ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: ΘΕΡΜΟΠΥΛΑΙ - ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ
Γράφει ο Νίκος Ταξιάρχη και Γεωργίας Δαβανέλλος.
Ιστορικός και Αρχαιολογικός Οδηγός του Σπύρου Μαρινάτου
Ο Ξέρξης είχε διασχίσει την Θεσσαλίαν. Από την κοιλάδα του Σπερχειού την χωρίζει η μάλλον χθαμαλή οροσειρά της Όρθρυος, η οποία εκφυομένη από του Τυμφρηστού προχωρεί εκ Δυσμών προς Ανατολάς μέχρι της θαλάσσης του Ευβοϊκού. Έχει πολλάς διαβάσεις και κατά το δυτικόν μέρος προς την Άνω Σπερχειάδα και κατά το Ανατολικόν δύο κυρίας εισόδους, την από τους Θαυμακούς προς την Λαμίαν και παραλιακώς την προς τα Φάλαρα, παρά την σημερινήν Στυλίδα. Τας δύο τελευταίας διόδους εχρησιμοποίησεν ο Ξέρξης αμφοτέρας και παρουσιάσθη εις τα πέριξ της σημερινής Λαμίας, η οποία άγνωστον αν τότε είχε σπουδαιότητα και οχύρωσιν τινά. Επροχώρησε κατόπιν εντός της κοιλάδος του Σπερχειού μέχρι της Τραχίνας παρά το σημερινόν χωρίον Βαρδάτες. Εκεί ήτο το πλατύτατον μέρος της κοιλάδος και εκεί εστρατοπέδευσε. Το φοβερόν παραπέρτασμα των Τραχινίων Πετρών και της Οίτης πρέπει να του έκαμε την εντύπωσιν, την οποίαν εμποιεί εις τον κάθε επισκέπτην, μέχρι και της σήμερον. Είχε ακούσει εις την Θεσσαλίαν ακόμη ευρισκόμενος, ότι είχον συναθροισθή εκεί ολίγοι τινές Έλληνες και ότι ο αρχηγός των ήτο ο Λεωνίδας, το γένος Ηρακλείδης.
Οι Έλληνες αντιστοίχως επί τη προσεγγίσει των Περσών κατελήφθησαν υπό πανικού και ήθελον να φύγουν εις Πελοπόννησον. Ο εντόπιος όμως παράγων του στρατεύματος, οι Φωκείς και οι Λοκροί, άπαξ εκτεθέντες επέμεινον να διατηρηθώσιν αι κρατούμεναι θέσεις. Ο Λεωνίδας συντάσσεται προς την γνώμην των και ούτω το στράτευμα διατάσσεται να παραμείνη. Στέλνονται όμως και πάλιν άγγελοι εις τας πόλεις δια να ζητήσουν βοήθειαν, διότι ο υπάρχων στρατός ήτο ολίγος δια να αποκρούση τον στρατόν των Μήδων. Αυταί μόνον είσαν αι λέξεις της μετριοφροσύνης, αλλά και μεγαλόφρονος αγγελίας των.
Ο Ξέρξης θέλει να λάβη ακριβεστέραν ιδέαν των αντιπάλων του και στέλλει ως κατάσκοπον ένα ιππέα. Ο ιππεύς επέρασε το πρώτον, αφύλακτον στενόν, και έφθασε προ του δευτέρου. Κατ’ εκείνη την ημέραν έτυχε να φρορούν προ του τείχους οι Σπαρτιάται. Ο υπόλοιπος στρατός εστρατοπέδευεν όπισθεν του τείχους και δεν ήτο ορατός. Ο ιππεύς έβλεπε πράγματα πρωτοφανή διά τα ήθη και τον πολιτισμόν τον ιδικόν του. Άλλοι εγυμνάζοντο,και άλλοι περιποιούντο τας μακράς των κόμας. Τους εμέτρησε με άνεση και ύστερον εστράφη δια να επιστρέψη οπίσω με πάσαν ησυχίαν. Πολύ χαρακτηριστικόν είναι το είναι το επεισόδιον και σκοπίμως ο Ηρόδοτος το διατυπώνει αναλόγως: «Ούτε γαρ τις έδωκεν, ολιγίης τε εκύρησε πολλής» Διότι ούτε κανείς τον ηνόχλησε και δεν εδόθη πεντάρα δια την παρουσίαν του.
Ο Ξέρξης είχε μαζί του τον περίφημον Δημάραντον, ένα εξόριστον πρώην βασιλέα της Σπάρτης. Περίφημον τον χαρακτηρίζομεν, διότι παντού όπου τον αναφέρει ο Ηρόδοτος, ζωγραφίζει με δυνατά χρώματα τον άνδρα: Εκυμαίνετο μεταξύ της ευγνωμοσύνης προς τον ευεργέτην του και της Σπαρτιατικής ανατροφής και βασιλικής καταγωγής του. Ουδέποτε κατηγόρησε τους συμπατριώτας του, ουδέποτε απέκρυψε τας αρετάς των, ουδέποτε ηθέλησε να χρωματίση τα πράγματα ευχαριστότερα δια τον Ξέρξην.
Ο Ξέρξης λοιπόν, όπως και ο ιππεύς του, εθεώρησε γελοία και ακατάληπτα τα καμώματα των Σπαρτιατών. Εκάλεσεν όθεν τον Δημάραντον δια πολλοστήν φοράν. Μέσα του υπήρχε πάντοτε η κρυφή αγωνία περί του τι είναι τέλος πάντων αυτοί οι Σπαρτιάται. Ζητεί νέας εξηγήσεις και ο Δημάταντος απαντά ως ακολούθως: «Βασιλεύ, με ήκουσας και πρότερον να σου ομιλώ περί των ανθρώπων τούτων, ότε εξεκινήσαμεν δια την Ελλάδα. Ακούσας δε πως εγώ έβλεπατην έκβασιν των πραγμάτων, έτρεψας το πράγμα εις το γελοίον. Πάντως δι’ εμέ είναι μεγίστη δοκιμασία να ασκώ την αλήθειαν ενώπιόν σου, βασιλεύ. Άκουσον λοιπόν και τώρα.Οι άνθρωποι αυτοί ήλθον δια να πολεμήσουν περί του στενού και δι’ αυτό παρασκευάζονται. Διότι έχουν τον εξής νόμον: Όταν πρόκειται να θέσουν εις κίνδυνον τας ψυχάς των, τότε περιποιούνται πολύ τας κεφαλάς των. Γνωρίζε δε, εάν καταβάλης τούτους και τους υπολειπομένους εις την Σπάρτην, δεν υπάρχει πλέον άλλο έθνος , βασιλεύ, το οποίον θα τολμήση να σηκώση χείρα εναντίον σου. Διότι τώρα τίθεσαι αντιμέτωπος προς την καλλίστην βασιλείαν των Ελλήνων και προς τους πλέον ξακουστούς πολεμιστάς».
Ο Ξέρξης δεν επίθετο, ή τούπάχιστον δεν ήθελε να φανή ότι συμμερίζεται αυτούς τους φόβους. Πάντως δεν επετέθη. Αφήκε να περάσουν τέσσερες ημέρες άπρακτοι. Ο Ηρόδοτος δίδει την εξήγησιν ότι ήλπιζε να αποδράσουν οι Έλληνες, πράγμα το οποίον αν ηλήθευεν θα εσήμαινεν ότι ο Μέγας Βασιλεύς, παρά τας κομπορρημασύνας του, ευχαρίστως θα έβλεπε παρερχόμενον το πικρόν ποτήριον των «γελοίων». Είναι όμως πιθανώτερον , ότι επερίμενε την έκβασιν των πραγμάτων εις Αρτεμίσιον, όπου και τα στοιχεία της φύσεως και οι Έλληνες εδοκίμαζον πολύ άσχημα τον στόλον του. Θα προετίμα να εισέλθη ο στόλος εις τον Μαλιακόν κόλπον, δια να φύγουν οι Έλληνες αμαχητεί και να λάβη και τρόφιμα. Ασφαλώς ο στρατός του ήρχισε ήδη να λιμοκτονή. Επειδή όμως ούτε το εν συνέβαινεν ούτε το άλλο, αποφάσισε να δώση μάχην.
Τότε ενεθυμήθη πάλιν τον εγωισμόν του. Του εφάνη, την πέμπτην ήδη ημέραν , ότι οι Έλληνες, διανα μη φύγουν, ήσαν «απερίσκεπτοι και αναιδεις». Δια να τους παιδαγωγήση, έστειλεν εναντίον των τους Μήδους και Κισσίους, με την υπερήφανον εντολήν να τους συλλάβουν και να τους οδηγήσουν ενώπιόν του ζωντανούς. Οι Μήδοι ήσαν εις στρατιωτικήν φήμην εφάλιλλοι των Περςών. Η χώρα των είναι ορεινή. Η εκλογή ήτο επομένως επιτυχής. Ήσαν το «αλπινιστικόν» αντίστοιχον των σημερινών στρατών και άρα οι ενδεδειγμένοι δια την δύσβατον χώρα των Θερμοπυλών. Είχον άλλως και ανοικτούς λογαριασμούς με τους Έλληνες από την εποχήν του Μαραθώνος.
Επήλθεν ούτω επιτέλους η πρώτη σύγκρουσις. Οι Μήδοι έπιπτον αθρόοι. Άλλοι εισήρχοντο εις την θέσιν των και δεν εδοκίμαζον να παύσουν τον αγώνα , αν και υφίσταντο πολύ κακήν μεταχείρισιν. Είναι φανερόν ότι τα πλήθη του Ξέρξου, τα οποία ήσαν ανεξάντλητα, υπολόγιζον ματαίως ει;ς τον κάματον των ολίγων Ελλήνων. Το γόητρον του Ξέρξου εκινδύνευε πλέον σοβαρώς, ο δε αντίκτυπος εις όλον το στρατόν πρέπει ναυπολογισθή ως σοβαρός. Ο βασιλεύς αποσύρει εν τέλει τους Μήδους και εις την θέσιν των στέλλει τους Αθανάτους, ήτοι το εκλεκτόν σώμα των 10.000 Περσών, το άνθος του στρατού του. Δι΄αυτούς θα ήτο απλούν παίγνιον η συντριβή των Ελλήνων. Αλλά και ούτοι δεν υπήρξαν τυχερότεροι των Μήδων. Ανδρείας δεν εστερούντο. Ο Ηρόδοτος, με την μεγαλοψυχίαν ήτις τον διακρίνει, ομολογεί ότι τους έβλαπτε και του χώρου η στενότης και τα δόρατά των, τα οποία ήσαν βαχύτερα των Ελληνικών. Αναφέρει όμως και κάτι άλλο ότι οι Λακεδαιμόνιοι εμάχοντο αξίως λόγου και άλλα πράγματα αποδεικνύοντας , ως επιστήμονες του πολέμου έναντι απειροτέρων και εφαρμόζοντες και το εξής : Έστρεον τα νώτα και προσεποιούντο δήθεν ότι φεύγουν αθρόοι. Οι βάρβαροι επήρχοντο τότε μετά βοής και πατάγου. Μόλις όμως οι Σπαρτιάται κατεφθάνοντο, ανέστρεφον αιφνιδίως και κατέβαλλον αναρίθμητον πλήθος Περσών.
Η συμπύκνωσις αύτη των λόγων του Ηροδότου μόλις και μετά βίας αφήνει να εννοηθή εις το βάθος του το γεγονός τούτο. Οι Έλληνες δηλαδή οπλίται, βαρέως καθόσον ήσαν οπλισμένοι, αποτέλουν τότε τον καλύτερον στρατόν της Γης δια την εκ του συτάδην μάχην. Εμειονέκτουν όμως εις ευκινησίαν. Οι Πέρσες τούναντίον ήσαν ελαφρότεροι και εκτός των αγχεμάχων όπλων (δόρατος και ξίφους) ήσαν και δεινοί τοξόται, φορτομένοι από βέλη. Ηδύναντο λοιπόμ επί ώρας πολλάς να πολεμούν από μακράν, ενώ οι Σπαρτιάται δεν ηδύναντο να πράξουν τίποτε. Το στρατήγημα επομένως της εικονικής φυγής των εχρησίμευε δια να προσελκύσουν εντός του στενού των Θερμοπυλών τον εχθρόν και να δημιουργήσουν δυνατότητα μάχηςεκ του συστάδην. Πρέπει όμως να ήτο θαυμαστή η στρατιωτική των εξάσκησις, η πειθαρχία της φάλαγγος και η ακρίβεια των παραγγελμάτων, δια να μη δημιουργηθή σύγχυσις και ρήγμα, τα οποία θα είχον ολεθρίας συνεπείας. Μόνον δε οι Σπαρτιάται είχον τοιαύτην θαυμαστήν εξάσκησιν.
Οι Πέρσαι εδοκίμασαν κάθε τακτικήνεπιτεθέμενοι και συντεταγμένοι και ατάκτως, με διαταγήν ατομικής πρωτοβουλίας. Τα πάντα όμως επί ματαίω. Το στενόν έμεινε απόρθητον και ααπεσύρθησαν νικημάνοι και ταπεινωμένοι.
Εξημέρωσεν η Δευτέρα ημέρα της μάχης. Οι Πέρσαι εσκέφθησαν, ότι οι Έλληνες, ολίγοι καθώς ήσαν, θα ήσαν τραυματισμένοι και κουρασμένοι από την ολοήμερον μάχην της προτεραίας. Επανέλαβον την επίθρσιν με περισσοτέρας ελπίδας. Οι πλέον αισιόδοξοι μάλιστα ενόμιζον ότι οι αμυνόμενοι δεν θα ήσαν πλέον εις θέσιν ούτε να υψώσουν τας χείρας. …Ο Ηρόδοτος αναφέρει απλώς ότι οι Πέρσαι βλέποντες ότι δεν υπήρχε διαφορά από την προηγουμένην ημέραν, υπεχώρησαν και απεσύρθησαν εν τέλει.
Σπυρος Ν. Μαρινάτος.
ΘΕΡΜΟΠΥΛΑΙ- ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ
ΑΘΗΝΑΙ-1951
Φωτογραφία: η Elizabeth Hamplin Hunt, γεννήθηκε στο Buffalo Erie Country της Ν. Υόρκης το έτος 1876 και απεβίωσε το 1966. Διέθεσε όλη της την περιουσία για τις ανασκαφές της Μάχης των Θερμοπυλών, αλλά κα συνέβαλε και με την προσωπική της παρουσία στις ανασκαφές το έτος 1939. (φωτ. Nelly- Αρχείο Ν. Δαβανέλλου)



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

