Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Τα Γύφτικα Λαμίας ή Σλα μαχαλάς • Η ιδιαίτερη συνοικία της πόλης (α’ μέρος)



Γράφει ο Κωνσταντίνος Αθαν. Μπαλωμένος, Φυσικός

 

Πρόλογος
Είναι η πλέον χαρακτηριστική συνοικία της Λαμίας. Το όνομα που της δόθηκε από τους γηγενείς είχε προφανώς ρατσιστικό χαρακτήρα, εφόσον τόνιζε τη διαφορετικότητα του χρώματος των ανθρώπων αυτής. Ήταν πιο μελαμψοί, ή λίγο μαυρούληδες. Δεν έχουν καμία σχέση με τους τσιγγάνους που μετακινούνται συνεχώς. Είναι από αιώνες μόνιμα εγκατεστημένοι στη νότιο-ανατολική πλευρά του λόφου του Κάστρου και έζησαν αρμονικά με τους άλλους Λαμιώτες.
Στην παρούσα εργασία, έχει συγκεντρωθεί το υπάρχον και περιορισμένο υλικό, ώστε να αποδοθεί σε ενιαία μορφή. Η προσπάθεια αυτή όπως σε άλλες εργασίες του γράφοντος θα παρουσιαστεί με όσο γίνεται συνοπτικό και περιεκτικό τρόπο.

  1. Πιθανή προέλευσηΧρόνος εγκατάστασης

 

Οι άνθρωποι που από αιώνες κατοίκησαν στην ανατολική πλευρά της Λαμίας, στην πλαγιά του λόφου, κάτω απ’ το Κάστρο είχαν το διαφορετικό γνώρισμα του χρώματος. Ήταν περισσότερο μελαχρινοί ή μελαμψοί σε σχέση με τους άλλους κατοίκους. Η λέξη που τους αποδόθηκε από παλιά ήταν “Γύφτοι”. Είναι άγνωστο πότε και από πού ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στη Λαμία. Όμως αυτοί οι Γύφτοι της Λαμίας δεν έχουν καμία σχέση με τους περιπλανώμενους Τουρκόγυφτους που στήνουν τα τσαντίρια τους έξω από τις πόλεις.

Αυτοί οι ίδιοι δεν είναι σε θέση να μας δώσουν κάποια πληροφορία που να προέρχεται από την προφορική τους παράδοση. Ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή φυλή και οι ρίζες τους βρίσκονται κάπου στις Ινδίες. Δεν είναι γνωστή η διαδρομή που ακολούθησαν μέχρι να βρεθούν στη Λαμία.

Γράφτηκε (Κων. Φλώρος) ότι οι Γύφτοι πρωτοεμφανίστηκαν στη Λαμία κατά τους χρόνους των σταυροφοριών και ότι προήλθαν από τη Μεθώνη, στην οποία η φυλή τους έφτασε κατά την ίδια εποχή, προερχομένη από την Αίγυπτο. Επίσης έχει γραφεί (Δημ. Γαρδίκης) ότι προήλθαν από την Αίγυπτο, από όπου και η ονομασία (με σύνθλιψη της λέξης) Αιγύπτιοι - Γύπτιοι - Γύφτοι. Δεν υπάρχει επιβεβαίωση.

Ο Κων. Μπίρης στο έργο του “Ρωμιοί γύφτοι”, σελ. 15, υποστηρίζει ότι οι γύφτοι της Λαμίας είναι Αιγύπτιοι χριστιανοί, καταδιωχθέντες από τους Άραβες κατά τα μέσα του 9ου αι. και ιδίως κατά τα τέλη του 10ου αι., μερικοί από τους οποίους ήρθαν στη Λαμία και ότι απ’ αυτούς η πόλη ονομάστηκε Ζητούνι. Η άποψη αυτή δεν είναι ορθή, επειδή από καμία πηγή δεν βεβαιώνεται ότι οι γύφτοι προήλθαν από την Αίγυπτο, η δε μετονομασία της πόλης από Λαμία σε Ζητούνι έγινε το 869, για άγνωστους προς το παρόν λόγους

Η συνοικία τους έφερε από παλιότερα το όνομα Σλα μαχαλάς. Έγινε προσπάθεια να εξηγηθεί η προέλευση και σημασία της λέξης. Σύμφωνα με το Γεώρ. Πλατή, “Σλα μαχαλάς” σημαίνει συνοικία του Κάστρου, η δε λέξη “Σλα” είναι ελληνική παραφθορά της τουρκικής λέξεως Κουλάς1, που σημαίνει πύργο ή φρούριο, οι δε Λαμιώτες για ευκολία προφοράς την άλλαξαν σε Σουλάς ή Σλας. Άλλη άποψη (Δημ. Γαρδίκης) θεωρεί ότι η λέξη “Σλα” είναι παραφθαρμένη από την Αγγλική2 λέξη “Σλαμ”, που σημαίνει τους άστεγους, τρωγλοδύτες. Είναι προφανές ότι αυτή η άποψη είναι τελείως λανθασμένη.

 

 

  1. Αναφορές των περιηγητών στο 19ο αι. – Πιθανή εξήγηση

 

Ο περιηγητής3 Έντουαρντ Ντάνιελ Κλαρκ, πέρασε από το Ζητούνι (όπως λεγόταν τότε η Λαμία) το 1801. Έχει ενδιαφέρον η αναφορά του. Έγραψε ότι :

“… Οι κάτοικοι είναι Τούρκοι και Έλληνες. Δεν θα μπορούσαμε να μην προσέξουμε την πολύ μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα στις Αλβανίδες γυναίκες του Ζητουνίου με εκείνη των γυναικών της Ινδίας, τις οποίες είχαμε δει με το στρατό μας στην Αίγυπτο. Μοιάζουν με την Ινδοευρωπαϊκή φυλή, που ονομάζονται Γύφτοι στην Αγγλία …”.

Ο Ιταλός περιηγητής Σιμόνε Πομάρντι, πέρασε το 1805 και έγραψε :

“… Το Ζητούνι κατοικείται από 3.000 κατοίκους, από τους οποίους μόνο το 1/10 είναι Τούρκοι και πολλοί Αλβανοί”.

Ο Πρόξενος της Γαλλίας στον Αλή Πασά, που περιηγήθηκε την Ελλάδα έγραψε ότι κατά την γενομένη τουρκική απογραφή το έτος 1910, η Λαμία κατοικείτο από 1.060 οικογένειες τουρκικές, 700 οικογένειες ελληνικές και 50 οικογένειες Βοημών, συνολικά 1.810 οικογένειες, ήτοι 9.000 περίπου κατοίκους.

Ο περιηγητής Αργύρης Φιλιππίδης πέρασε το 1815 και έγραψε :

“… Το Ζητούνι είναι μια πολιτεία ωραιοτάτη … κατοικείται από Χριστιανούς και Οθωμανούς”. “Είναι εις δύο λόφους στολισμένους από σπίτια … ο ένας λόφος ως δύσιν είναι σπίτια των Οθωμανών, ο άλλος κατά ανατολάς είναι όλο σπίτια Χριστιανών …”

Ο περιηγητής Χάμπο Λόλινγκ πέρασε το 1876 και έγραψε :

« … οι Χριστιανοί κατοικούσαν στο λόφο του Κάστρου και οι κυρίαρχοι Τούρκοι στην κάτω πόλη και στην άκρη του δυτικού λόφου …», “στο βόρειο κομμάτι της πόλης, όπου ακόμα τώρα απλώνονται οι κήποι, κυριαρχούσαν οι Τούρκοι. Εδώ ζούσαν οι Νέγροι, έτσι πιστεύει κανείς, επειδή αυτό το μέρος της πόλης ονομαζόταν ακόμα και σήμερα Αραπομαχαλάς, δηλαδή συνοικία των Νέγρων.”

Από τις παραπάνω πληροφορίες έχουμε τη βεβαιότητα των 50 Βοημών οικογενειών, την ύπαρξη κάποιων οικογενειών Αλβανών και τη συνοικία αραπομαχαλάς. Επιπλέον να αναφέρουμε ότι (Σπύρ. Λάμπρου) από έρευνες αποδείχτηκε ότι οι ανέστιοι ατσίγγανοι ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή των γλωσσών ολομέλεια και κατάγονται από τις Ινδίες. Η μετοίκησή τους στην Ευρώπη έγινε κατά το 13ο αι. και εισήλθαν πρώτα στη Βεσσαραβία και στη Βλαχία.

Από εκεί (Γ. Πλατής) φαίνεται ότι εισήλθαν και στην Ελλάδα μαζί με Αλβανούς εποίκους, κατά τα μέσα του 14ου αι. Τέτοιους συνοικισμούς ατσίγγανων βρίσκουμε στην Πελοπόννησο, στην Ήπειρο, στην Εύβοια, στη Στερεά Ελλάδα και στην Κέρκυρα4, όπου μάλιστα αποτέλεσαν τιμάριο υπαγόμενοι σε Βενετό βαρώνο.

Ο Γ. Πλατής διακινδυνεύει τη γνώμη ότι αυτοί ήρθαν από την Ήπειρο μαζί με Αλβανούς έποικους, αν κρίνει κανείς όσα αναφέρει ο περιηγητής Κλαρκ. Ο περιηγητής αυτός ονομάζει Αλβανίδες, γυναίκες που κυκλοφορούσαν στην πόλη, για τις οποίες έγραψε ότι μοιάζουν με τη φυλή των τσιγγάνων, δηλαδή ήταν μελαμψές, ενώ οι Αλβανοί είναι λευκή φυλή. Ίσως ο περιηγητής τις ονόμασε Αλβανίδες, επειδή πληροφορήθηκε ότι οι γυναίκες αυτές είχαν έρθει από την Αλβανία (την Ήπειρο). Εξάλλου είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι Αλβανοί ήρθαν στη Λαμία, εφόσον στη Φθιώτιδα από το 15ο αι. υπήρχαν φατρίες5 αλβανικές.

Αυτές οι προαναφερθείσες 50 οικογένειες Βοημών6 (γύφτων) έγιναν με την πάροδο του χρόνου πολλές οικογένειες, οι οποίες αποτέλεσαν ιδιαίτερη συνοικία στο ανατολικό τμήμα της Λαμίας, που ονομάστηκε Γύφτικα, ή Σλα μαχαλάς ή αραπομαχαλάς. Οι ονομασίες αυτές μεταγενέστερα δεν ανταποκρίνονταν πλέον στα πράγματα, εφόσον στη συνοικία αυτή εγκαταστάθηκαν και διαμένουν κι άλλες οικογένειες, που δεν ανήκουν στη φυλή αυτή.

 

 

  1. Κοινωνικά στοιχεία της Συνοικίας στα προπολεμικά χρόνια

 

Σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας, η Λαμία έζησε στην αφάνεια και τη φτώχεια. Το εμπόριο ήταν στα χέρια των Τούρκων, όπως και η γεωργική παραγωγή. Οι Έλληνες κατοικούσαν στη νότια πλευρά του λόφου του Φρουρίου, ενώ οι Τούρκοι έμεναν μέσα στο φρούριο και στην ανατολική πλευρά του δυτικού λόφου, για να επιβλέπουν τους Έλληνες.

Οι μονίμως εγκατεστημένοι στην πόλη Έλληνες γύφτοι, διέμεναν κάτω από το φρούριο και προς το νοτιοανατολικό μέρος του λόφου, αποτελώντας ιδιαίτερη συνοικία, τα Γύφτικα ή Σλα μαχαλάς ή αραπομαχαλάς. Στη Λαμία, όπου οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από πηγάδια και είχαν ελάχιστες κοινόχρηστες βρύσες, αντίθετα αυτοί είχαν πηγαίο νερό από τη βρύση του Σλα.

Τα σπίτια τους ήταν πολύ μικρά, χαμοκέλες, αλλά κάλυπταν τις ανάγκες της ζωής τους, έστω και δύσκολα. Έκαναν πολλά παιδιά κι όλα κοιμόντουσαν σε μια μικρή κάμαρα. Το ντύσιμο ήταν συνήθως αποφόρια των άλλων και μπαλωμένα. Τα παιδιά παλιότερα περπατούσαν ξυπόλυτα. Νερό στο σπίτι δεν υπήρχε και το έφερναν από τη βρύση, κοντά στο μικρό Ναό του Αγ. Γεωργίου.

Έκτισαν και δική τους εκκλησία, τον Άγιο Γεώργιο, που τον θεωρούν προστάτη τους, αν και στη συνοικία τους υπήρχε ο Ι. Ν. των Αγίων Θεοδώρων, στον οποίο και εκκλησιάζονται. Ο Ι. Ν. Αγ. Γεωργίου είναι μικρός ναός (παρεκκλήσι) και υπάγεται στον ενοριακό Ι. Ν. των Αγ. Θεοδώρων.

Από προσωπική μελέτη7 του υλικού των Βιβλίων του Ι. Ν. Αγίων Θεοδώρων, κατά την περίοδο 1912-1950, αντλήθηκαν τα παρακάτω συμπεράσματα :

(α) Από 737 συνολικά άτομα της συνοικίας-ενορίας, τα 465 ήταν γηγενείς κάτοικοι (63 %). Οι υπόλοιποι μετοίκησαν εδώ από άλλα μέρη ή ήταν πρόσφυγες.

(β) Έκαναν πολλά παιδιά, αλλά η παιδική θνησιμότητα ήταν μεγάλη. Τα μισά παιδιά πέθαιναν πριν γίνουν ενός έτους.

(γ) Από την πανδημία της ισπανικής γρίπης του 1918, πέθαναν 250 άτομα περίπου στη συνοικία.

(δ) Την περίοδο της Κατοχής και συγκεκριμένα τα έτη 1942 και 1943 πέθαναν πολλοί (κυρίως ηλικιωμένοι και μωρά) από κρύο και από διατροφικό έλλειμμα (πείνα).

(ε) Παρά τη φτώχεια και τα περιορισμένα οικονομικά των ανθρώπων, βρέθηκαν 10 άτομα (κυρίως γυναίκες) που έφτασαν και πέρασαν τα 100 χρόνια ζωής. Αναφέρουμε π.χ. την Παναγιώτα Μπακούμη (1878–1979), που γεννήθηκε στη Λαμία κι έζησε 101 χρόνια.

(στ) Την περίοδο 1914-20 καταγράφηκε ο μεγαλύτερος αριθμός νόθων παιδιών στη συνοικία-ενορία. Ήταν 18 παιδιά. Πιθανή εξήγηση αυτού είναι η απουσία των ανδρών λόγω στράτευσης.

(ζ) Από τη φυματίωση πέθαναν 71 άτομα (ποσοστό 10 % περίπου της συνοικίας).

 

Από την παιδική ηλικία, το μελαμψό τους χρώμα, τούς έκανε να νιώθουν διαφορετικοί και μειονεκτικοί απέναντι στους άλλους ντόπιους. Νόμιζαν, ότι με το σαπούνι θα φύγει το χρώμα. Μέχρι το 1940 παντρεύονταν άτομα από τη Συνοικία (ενδογαμία) και γι’ αυτό παρέμεναν πιο μαύροι (μελαμψοί) στο χρώμα. Μετά, έπαιρναν γυναίκες από χωριά και τα παιδιά τους κι εγγόνια τους έχουν πιο ανοιχτό χρώμα.

Οι γυναίκες του Σλα ήταν πολύ καθαρές, άριστες νοικοκυρές. Τα σπίτια τους, τα πεζούλια, οι γλάστρες με λουλούδια ήταν όλα ασβεστωμένα κι όμορφα. Τα κορίτσια της συνοικίας τα προστάτευαν και γινόταν φασαρία αν κάποιος τα πείραζε και τον έδιωχναν. Μερικές γυναίκες ήξεραν ξεμάτιασμα, διάβαζαν το φλιτζάνι, έριχναν τα χαρτιά, γιάτρευαν από αρρώστιες σε παιδιά και σε ζώα. Μερικές γυναίκες του Σλα δούλεψαν κάποιο διάστημα στα δημοτικά ουρητήρια. Εκεί έπαιρναν φιλοδώρημα από τους επισκέπτες.

Τα μικρά παιδιά ξεκινούσαν το δημοτικό σχολείο. Έπρεπε όμως να βοηθήσουν την οικογένεια και αφού έμεναν στην ίδια τάξη, τελικά παρατούσαν το σχολείο. Έτσι έκαναν παράλληλα πολλές δουλειές. Γυάλιζαν παπούτσια, πουλούσαν φιστίκια, πήγαιναν με γραμμόφωνο σε πανηγύρια, στη γύρα με λατέρνα και ντέφι, μερικοί έπαιζαν καραμούζα με τη γκαμήλα και πάντα όταν μεγάλωναν ήταν αχθοφόροι (χαμάληδες), ή εργάτες στα νταμάρια, ή όπου έβρισκαν δουλειά. Είχαν μαζί τους τριχιά για να δένουν τα μεταφερόμενα πράγματα στην πλάτη τους και τα άλλα τα κρατούσαν στα χέρια. Κανείς τους δεν είχε καροτσάκι για τη μεταφορά (ο Καραμέλας8 μόνο απέκτησε από τη δεκαετία του ’60).

Κάποιο βράδυ Σαββάτου ή Κυριακής, η οικογένεια μπορούσε να πάει σε ταβέρνα να φάει, να πιει και να διασκεδάσει. Οι άνδρες τα Σαββατοκύριακα ήταν συνήθως μεθυσμένοι.

Οι περισσότερες ταβέρνες του Σλα στεγάζονταν σε υπόγεια και κατέβαιναν με σκαλιά. Στη μέση ήταν η ψησταριά με κάρβουνα, όπου έψηναν κρασομεζέδες (μπακαλιάρο, ρέγγες, κ.ά.). Δύσκολα έβλεπε κανείς γύρω του απ’ τον καπνό και τα τσιγάρα (συνήθως ήταν χειροποίητα, στριφτά). Σε ξύλινα δοκάρια στηρίζονταν βαρέλια με κρασί (έγραφε επάνω τι είδους κρασί ήταν).

Επιπλέον στα βαρέλια έγραφαν επάνω :“Με την ώρα” (δηλ. πλήρωνες ένα ποσό για να πιείς όσο κρασί ήθελες ή μπορούσες στη διάρκεια μιας ώρας), ή “Με το μπότσι”, (δηλ. σερβίρονταν ποσότητα 1 οκά και 100 δράμια, που τη έλεγαν μπότσι9), αλλά ήταν φτηνότερο αν έπιναν το κρασί με την οκά. Οι φτωχότεροι δεν έπαιρναν μεζέ, αλλά έπιναν μόνο κρασί. Όσοι έπαιρναν μεζέ έπιναν ένα κατοστάρι (100 δράμια ή καρτούτσο), αλλά το έπιναν αργά. Γύρω στα μεσάνυχτα ήταν όλοι μεθυσμένοι. Ο ταβερνιάρης τους έδιωχνε για να κλείσει. Κάποιοι έβρισκαν το δρόμο για το σπίτι, ενώ άλλοι στο δρόμο όπου έπεφταν, εκεί κοιμόντουσαν.

Οι ταβέρνες μετά τον Ι.Ν. των Αγίων Θεοδώρων ήταν: στην οδό Εκκλησιών του Μπελεμέμη, και του Παπαρρηγόπουλου, στη γωνία των οδών Εκκλησιών και Λεβαδίτου ήταν του Βασίλη Χαρίλα και πιο κάτω ήταν η μπακαλοταβέρνα του Τάκη Χαρίλα. Τελευταία κατεβαίνοντας ήταν η ταβέρνα του Μυλωνά.

Ήταν κανόνας από παλιά, στις πολυπληθείς οικογένειες των χωριών, να αναγνωρίζουν κάποιον όχι από το ονοματεπώνυμό του, αλλά με το παρωνύμιο (παρατσούκλι). Το ίδιο γινόταν και στο Σλα. Ήταν άνθρωποι ήταν απλοί και διακριτοί χαρακτήρες, μερικοί ήταν γραφικοί τύποι, αλλά σχεδόν όλοι έπιναν πολύ. Κανείς τους δεν έκανε κακό. Από τα προπολεμικά χρόνια, αλλά και μετά οι παλιότεροι θυμούνται κάποια παρατσούκλια (ενδεικτικά, παρατίθενται μερικά).

Για τις δημοτικές εκλογές της Λαμίας, ο Σλας ήταν το εκλογικό κριτήριο. Ο μεγάλος αριθμός ψήφων ήταν ο σκοπός των υποψηφίων. Γι’ αυτό φρόντιζαν προεκλογικά, στους οπαδούς κάθε υποψηφίου δημάρχου, σε μια ταβέρνα στα Στενά της Λαμίας, να σερβίρεται10 δωρεάν φαΐ (μακαρόνια, πατάτες, φασόλια, ρεβίθια) και κρασί, όσο ήθελαν. Τους υπόσχονταν ότι θα δουλέψουν στο δήμο, στην καθαριότητα ή σε δημοτικά έργα. Στις επισκέψεις που έκαναν οι υποψήφιοι στις γειτονιές του Σλα, μετά την ομιλία, έριχναν πολλά κέρματα βροχή και … ποιος να τα πάρει πρώτος. Σίγουρα ήταν αθώοι, καλοί και αγαθοί άνθρωποι, που οι υποψήφιοι δήμαρχοι Λαμίας εκμεταλλεύονταν την ανάγκη για λίγα χρήματα, για φαΐ και πιοτό, εξαγοράζοντας την ψήφο τους.

Στην Κατοχή κάποιοι από τη συνοικία βγήκαν στο βουνό. Στα χρόνια του Εμφυλίου, νέα άτομα του Σλα τα αγγάρευε ο στρατός ή η Χωροφυλακή για να μεταφέρουν με ζώα διάφορα υλικά.

Οι κάτοικοι του Σλα ήταν πάντα πολύ ευσεβείς άνθρωποι και συμμετείχαν στις τελετουργίες, ιδιαίτερα στις μεγάλες γιορτές. Οι γυναίκες τηρούσαν τις νηστείες και τη μεγάλη Εβδομάδα βοηθούσαν στην προετοιμασία του Επιταφίου, στον Ι. Ν. Αγίων Θεοδώρων.

Αποβραδίς της Μ. Πέμπτης έφερναν πολλά άνθη και ξενυχτούσαν συμμετέχοντας - μετά τη Σταύρωση - με μοιρολόγια και δάκρυα στο θάνατο του ανθρώπου Ιησού. Οι άντρες επίσης αν και κακοντυμένοι, αξύριστοι και μερικοί μεθυσμένοι, παρευρίσκονταν μέχρι το επόμενο πρωί. Την επομένη, κατά την περιφορά του Επιταφίου ήθελαν ο δικός τους να περάσει πρώτος από την κεντρική πλατεία Ελευθερίας της Λαμίας, πριν από τον Επιτάφιο του Ι. Ν. Αγίου Νικολάου. Επίσης θεωρούσαν ότι ο δικός τους ήταν πιο όμορφα στολισμένος. Το σύνθημα και η χαρά των απλοϊκών ανθρώπων της συνοικίας ήταν : “Απάν’ Άη Θόδωρος, κάτ’ Αη Νικόλας”.

Το “μεγαλείο” των ανθρώπων του Σλα ήταν να πάει ένα Σάββατο όλη η οικογένεια στην ταβέρνα, να φάει, να πιεί και να διασκεδάσει. Τα τελευταία χρήματα δίνονταν στο ταξί που τους έφερνε στο σπίτι, αδιαφορώντας για το αύριο.

 

 

1 Υπάρχει και η λέξη Κούλια που σημαίνει πύργο, προέρχεται από την ίδια τουρκική λέξη Κουλάς. Είναι γνωστή κοντά και στα βόρεια της Λαμίας, επί της Όθρυος, υπάρχει η γνωστή τοποθεσία Παλιοκούλια, διότι θα υπήρχε εκεί φράγκικος ή τουρκικός πύργος κατοπτεύσεως.

2 Η αγγλική λέξη Slum σημαίνει φτωχογειτονιά.

3 Νικόλαος Δαβανέλος – Γεώργιος Σταυρόπουλος : “Λαμία, με τη γραφίδα των περιηγητών (1159-1940)”, Εκδόσεις ΟΙΩΝΟΣ, 2005, Λαμία.

4 Σπυρ. Λάμπρου : “Κερκυραϊκά ανέκδοτα – Περί του εν Κερκύρα τιμαρίου των ατσιγγάνων”.

5 W. Miller, “Η Ελλάς επί Φραγκοκρατίας”, σελ. 475-476.

6 Από τα γαλλικά είναι Bohéme = Βοημία και Bohémien = Βοημός, δηλ. τσιγγάνος (γύφτος). Η Βοημία βρίσκεται στην Τσεχία.

7 Κωνσταντίνου Αθ. Μπαλωμένου : “Η Συνοικία και ενορία των Αγίων Θεοδώρων Λαμίας (στο πρώτο μισό του 20ού αι.)”, περιοδικό ΦΘΙΩΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ 2006, σ. 143-184, Λαμία.

8 Στάθης Καραγκούνης.

9 1 μπότσι ήταν ίσο με 1 οκά και ¼ της οκάς.

10 Όμως στους φίλους και στα στελέχη του δημάρχου για φαΐ σέρβιραν κρέας !

Φωτογραφίες

    

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.
randomness