Η απογοήτευση των πολιτών, το μεγάλο πρόβλημα των κομμάτων
Γράφει ο
Χρήστος Αλεξανδρής
Χωρίς καμία θεαματική μεταβολή και αλλαγή στο συσχετισμό της πολιτικής δύναμης των κομμάτων έκλεισε ο πρώτος κύκλος των δημοσκοπήσεων, τα αποτελέσματα των οποίων είδαν το φως της δημοσιότητας τις δύο εβδομάδες μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.
Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται διατηρώντας ένα ξεκάθαρο προβάδισμα από τους πολιτικούς της αντιπάλους, ενώ κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν έχει καταφέρει να αναπτύξει δυναμική που να αμφισβητεί το αφήγημα της κυβέρνησης και να εμφανίζεται ως σοβαρός διεκδικητής της εξουσίας μέσα από μια εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
Οι προβλέψεις πολιτικών, δημοσκόπων και δημοσιογράφων ότι η εμφάνιση δύο νέων κομμάτων στην πολιτική σκηνή, της ΕΛΑΣ του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού, θα έφερναν σημαντικές ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό και ενδεχομένως μεγάλες ανατροπές στους πολιτικούς συσχετισμούς των κομμάτων προς το παρόν δεν έχουν επαληθευτεί. Με εξαίρεση φυσικά έναν ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση μεταξύ της ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα και του ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη, που φαίνεται να γίνεται ολοένα και πιο έντονος καθώς πλησιάζουμε στο χρόνο των εκλογών, το βασικό συμπέρασμα που διατρέχει όλες τις μετρήσεις της κοινής γνώμης είναι ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ακινητοποιημένο πολιτικό σκηνικό, γεγονός που ερμηνεύεται από πολλούς πολιτικούς αναλυτές και δημοσκόπους ως απόδειξη ότι τα όσα συμβαίνουν σήμερα στο δημόσιο βίο αφήνουν ασυγκίνητους και σχεδόν αδιάφορους τους πολίτες.
Η βελόνα παραμένει κολλημένη για όλα τα κόμματα! Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ένα σταθερό προβάδισμα, αλλά δεν έχει καταφέρει να αλλάξει το κλίμα και να γεφυρώσει κατά κάποιον τρόπο τη διαφορά που τη χωρίζει από την αυτοδυναμία.
Αντίθετα, στην πρόθεση ψήφου η Νέα Δημοκρατία κινείται σε ένα ποσοστό 24 με 25% και μόνο στην εκτίμηση τσιμπάει και φαίνεται να αγγίζει το 30%. Κρίνοντας μάλιστα και από τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των μετρήσεων, ούτε τα μέτρα της ΔΕΘ φαίνεται να έπιασαν τόπο, καθώς η πλειοψηφία των πολιτών (ποσοστό άνω του 65%) θεωρεί ότι η χώρα κινείται σε λάθος κατεύθυνση, ένα 60-65% εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε μέσα σε ένα χρόνο και ένα 60-65% έχει αρνητικές προσδοκίες για το μέλλον.
Στα νούμερα αυτά αποτυπώνεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυβέρνησης, που δεν είναι άλλο από την αδυναμία της να πείσει την πλειοψηφία των πολιτών ότι οι αναμφισβήτητες επιτυχίες της οικονομικής της πολιτικής (ανάπτυξη μεγαλύτερη από το μέσο όρο των χωρών της Ευρώπης, αναβαθμίσεις από τους Διεθνείς Οίκους Αξιολόγησης, μείωση του χρέους και δανεισμό με φθηνότερα επιτόκια) μεταφράζονται και σε καλύτερες συνθήκες ζωής για την καθημερινότητα των πολιτών. Γι' αυτό και δεν έχει αποδώσει δημοσκοπικά η στρατηγική του «επαναπατρισμού» ψηφοφόρων που την εγκατέλειψαν μετά τις εθνικές εκλογές του 2023. Όσο οι δείκτες της καθημερινότητας των πολιτών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων δεν θα βελτιώνονται, το επιχείρημα της κυβέρνησης περί πολιτικής σταθερότητας δύσκολα θα αποτελέσει το όχημα που θα την οδηγήσει στην αυτοδυναμία στις επόμενες εκλογές.
Από την άλλη πλευρά του φεγγαριού, στο χώρο της αντιπολίτευσης, οι βασικοί πρωταγωνιστές θα πρέπει να διαβούν το δικό τους Ρουβίκωνα! Μέχρι στιγμής πάντως περιμένουν ένα θαύμα να συμβεί την ημέρα που θα στηθούν οι κάλπες. Χάνοντας όλες τις μάχες των δημοσκοπήσεων, πιστεύουν ότι θα κερδίσουν τη μάχη των εκλογών.
Στην πολιτική βέβαια δεν λείπουν ποτέ οι εκπλήξεις, αλλά μια τόσο μεγάλη έκπληξη μόνο με ένα θαύμα μπορεί να συγκριθεί! Και αυτό γιατί οι πολίτες που δηλώνουν στις δημοσκοπήσεις ότι η οικονομική τους κατάσταση έχει χειροτερέψει τον τελευταίο χρόνο, δεν πιστεύουν ότι θα βελτιωθεί και θα γίνει καλύτερη αν πάρει την κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη ή η ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα της αντιπολίτευσης σήμερα. Δείχνει ότι η απογοήτευση των πολιτών δεν στρέφεται μόνο κατά της κυβέρνησης, αλλά πρόκειται για απογοήτευση που απορρίπτει συνολικά το πολιτικό σύστημα. Η άνοδος άλλωστε των ακροδεξιών κομμάτων σε όλη την Ευρώπη βρίσκει την εξήγησή της στο γεγονός ότι ολοένα και διευρυνόμενα κοινωνικά στρώματα πολιτών νιώθουν ότι δεν εκπροσωπούνται από τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας και ότι δεν έχουν τίποτε πλέον να τους προσφέρουν που να μοιάζει με πρόγραμμα για την καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής τους και των παιδιών τους.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

