KΛΕΙΔΟΥΧΟΣ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ
Γράφει η
Γιώτα Τριανταφύλλου
Γύρεψα λυγισμένη και δυνατή,
αφημένη στο ρόδο της μοίρας
του νεκρού πολεμιστή,
πειθήνια,
να ψάξω το σκιερό μονοπάτι.
Γύρεψα στους πλανόδιους εραστές,
στο κοιμητήριο του πόνου
να υφαίνουν σιωπές,
στ’ άνυδρα χωράφια της ζωής.
Άφησα τις σιωπές
να σεργιανίσουν ελεύθερες,
και ξεμυαλίστηκαν.
Πλησίασαν τα κίτρινα άνθη της λεμονιάς
του πάνω κόσμου,
φτερούγισαν στο φόβο του αγκαθιού,
και μίλησαν με τα γραμμένα της ζωής.
Ένιωσαν τον παλμό
στο άγγιγμα του χρόνου,
βύθισαν το λυγερόκορμο σκελετό τους
άρρωστο και παγωμένο
στου Φλεβάρη του χειμώνα.
Έκλεισαν τα μάτια
να μην δουν
τις βροχερές νύχτες
με τα αναμμένα καντήλια
να τις τραβάνε κοντά τους.
Λυγισμένη και δυνατή
διάλεξα το δικό μου σεργιάνι
σε κόλλες λευκές
για να' ρθουν οι σιωπές
απ’ τον παγωμένο Φλεβάρη.