Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ : ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΔΑΚΙ ΤΩΝ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΩΝ

Γράφει Νίκος Ταξ. Δαβανέλλος 



Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που η Λαμία τελείωνε κάπου κοντά στο Σιδηροδρομικό Σταθμό και η σιδηροδρομική γραμμή έμοιαζε να αγκαλιάζει την πόλη και να μην την άφηνει να αναπτυχθεί.

Πιο κάτω από τη γραμμή ήταν τα Αμπλιανίτικα, τόσο αραιοκατοικημένα που από το ένα σπίτι μέχρι το άλλο υπήρχαν τεράστιοι κήποι γεμάτοι καρμπολάχανα, πατάτες, ντομάτες και ότι άλλο παράγει τούτη η ευλογημένη περιοχή- σήμερα όμως, κάποιοι την οικοπεδοποίησαν για τα δικά τους συμφέροντα!!

Τα απομεσήμερα του καλοκαιριού ή εκείνα τα χειμωνιάτικα, τα ηλιόλουστα κυριακάτικα πρωϊνά, τα γλυκα απογευματινά της άνοιξης ή τα μελαγχολικά σούροπα του φθινοπώρου, ο δρόμος που βρίσκεται κατά μήκος του Σιδηροδρομικού Σταθμού Λαμίας, γέμιζε από Λαμιώτες που έρχονταν για ένα περίπατο ή για να καλοσωρίσουν γνωστούς τους ταξιδιώτες ή για να παραλάβουν το εμπόρευμα ή τις εφημερίδες. Έσφυζε από ζωή και ζωντάνια τούτος ο χώρος.

Άμα όμως λάχαινε να έρθεις λιγάκι νωρίτερα από το φτάσιμο της ‘πόστας’ και του ‘καρβουνιάρη’, άμα τύχαινε να κουραζόσουν από το πέρα-δώθε, ήτανε και το καφενεδάκι για να ξεκουραστής, να πιείς το βαρύ γλυκό σε χοντρό φλυτζάνη, ή ένα Ταμ-ταμ, ή μια γκαζόζα από το Ποτοποιείο του Στεφόπουλου ή του Ταραλά, να γευτείς το κερασάκι ή το βύσινο ή και ακόμα ένα ‘υποβρύχιο’ και κρύο νερό απ’ το Γοργοπόταμο.

 


Ακριβώς πίσω από τον Σταθμό, πάνω σε ένα βράχο- σήμερα πολυκατοικείες- υπήρχε ένα γραφικό καφενεδάκι. Έμοιαζε σαν ένα μοναστήρι των Μεταιώρων έτσι καθώς ήτανε κρεμασμένο στην άκρη του βράχου με τη μικρή αυλίτσα του, τα ελάχιστα τραπεζάκια με τα καρό τραπεζομάντηλα, τους βασιλικούς, τις ματζουράνες και τα νυχτολούλουδα. Βρισκόταν στην άκρη της Νικηφόρου Ουρανού. Απ’ τη μια μεριά τούτο το ταπεινό, το λαϊκό πληθοκτιστο και απ’ την άλλη μεριά το μεγαλόπρεπο, το αρχοντικό, το μαρμαρόχτιστο, το επιβλητικό ΑΚΤΑΙΟΝ- ξενοδοχείο, κέντρο δεξιώσεων, Διοικητήριο των Γερμανών, για λίγο καιρό Σχολή Μηχανικών του Παναγιωτόπουλου.

Το οικόπεδο στο οποίο ήταν χτισμένο το Καφενεδάκι ανήκε στους αδερφούς Πέτρο και Αριστείδη Πετρόπουλο, κληρονομιά από τον παππού τους.

Ο Πέτρος απεβίωσε νωρίς κι έμεινε ο Αριστείδης, ο οποίος ανάμεσα στα έτη 1916-17 έχτισε τούτο το μικρό παραγκάκι για να στεγάσει τον Νίκο Ευθ. Κωστακόπουλο, μιας και τούτος είχε παντρευτεί την ψυχοπαίδα τους και συνάμα τον είχε βολέψει από εργασία κάνοντάς τον καφετζή στο Πετροπουλέϊκο καφενείο στην Πλατεία Λαού- σήμερα εντελώς εγκατελειμένο και ετοιμόρροπο και σε άθλια κατάσταση- η επωνυμία του ήταν το Καφενείο των Μουσικών.

Ο Κωστακόπουλος βολεύτηκε στη μισή παράγκα και στην υπόλοιπη λειτούργησε το Καφενεδάκι των Σιδηροδρομικών.


Μετά από εκείνες τις κακουχίες και τους πολέμους τις Μικρασιατικές καταστροφές, στα 1920, απεβίωσε ο Κωστακόπουλος και το καφενεδάκι το κράτησε η χήρα του για μια ολόκληρη χρονιά. Ήταν τότε 42 ετών. Το έτος 1921, τούτη μη μπορώντας να το κρατήσει άλλο, το πούλησε μαζί με όλη του την επίπλωση σε δύο αδέρφια από την ‘Αμφισα.

Τούτους τους διαδέχθηκε ο Γιώργος Αρβανιτάκης. Έξυπνος ο Αρβανιτάκης και επιχειρηματικό μυαλό. Έχτισε μια παράγκα δίπλα στο Καφενεδάκι και βόλεψε τη φαμιλιά του.

Στη μικρή κουζίνα του μαγείρευε φαγητά. Έτσι έγινε διπλή δουλειά: μαγέρικο και καφενείο. Τάϊζε τους ταξιδιώτες, μα και όλους όσους δούλευαν στη σιδηροδρομική γραμμή.

Στα 1932, ο Αρβανιτάκης βρίσκει μια καλή ευκαιρία και βολεύεται στο Σ.Ε.Κ. και το Καφενεδάκι των Σιδηροδρομικών το πήρε ο Γιώργος Καπερώνης, ο οποίος το κράτησε μέχρι το 1939. Τελευταίος τούτης της αλυσίδας ήταν ο Χαράλαμπος Λαγός, ο οποίος μαζί με την οικογένειά του το δούλεψε με κέφι και μεράκι μέχρι το έτος 1954. Τότε το άφησε ο κυρ-Χαράλαμπος και άνοιξε δικό του μικρό παντοπωλείο στην Υψηλάντου.

Φεύγοντας ο κυρ-Χαράλαμπος, έσβησε και τούτο το γραφικό καφενεδάκι με την μακρόχρονη ιστορία και την μεγάλη του προσφορά. Μαζί του και ο ειδυλλιακός χώρος που ‘έκρυβε ‘ τα ζευγαράκια σε κείνες τις απόκρυφες, νυχτερινές εξόδους. Ήταν το τελευταίο ‘ αποκούμπι’ των ερωτευμένων. Τους προστάτευαν τα καφασωτά, οι δυο τρείς νερατζούλες, αλλά και οι γκαζοντενεκέδες με τους πλατύφυλλους βασιλικούς και τα νυχτολούλουδα.

Φωτογραφία: Το παντοπωλείο του Λαγού στη γωνία των οδών Παπαντωνίου και Υψηλάντου

 

 

 

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.
randomness