Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

Η ομιλία της Ευαγγελίας Δημοπούλου στα 18α Ανδρούτσεια «Η ζωή και η δράση του Οδυσσέα Ανδρούτσου»

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος υπήρξε ένας από τους επιφανέστερους αγωνιστές και στρατιωτικούς ηγέτες της Επανάστασης του 1821.
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1788 και ήταν γιος του επιφανούς αρβανίτη αρματολού της Ρούμελης Αντρέα Βερούση ή Καπετάν Ανδρούτσου και της Ακριβής Τσαρλαμπά, κόρης προεστού της Πρέβεζας. Η μητέρα του είχε καταφύγει στην Ιθάκη που βρίσκονταν στην κατοχή της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, για να γλιτώσει από τα αντίποινα των Οθωμανών, επειδή ο σύζυγός της είχε σχεδιάσει και είχε συμμετάσχει ενεργά το κίνημα του Λάμπρου Κατσώνη  . Εκεί βαφτίστηκε προς τιμήν του ομηρικού ήρωα, Οδυσσέα το 1792 από τη γυναίκα του Κατσώνη, Μαρουδιά, που για τον ίδιο λόγο με τη μητέρα του Οδυσσέα, είχε ζητήσει κι αυτή άσυλο στο νησί. Ο ίδιος, όμως, πάντα πατρίδα του θεωρούσε την πατρίδα του πατέρα του, τις Λιβανάτες Λοκρίδας.
Όταν ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων έμαθε πως ο φίλος του καπετάν Ανδρούτσος, είχε αποκεφαλιστεί από τους Τούρκους το 1797 και άφησε τον γιο του, τον πήρε κοντά του στην αυλή του στα Ιωάννινα. Η αυλή του Πασά της Ηπείρου αποτελούσε τότε σπουδαίο στρατιωτικό σχολείο, στο οποίο μαθήτευσαν αρκετοί Έλληνες αγωνιστές της επανάστασης. Εκεί ο μικρός Οδυσσέας έμαθε τα πρώτα γράμματα και να μιλάει ιταλικά και αρβανίτικα. Η σωματική του διάπλαση ήταν παροιμιώδης και κάποιος βιογράφος του γράφει, ότι «επήδα ως έλαφος, έτρεχεν ως ίππος και ίππευεν ως Κένταυρος».
Το 1816 ο Αλή Πασάς τον έστειλε ως αρματολό κοντά στα πατρογονικά χώματα, στη Λειβαδιά, αφού τον πάντρεψε πρώτα με την Ελένη Καρέλη και εκεί έμεινε ως τις παραμονές της Επανάστασης. Από το 1818 ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα. Τον Οκτώβριο του 1820, μετά από διαμάχη με τους τοπικούς άρχοντες, έφυγε και τον αντικατέστησε ο Αθανάσιος Διάκος.
Με το ξέσπασμα της Επανάστασης βρέθηκε αμέσως στις πρώτες γραμμές του Αγώνα και ανέλαβε να ξεσηκώσει τους Έλληνες της Ανατολικής Στερεάς. Στις 8 Μαΐου του 1821 κλείνεται με άλλους 117 πολεμιστές στο Χάνι της Γραβιάς και χαρίζει στην ελληνική ιστορία μία από τις πιο ένδοξες σελίδες, που τον επέβαλε ως τον στρατιωτικό αρχηγό της Ρούμελης. Η νίκη του Ανδρούτσου στη Γραβιά, ήταν κομβικής σημασίας για τον Αγώνα, αφού έσωσε την επανάσταση από βέβαιο κίνδυνο, καθώς ο Ομέρ Βρυώνης με 8.000 άνδρες βάδιζε ακάθεκτος , για να καταστείλει την επανάσταση στην Πελοπόννησο.
Το 1822 φθάνει στην Αθήνα και αναλαμβάνει τη διοίκηση του κάστρου της Ακρόπολης, με φρούραρχο τον Γιάννη Γκούρα. Στην Ακρόπολη έκανε διάφορα οχυρωματικά έργα και την εξασφάλισε με νερό που δεν υπήρχε. Στο μεταξύ, τα οθωμανικά στρατεύματα πλημμύρισαν εκ νέου τη Στερεά. Ο Ανδρούτσος, επειδή δεν είχε αρκετές δυνάμεις να αντισταθεί, αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει μαζί τους, με τα λεγόμενα «καπάκια». Τα «καπάκια» (προφορικές συμφωνίες), ήταν ένα τέχνασμα για να κερδίσει χρόνο, το οποίο όμως έδωσε τροφή στους εχθρούς, να τον κατηγορήσουν κυρίως κοτσαμπάσηδες της Ανατολικής Στερεάς και τον Ιωάννη Κωλέττη, που δεν έβλεπαν θετικά τη μεγάλη επιρροή που ασκούσε στο λαό.
Ο Ανδρούτσος, οργισμένος από τη συμπεριφορά των πολιτικών, παραιτείται και η κυβέρνηση στέλνει τον Νούτσο και τον Παλάσκα να τον αντικαταστήσουν. Υποψιαζόμενος ότι οι δύο απεσταλμένοι της κυβέρνησης έρχονται να τον σκοτώσουν, χάνει την ψυχραιμία του και με την ανοχή του οι άνδρες του τους σκοτώνουν. Ως αντίποινα ο Κωλέττης τον επικηρύσσει για 5.000 γρόσια και ο Υπουργός Εκκλησιαστικών επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ τον αφορίζει. Όμως, η έλευση του Δράμαλη αναγκάζει την κυβέρνηση να ανακαλέσει την επικήρυξη και τον αφορισμό του Ανδρούτσου, ο οποίος αναλαμβάνει ξανά δράση. Δεν κατορθώνει να εμποδίσει την κάθοδο του Οθωμανού πολέμαρχου στην Πελοπόννησο, αλλά η συμβολή του ήταν πολύ σημαντική, αφού ανέκοπτε τις εφοδιοπομπές και ενισχύσεις του εχθρού.
Μετά την αναχαίτηση του Δράμαλη, ο Ανδρούτσος επέστρεψε στην Αθήνα όπου και ίδρυσε δύο σχολεία καλώντας τον Κοραή από την Ευρώπη και τον Βάμβα από την Κεφαλλονιά να έρθουν να διδάξουν, χωρίς όμως να εισακουσθεί. Γρήγορα, νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις τον έκαναν να φύγει από την Αθήνα για την Ανατολική Ρούμελη. Τον Νοέμβριο του 1822 ηττάται από τον Κιοσέ Μεχμέτ στο Δαδί και παραλίγο να αιχμαλωτισθεί, ενώ τον Ιούλιο του 1823 ανακόπτει στη Βοιωτία την εκστρατεία του Γιουσούφ Περκόφτσαλη Πασά.
Ο ηρωισμός του και το προοδευτικό του πνεύμα, στάθηκαν αφορμή να θέλουν να τον γνωρίσουν όλοι οι Ευρωπαίοι φιλέλληνες που έφταναν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Με πολλούς από αυτούς συνεργάστηκε για διάφορα κοινωφελή έργα όπως με τον Λόρδο Βύρωνα και τον Άγγλο Έντουαρντ Τρελόνι, τον έκανε γαμπρό του, δίνοντάς του την ετεροθαλή αδελφή του Ταρσίτσα.
Η διαμάχη του και ο παραγκωνισμός του από τους αντιπάλους του ανάγκασαν τον καπετάνιο να πάρει τους άνδρες του και να έλθει στη Βοιωτία στις αρχές του 1825. Εκεί προέβη σε νέα «καπάκια» με τους Τούρκους, με σκοπό να εκβιάσει την κυβέρνηση, χωρίς όμως να προδώσει την επανάσταση. Οι εχθροί του βρήκαν μία ακόμη ευκαιρία να χαρακτηρίσουν την πράξη του αντεθνική και τον ίδιο προδότη. Η κυβέρνηση έστειλε εναντίον του ισχυρή στρατιωτική δύναμη, με αρχηγό τον παλαιό του φίλο Γιάννη Γκούρα, που από καιρό είχε γίνει ο προσωπικός του εχθρός.
Ο Οδυσσέας, αποφεύγοντας συστηματικά κάθε συμπλοκή με τα κυβερνητικά σώματα για να μη χυθεί αδελφικό αίμα, αποτραβήχτηκε στις Λιβανάτες. Ύστερα από μερικές μικροσυμπλοκές στις αρχές Απριλίου παραδόθηκε στον Γκούρα στις 7 Απριλίου 1825, με τη ρητή υπόσχεση ότι θα τον έστελνε στην Πελοπόννησο για να δικαστεί από τη Διοίκηση.
Ο Γκούρας, όμως, δεν κράτησε την υπόσχεσή του, φάνηκε ανακόλουθος στην δέσμευσή του και τον φυλάκισε στην Αθήνα, πάνω στην Ακρόπολη. Επειδή, στο μεταξύ, διαμαρτυρήθηκαν και ξεσηκώθηκαν διάφοροι αγωνιστές, με πρώτο τον Καραΐσκάκη, για την άδικη και κακή μεταχείριση του Ανδρούτσου, ο οποίος είχε προσφέρει τα μέγιστα στον Αγώνα. Έτσι, ο Καραϊσκάκης ζητούσε επίμονα να περάσει το συντομότερο δυνατόν από δίκη. Ο Γκούρας, εντελώς αυθαίρετα διέταξε να τον θανατώσουν στις 5 Ιουνίου του 1825.
Δυστυχώς ο μεγάλος ήρωας , είχε άδοξο τέλος, αφού έπεσε θύμα της εμφύλιας διαμάχης  και σκοτώθηκε από χέρι ελληνικό.
Για να καλύψουν το έγκλημά τους πέταξαν το πτώμα του στο λιθόστρωτου του Ναού της Απτέρου Νίκης και διέδωσαν πως ο φυλακισμένος προσπάθησε να αποδράσει και σκοτώθηκε. Τον έθαψαν προσωρινά στην εκκλησία της Σωτήρας στο Ριζόκαστρο. Η αλήθεια δεν άργησε να αποκαλυφθεί και η ιστορία τον αποκατέστησε ηθικά, τοποθετώντας τον ανάμεσα στους κορυφαίους ήρωες του της Ελληνικής Επανάστασης. Επίσης, και το κράτος τον δικαίωσε, αφού το 1865 έγινε με μεγάλη επισημότητα και στρατιωτικές τιμές η μετακομιδή των οστών του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, όπου σήμερα υπάρχει ο τάφος του.
Ευαγγελία Δημοπούλου
Ιστορικός - Αρχαιολόγος

 

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.

Μηνιαίο αρχείο ειδήσεων

randomness