώνει. Δυστυχώς αυτού του τύπου η πολιτική δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια πραγματικά υπεύθυνη εθνική στάση σε ό,τι αφορά τα κομμάτια της διαχείρισης του ιού».

 

«Όχι» σε Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών

Μιλώντας στη συνέχεια για το θέμα των ελληνο-τουρκικών σχέσεων ο υπουργός Επικρατείας παρατήρησε εισαγωγικώς ότι «στα εξωτερικά ζητήματα -και θα το πω μετά λόγου γνώσεως- έχουμε τη μεγαλύτερη ενημέρωση που είχαν ποτέ πολιτικοί αρχηγοί και πολιτικοί φορείς την τελευταία δεκαετία. Είμαστε διαρκώς σε επικοινωνία μαζί τους».

Όμως, πρόσθεσε, «όταν αναβαθμίζεις (σ.σ. τη συζήτηση) σε επίπεδο Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, πρώτον δημιουργείται ένα ζήτημα λογοδοσίας και δεύτερον, πόσο θετικό θα ήταν όταν βρισκόμαστε σε πολύ δυναμική φάση εξέλιξης των εξωτερικών, να φτάσουμε να συζητάμε όλοι μαζί ανοιχτά για ζητήματα ιδιαιτέρως λεπτά και διπλωματικά;», διερωτήθηκε για να συμπληρώσει: «Η σωστή και υπεύθυνη στάση είναι να ενημερώνονται οι πολιτικοί φορείς, να ενημερώνεται -όταν έρχεται ο καιρός- και η Βουλή, αλλά το ότι η υπεύθυνη κυβέρνηση θα πρέπει να ασκεί την πολυμερή διπλωματία που μας έχει οδηγήσει σε αυτού του τύπου τη διπλωματική ισχύ, είναι θέμα ευθύνης της κυβέρνησης. Δεν είμαι υπέρ της διάχυσης της ευθύνης, βεβαίως θα υπάρχει διαφάνεια όταν πρέπει να ανακοινώνονται πράγματα αλλά αυτού του τύπου ο καταμερισμός της ευθύνης δεν βοηθά στα εθνικά».

 

Προβληματική η χρονική διάρκεια της κρίσης

Παραλλήλως επεσήμανε ότι είναι προφανές ότι η Τουρκία αντιλαμβάνεται πως «για πρώτη φορά βρίσκεται σε μια σοβαρότατη θέση ήσσονος ισχύος, και διπλωματικά και επιχειρησιακά. Δεν ήταν αυτό που ανέμενε η Τουρκία, καταλαβαίνουμε όλοι ότι έχει επιμηκυνθεί σε χρόνο η παρούσα κρίση. Το μεγάλο πρόβλημα τώρα είναι ότι βρισκόμαστε ήδη περίπου ένα μήνα σε αυτού του τύπου την ένταση και, όταν βρίσκεσαι για πολύ χρόνο σε μια διεθνή ένταση, καθίσταται όλο και πιο δύσκολη η αποσυμπίεση, γιατί τροφοδοτείς υπερβολικά πολύ τον εχθροπαθή λόγο, δημιουργείς μεγαλύτερες προσδοκίες στο εσωτερικό σου ακροατήριο. Άρα, είναι πολύ δυσκολότερη η ευπρεπής διέξοδος, σήμερα ο Ερντογάν έχει ο ίδιος φέρει τον εαυτό του σε μια δυσκολότερη θέση αποσυμπίεσης».

«Από την άλλη», επέμεινε ο υπουργός, «έχουμε τη διπλωματική πραγματικότητα, ουσιαστικά εμείς έχουμε κερδίσει όλα τα διπλωματικά ερείσματα, δεν έχει απομείνει κάτι στην Τουρκία. Είναι προφανές ότι για δικούς τους λόγους και στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι επιμέρους χώρες θέλουν να υπάρχει αποσυμπίεση, κανείς δεν επιθυμεί να υπάρχει αυτού του τύπου η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο».

Και ξεκαθάρισε με έμφαση, «δεν υπάρχει περίπτωση να πληρώσει η Ελλάδα το λογαριασμό, η Ελλάδα έχει μια πάρα πολύ ξεκάθαρη στάση, η οποία δεν τίθεται εν αμφιβόλω υπό καμία εκδοχή. Εμείς έχουμε μία και μόνη σαφή θέση, ότι θέλουμε το διάλογο αλλά συζήτηση υπό καθεστώς πίεσης και εκβίασης δεν πρόκειται να γίνει. Άρα, το ένα ζήτημα που εμείς θέτουμε ως “ κόκκινη” γραμμή, είναι να σταματήσει αμέσως η οποιαδήποτε πίεση ασκείται στην περιοχή. Είναι προφανές ότι, όταν θέλεις να συζητήσεις για τις θαλάσσιες ζώνες -γιατί περί αυτού πρόκειται, όταν μιλούμε για διάλογο- δεν μπορεί την ίδια στιγμή να έρχεσαι και να προκαταλαμβάνεις τη συζήτηση, έχοντας έξω ερευνητικά (σκάφη). Αντιλαμβάνονται όλοι, και στην Ευρώπη και στην Ατλαντική Συμμαχία, ότι με τον Ερντογάν έξω δεν υπάρχει καμία απολύτως περίπτωση να υπάρχει συζήτηση. Το ζήτημα είναι πώς για εκείνον θα υπάρχει μια ευπρεπής διέξοδος στο αδιέξοδο που ο ίδιος έχει παραγάγει, έτσι ώστε να μπορεί να έλθει χωρίς να αισθάνεται ότι είναι πληγωμένο το “ εγώ” του».

Στο ερώτημα, τέλος, για το ενδεχόμενο σύγκλησης πολυμερούς διάσκεψης, ο Γ. Γεραπετρίτης απάντησε ως εξής: «Δεν είμαι σίγουρος ότι η πολυμερής (διάσκεψη) είναι κάτι το οποίο έχει στο μυαλό του ο Τούρκος Πρόεδρος. Υπό μία εκδοχή, θα ήταν μια δυνατή λύση, όλοι οι εμπλεκόμενοι στην περιοχή θα μπορούσαν να καθίσουν γύρω από ένα τραπέζι. Δεν θεωρώ ότι με τον τρόπο αυτό θα παραχθεί ωφέλιμο αποτέλεσμα, διότι όσοι περισσότεροι βρίσκονται στη συζήτηση, τόσο μεγαλύτερες είναι οι αντιδράσεις και οι εθνικές υπερεξάρσεις. Αλλά το μεγάλο πρόβλημα στην περίπτωση αυτή είναι η Κύπρος. Μια πολυμερής που θα αφορά την Ανατολική Μεσόγειο, αυτονόητα θα πρέπει να περιλαμβάνει και την Κύπρο. Δεδομένου του γεγονότος ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία είναι κάτι το οποίο θα έφερνε σε αδιέξοδο επί της αρχής την όποια προετοιμασία μιας τέτοιας πολυμερούς. Δεν είμαι καθόλου αντίθετος σε μια τέτοια διάσκεψη, αλλά με κανέναν τρόπο η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να δεχθεί μια πολυμερή χωρίς την παρουσία της μόνης νόμιμης κυβέρνησης στην Κύπρο, η οποία και αυτονοήτως, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα πρέπει να είναι αυτομάτως παρούσα».

 

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ