ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: Περιπέτειες στις Θερμοπυλες.
Γράφει
ο Νίκος Ταξ. & Γεωρ. Δαβανέλλος
Περιπέτειες στις Θερμοπυλες.
David Urquhart (1805-1877) Σκωτσέζος περιηγητής
Μετάφραση Νίκος Ταξ. Δαβανέλλος-Αρχείο Γ. Σταυρόπουλου
Στις έξι εβδομάδες που έμεινα στη Λάρισσα, ταξίδεψα σχεδόν σε κάθε τμήμα της Θεσαλίας. Μερικές φορές συνοδευόμουν από έναν Καβάς, αλλά στα πιο επικίνδυνα μέρη πήγαινα εντελώς ολομόναχος. Οπουδήποτε πήξαινα, σε οποιαδήποτε κοινωνική τάξη, οποιαδήποτε φυλή και αν συναντούσα, παντού ένα πρωτόκολλο βρισκόταν μπροστά μου, αλλά στο νότο και στα νέα γειτονικά σύνορα, η εμφάνισή του ήταν απαίσια και η φωνή του απειλιτική. Στο Ζητούνι, όπου οι Τούρκοι είναι τρομεροί με την απειλή εκδίωξης, όπως και οι Έλληνες είναι στην Ακαρνανία, έκανε την εμφάνισή του ακόμα και πριν από τον ναργιλέ και τον καφέ.
Το Ζητούνι, η αρχαία πόλη της Λαμίας, είανι ένα πολύ ενδιαφέρον τόπος. Σε μια απόμονωμένη και ένδοξη περιοχή, βρίσκεται σε ένα λόφο που δεσπόζει της κοιλάδας του Σπερχειού, συνορεύοντας με τον «υψηλό προμαχώνα», ενός πολύφυλλου βουνού, την Οίτη. Ο Σπερχειός χύνεται στον Εύριπο ή στο δίαυλο που χωρίζει την Εύβοια από τη στεριά.
Κάθε βράδυ, στη διάρκεια της παραμονής μου στο Ζητούνι, συνήθιζα να συχνάζω σ’ ένα κιόσκι, κοντά στα ερείπια του Κάστρου, καπνίζοντας και συζητώντας πολιτικά με τους γεροντότερους, απολαμβάνοντας τη θαυμάσια σκηνή, στην οποία τα απόκρημνα βράχια των Θερμοπυλών ήταν άλλοτε στολίδι και θέλγητρο.
Ήμουν φιλοξενούμενος στο θαυμάσιο, αν και τώρα μισοδιαλυμένο παλάτι του Τεφίν Μπέη, ενός δεκαεννιάχρονου νεαρού, με τα πλέον τέλεια κλασικά χαρακτηριστικά, που είχα δει ποτέ σ’ ανθρώπινη ύπαρξη, τα οποία τονίζονταν περισσότερο εξ αιτίας του γούστου και της κομψότητας των εξαιρετικών ενδυμάτων του. Έδειχνε μεγάλη επιθυμία να επισκεφθεί την Αγγλία, αλλά η μητέρα του, μια εγγονή του Αλή Πασά, δεν ήθελε ούτε καν να ακούσει ότι θα πήγαινε στους άπλυτους και ανήθικους Φράγκους. Επειδή βρισκόμουν τόσο κοντά στις Θερμοπύλες , αποφάσισα να επισκεφθώ τα περίφημα λουτρά, τα οποία χωρίς καμιά αμφιβολία, σύντομα θα γίνουν σύγχρονα, μοντέρνα λουτρά.
Ο Τεφίκ Μπέης δεν θα με άφηνε να ταξιδέψω μόνος μου. Ο Τούρκος καβάσης μου δεν τολμούσε να με συνοδέψει, επειδή τα ελληνικά στρατεύματα κατείχαν την περιοχή και τα ενδιάμεσα εδάφη ήταν γεμάτα με ληστές από την Ελλάδα. Γι’ αυτό το λόγο με συνόδεψαν δύο έφιπποι Βόσνιοι της φρουράς του Μπέη.
Διασχίσαμε την πλούσια κοιλάδα του Σπερχειού, και είδαμε πως μόνο μια μικρή έκταση ήταν καλλιεργημένη. Αφού διασχίσαμε τον ποταμάο, σπιρούνισα το άλογό μου ανυπόμονα για την αρένα των Θερμοπυλών, αφήνοντας πίσω τους Βόσνιους συνοδούς μου, σκεπτόμενος πως θα μου ήταν περισσότερο χρήσιμος ο Ηρόδοτος σε μια τσέπη και ο Παυσανίας στην άλλη.
Το έδαφος είχε χάσει πολύ απ’ τα χαρακτηριστικά της παλιάς μορφής, λόγων των αυξανόμενων αποθεμάτων των θερμών πηγών, τα οποία έχουν μεγαλώσει το περιθώριο ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα. Τράβηξα εμπρός, με την προσδοκία πως θα συναντούσα το στενό φαράγγι, αλλά ανακάλυψα πως το είχα προσπεράσει , γιατί αντιλήφθηκα πως η περιοχή της Φωκίδας απλωνόταν μπροστά μου και φαίνοντας τα ερείπια της Μπουντονίτσας, που σ’ ένα μοναχικό βράχο, που κάποτε ήταν η πατρική κληρονομιά του Πατρόκλου. Ικανοποιημένος από τη γενική εικόνα της τοποθεσίας, μόλις γύρισα πίσω τρομοκρατήθηκα, γιατί δεν μπορούσα να εκτιμήσω που βρισκόταν οι συνοδοί μου, και υποπτεύθηκα πως επειδή δεν ήταν σίγουροι για την υποδοχή που θα ετύγχαναν από τους Έλληνες, και με την δικαιολογία της απουσίας μου, επέστρεψαν στο Ζητούνι.
Είχα ιππεύσει για περισσότερο από έξι-εφτά μίλια απ’ το σημείο που τους είχα αφήσει. Δεν είχα κάνει ούτε τι μισή επιστροφή της απόστασης, όταν δεν είδα κανέναν απ’ αυτούς. Ο καυτός ήλιος μια μεγάλης ημέρας του Ιουνίου αιωρείταν στην άκρη του ορίζοντα. Ήμουν εξαντλημένος απ’ τη ζέστ, το μουλάρι μου ήταν καταβεβλημένο –ένα πλάσμα που δεν είχα ξανασυναντήσει- και απουσίαζε κάθε φωνή και φασαρία ανθρώπων, ενώ η ατμόσφαιρα δονούταν απ’ το βοητό μυριάδων εντόμων. Ξεπέζεψα και άφησα το μουλάρι μου να βοσκήσει κοντά στο κανάλι που μεταφέρει στη θάλασσα τον κύριο όγκο των θερμών πηγών. Γδύθηκα, έκανα μπάνιο και τριγύριζα στο στο ρεύμα του στενού καναλιού. Επιστρέφοντας στο σημείο απ’ όπου είχα ξεκινήσει, τα ρούχα μου δεν φαίνονταν πουθενά. Το αφήνω σ’ εκείνους οι οποίοι πάντοτε εκτιμούν πως τα ρούχα είναι ένα είδος απαραίτητο για την ύπαρξή τους, να κρίνουν το αποτέλεσμα το οποίο μια τέτοια κατάσταση μπορεί να δημιουργήσει. Μετά αφού το εείχα πολυσκεφθεί για κάμποση ώρα, προσπάθησα να ξαπλώσω. Ύστερα το όλο θέμα μου ξανάρθε στο νου και αντιλήφθηκα ότι όπου δεν υπάρχει ούτε άμμος μα και μήτε πρασινάδα, είναι εντελώς αδύνατο να ηρεμήσω σε με τέτοια κατάσταση. Και σκεφτόμουν, πως θα περάσω τη νύχτα; Πως θα εμφανιστώ στο Ζητούνι την επομένη με τη στολή της Λαίδης του Κάβεντρι; Κοιτάζω τριγύρω με την ελπίδα να βρω κάποια λύση. Δεν μπορούσα να διακρίνω ούτε ένα φύλλο συκής! Με νηφάλια σοβαρότητα, κατάλαβα πως αυτή ήταν απ’ τις πιο αμήχανες καταστάσεις στην οποία θα που μπορούσε να βρεθεί άνθρωπος, και θα μπορούσε κανείς να προτείνει μερικούς φιλοσοφικούς συλλογισμούς, οι οποίοι αφορούν την προέλευση της κοινωνίας. Τρόμαξα με την απόμακρη φωνή που ερχόταν απ’ το Ζητούνι και αναθάρισα. Απάντησα μ’ όλη μου τη δύναμη, προς τους οιοσδήποτε παρείσακτους «Vackus csntabit coram latroncm viator» Η φωνή μου έλαβε απάντηση, και σύντομα απ’ την απέναντι μεριά στην πλατιά άσπρη λουρίδα της κρούστας της πηγής, φάνηκα τα κόκκινα ενδύματα των Βοσνίων. Ένας Έλληνας διαβαίνοντας από εκεί κοντά, είδε τα ρούχα μου, τα πήρε και προχωρώντας με θριαμβευτικό τρόπο με λάφυρα, έπεσε ξαφνικά πάνω στους δύο Βόσνιους, οι οποίοι κάθονταν περιμένοντάς με εκεί όπου το μονοπάτι διακλαδώνονταν προς τα δεξιά και ανέβαινε το βουνό προς τον καταυλισμό των Ελλήνων. Αναγνώρισαν τα ρούχα μου και υποπτεύθηκαν πως με είχε σκοτώσει. Στην επιμονή του πως είχε βρει τα ρούχα κοντά στις θερμές πηγές , ανέβαλαν την εκτέλεσή του, μέχρι να τους φέρει στο σημείο πουν έπρεπε. Καμιά λέξη δεν μπορεί να εκφράσεει την ευχαρίστηση που ένιωσα ξαναπαίρνοντας τα ρούχα μου. Ο Έλληνας δέχτηκε τη συγχώρηση, πιστεύοντας πως οι φόβοι και οι κατατρεγμοί που ένιωσε, θα τον γιάτρευαν για πάντα απ’ την προδιάθεση να κλέβει τις γκαρταρόμπες των λουομένων κυρίων.
Ήταν πολύ αργά για να αποπειραθώ να φτάσω στον καταυλισμό των Ελλήνων. Έτσι αποφασίσαμε να αφήσουμε τα άλογά μας να βοσκήσουν για τέσσερες –πέντε ώρες και να αρχίσουμε το ανέβασμα στην Οίτη, όταν θα ανέτειλε το φεγγάρι. Όσο για μας, έπρεπε να είμαστε ευχαριστημένοι με τη σκέψη του προγεύματος που θα φτιάχναμε το επόμενο πρωινό και με το να σφίξουμε λίγο τις ζώνες μας.
Ο νέος μας σύντροφος μας είπε πως η περιοχή ήταν γεμάτη ελάφια, και ότι το βουνό ήταν απροσπέλαστο και δεν θα μπορούσαν να δραπετεύσουν προς εκείνη την κατεύθυνση, και δίχως σκυλιά μπορούσαμε να σκοτώσουμε ένα και να έχουμε ωραίο βραδινό. Είμαστε συνολικά πέντε. Ο Έλληνας, ένας από τους φρουρούς μου και ο ακόλουθός του ανέβηκαν στις δύο αντίθετες πλευρές της μικρής χαράδρας, που βρισκόταν στην κρημνώδη πλευρά του βράχου, ο άλλος ο Βόσνιος και εγώ κρυφθήκαμε σε δυο θάμνους, στο πιο χαμηλό και απόμακρο σημείο της χαράδρας. Οι σύντροφοί μας οι οποίοι είχαν ανέβει, σύντομα άρχισαν να φωνάζουν και να χτυπούν τους θάμνους, όμως κανένα ελάφι δεν κατέβηκε αναπηδώντας. Μα, καθώς κάθε πιθανότητα είχε τελειώσει, ένας κάπρος ξεπετάχτηκε ξαφνικά, τον αντιλήφθηκα, ερχόταν κατ’ ευθείαν στο θάμνο που βρισκόμουνα. Πυροβόλησα, αλλά αστόχησα. Έστριψε και πλησίασε την κρυψώνα του Βόσνιου, ο οποίος μς σίγουρο στόχο, το χτύπησε στην πλάτη και κατρακύλησε πενήντα γυάρδες κάτω στο λόφο. Η ομάδα μας συγκεντρώθηκε σύντομα και με λίγους πυροβολισμούς τον αποτελείωσαν. Όμως τώρα, νέο δίλημμα προέκυψε: ο κάπρος ήταν χοίρος, σάρκα απαγορευμένη για όλους τους Μουσουλμάνους. Ήταν δε Παρασκευή, κατά την οποία το κρέας όλων των θηλαστικών ζώων, απαγορεύεται για τους ορθοδόξους Έλληνες. Συνεπώς οι σύντροφοί μου δεν έδειχναν καμιά προθυμία να ετοιμάσουν το κυνήγι μας για βραδινό. Η φωτιά έγινε και μια καλοψημένη σούβλα τελικά μου παρουσιάστηκε. Ενώ έτρωγα, οι σύντροφοί μου με κοίταζαν με λαίμαργα μάτια και με ρωτούσαν με στόματα που έτρεχαν τα σάλια τους, αν ο κάπρος ήταν καλοψημένος. Τελικά ο Έλληνας με ρώτησε, «Αν ήταν δυνατόν για κάποιον να βαστάξει τις αμαρτίες ενός άλλου». Του απάντησα σοβαρά, πως μπορεί κάποιος να το κάνει, όταν δεν γνωρίζει την συγκατάθεση μιας τέτοιας λογικής. Μου το εξήγησε ως εξής: «Θέλω να γνωρίζω , αν καθώς εσύ τρως κρέας για λογαριασμό σου την Παρασκευή, αν θα μπορούσες, να αναλάβεις ο ίδιος μια επιπρόσθετη αμαρτία δικιά μου, ακολουθώντας εγώ το παράδειγμά σου». Συμφώνησα και μια άλλη σούβλα σύντομα ετοιμάστηκε με το ωραίο, «άσπρο και κόκκινο» κρέας του μακάβριου κάπρου. Ένας από τους Μουσουλμάνους που παρακολουθούσε, επειδή είχα αναλάβει τις αμαρτίες του Έλληνα, αναρωτήθηκε αν θα βάραινε το φορτίο μου, αναλαμβάνοντας και τις δικές του αμαρτίες επίσης. Σύντομα όλες οι σούβλες της ομάδας βρέθηκαν πάνω στη θράκα, που τραβήχτηκε από τη φωτιά.
Το άλλο πρωί, ακολουθώντας το μονοπάτι που πήρε ο Μαρδόνιος όταν επιτέθηκε στους Σπαρτιάτες, φτάσαμε έγκαιρα στον καταυλισμό των Ελλήνων. Στην πλαγιά του λόφου συναντήσαμε ερείπια που δεν είχαν περιγραφεί ακόμα, και τα οποία κατάλαβα, για δική μου ικανοποίηση, πως ήταν η εξαμηνιαία έδρα του Αμφικτιονικού Συμβουλίου. Όμως, δεν έχω καμιά πρόθεση να μεταφέρω τον αναγνώστη μου πίσω στην Αρχαία Ελλάδα, ή να τον διασκεδάσω με αρχαιολογικές διατριβές. Εκτός αυτού, αυτά τα ταξίδια διαμέσου της Θεσσαλίας, πραγματοποιούταν τόσο αστραπιαία, ώστε δεν κράτησα καθόλου αρχεία εκείνη την εποχή. Ταξίδευα χωρίς σκηνή, υπηρέτερς ή εκείνα τα συνοδευτικά τα οποία είχα θεωρήσει απαραίτητα , όχι μονάχα για ευχαρίστηση, αλλά και για την υποστήριξη ενός τέτοιου ταξιδιού.
Επιστρέφοντας στο Ζητούνι, βρήκα τον Τεφίκ Μπέη να ξεκινάει το ίδιο πρωινό για τη Λάρισσα, με μια ακολουθία πενήντα-εξήντα εφίππων, και ότι επρόκειτο να διανυχτερεύσει στο Θαυμακό. Ήμουν αποφασισμένος να πραγματοποιήσω το ταξίδι των περίπου εβδομήντα μιλίων σε μια ημέρα. Έτσι το επόμενο πρωινό βρισκόμουν καθ΄ οδόν, δυο ώρες πριν την αυγή. Προσπέρασα το Μπέη καθώς αυτός άφηνε τα Φάρσαλα.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ: David Urquhart (1805-1877) ήταν σκωτζέζικης καταγωγής και έφθασε στην Ελλάδα το 1927 για να πάρει μέρος στην επανάσταση. Πρόλαβε όμως ελάχιστα τα πολεμικά γεγονότα που σφράγισαν τον αγώνα και έτσι επιδόθηκε σε διπλωματικές πρωτοβουλίες. Δραστηριοποιήθηκε στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου για λογαριασμό της βρετανικής διπλωματίας. Τις απόψεις του για την κατανόηση του κόσμου της ανατολής και των νοοτροπιών του, για τα ήθη και τα έθιμα των Ελλήνων, τις διοικητικές δομές και τους θεσμούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας εκθέτει στο έργο του «The Spirit of the East» . Ταξίδεψε τόσο στην ελευθερωμένη Ελλάδα όσο και στις περιοχές του αλύτρωτου ελληνισμού. Μια ολιγοήμερη επίσκεψή του το 1830 στο ακόμα σκλαβωμένο Ζητούνι ήταν αφορμή να γραφούν τα παρακάτω : Ήταν μια περίοδος εντόνων διπλωματικών διεργασιών αλλά και κινήσεων των ελληνικών στρατευμάτων, που προσπαθούσαν να εδραιώσουν τις θέσεις τους στην κοιλάδα του Σπερχειού και να ενισχύσουν και να στηρίξουν έτσι τις ελληνικές προτάσεις για τον καθορισμό των συνόρων στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Είναι ίσως ο μόνος που περιγράφει τους Οθωμανούς κυβερνήτες της Λαμίας και μάλιστα τον Τεφίκ Μπέη, γιο του περίφημου Χαλίλ Μπέη, διοικητή της περιοχής πριν την επανάσταση αλλά και κατά τη διάρκειά της – πέθανε πριν το τέλος της επανάστασης – ο οποίος είχε παντρευτεί την εγγονή του Αλή Πασά.
«Φθιωτικός Λόγος» Λογοτεχία-Ιστορία-Λαογραφία-Τέχνες
Τόμος 29ος – 30ος



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

