Σφοδρές αντιδράσεις στην επανεμφάνιση Τσίπρα
Η συνέντευξη Τύπου του Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη δεν πέρασε απαρατήρητη από το πολιτικό σκηνικό. Αντίθετα, προκάλεσε άμεσεςκαι σε αρκετές περιπτώσεις ιδιαίτερα αιχμηρές αντιδράσεις, με τηνκυβέρνηση να επιχειρεί να αποδομήσει το νέο πολιτικό εγχείρηματου πρώην πρωθυπουργού και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να τοποθετούνται, με διαφορετικές αφετηρίες, απέναντι στηνεπιστροφή του στο προσκήνιο.
Η πρώτη και πλέον επιθετική απάντηση ήρθε από την κυβέρνηση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης σχολίασε τη συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, υποστηρίζοντας ότι πίσω από την προσπάθεια πολιτικήςεπανεκκίνησης δεν υπάρχει ουσιαστική αλλαγή. Ο Μαρινάκης χαρακτήρισε το rebranding του πρώην πρωθυπουργού «πεταμένα λεφτά» και υποστήριξε ότι ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει «σταθεράίδιος και απαράλλαχτος».
Η κυβερνητική γραμμή δεν περιορίστηκε, έτσι, στην κριτική συγκεκριμένων προτάσεων. Επικεντρώθηκε κυρίως στο πολιτικόπαρελθόν του Τσίπρα και στην προσπάθεια να εμφανιστεί ηνέα του πολιτική παρουσία ως αλλαγή «περιτυλίγματος» χωρίς αντίστοιχη αλλαγή ουσίας. Στο κυβερνητικό επιτελείο επιχειρούν, με αυτόν τον τρόπο, να επαναφέρουν στη δημόσια συζήτηση τη διακυβέρνηση της περιόδου 2015-2019 και να συνδέσουντο σημερινό εγχείρημα με τις επιλογές εκείνης της περιόδου.
Την ίδια ώρα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η στάση της Νέας Δημοκρατίας απέναντι στο ενδεχόμενο μετεκλογικών συνεργασιών. Ο Παύλος Μαρινάκης, σχολιάζοντας τη σχετική συζήτηση, ανέφερε ότι η μόνη πολιτική δύναμη με την οποία θα μπορούσε να καθίσει η ΝΔ στο ίδιο τραπέζι είναι το ΠΑΣΟΚ. Η αναφορά αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία, καθώς έρχεται την ώρα που ο Τσίπρας επιχειρεί να εμφανίσει έναν ευρύτερο προοδευτικό χώρο ως εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Στο ΠΑΣΟΚ, η αντίδραση ήταν διαφορετική, αλλά εξίσου πολιτικάφορτισμένη. Η Χαριλάου Τρικούπη έσπευσε να απαντήσει στην αναφορά του Τσίπρα στον Γιώργο Σιακαντάρη και στη συζήτηση περίπιθανών συνεργασιών. Σε ανακοίνωσή του το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από όσα αποδόθηκαν στον Σιακαντάρη, σχολιάζοντας με αιχμηρό τρόπο ότι «μόλις ο κ. Σιακαντάρηςάρχισε να “μαρτυράει” τη στρατηγική της ΕΛΑΣ για συγκυβέρνησημε τη ΝΔ δεν τον είδαν, δεν τον ξέρουν».
Η αντίδραση αυτή αποκαλύπτει και μία από τις βασικές πολιτικές παραμέτρους της νέας κατάστασης: το ΠΑΣΟΚ δεν θέλει να εμφανιστεί ως συμπλήρωμα κανενός άλλου πολιτικού φορέα, ούτε να εγκλωβιστεί σε μια συζήτηση που θα το τοποθετεί εκ των προτέρωνσε μετεκλογικό κυβερνητικό σχήμα. Η αντιπαράθεση με τον Τσίπρααφορά, επομένως, όχι μόνο το περιεχόμενο των προτάσεων αλλά και το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Στο ίδιο πλαίσιο, η παρουσία και οι δηλώσεις προσώπων που βρίσκονται κοντά ή έχουν βρεθεί κοντά στο νέο εγχείρημα του Τσίπρααποκτούν ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η υπόθεση Σιακαντάρη έγινε χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας των κομμάτων ναανιχνεύσουν τις πραγματικές προθέσεις πίσω από τις συζητήσεις περί συνεργασιών. Η ίδια η αντιπαράθεση έδειξε ότι το ζήτηματων μετεκλογικών συμμαχιών είναι ήδη ένα από τα βασικάπεδία πολιτικής σύγκρουσης.
Πιο επιφυλακτική, αλλά σαφώς αρνητική, ήταν η αντίδραση τηςΝέας Αριστεράς. Σε ανακοίνωσή της άσκησε κριτική στον Τσίπρα, υποστηρίζοντας ότι το νέο εγχείρημα δεν συνιστά ουσιαστική ρήξημε την πολιτική που έχει επικρατήσει τα τελευταία χρόνια. Η Νέα Αριστερά υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι ο Τσίπρας αποδέχεται τον «στενό κορσέ» που έχει φορέσει στην κοινωνία η κυβέρνηση Μητσοτάκη, επιχειρώντας να αμφισβητήσει την εικόνα μιαςπραγματικά εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.
Η στάση της Νέας Αριστεράς έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώςπρόκειται για έναν πολιτικό χώρο που προέρχεται σε σημαντικόβαθμό από τον ΣΥΡΙΖΑ και στελέχη του οποίου έχουν άμεση γνώση της προηγούμενης περιόδου. Η κριτική, επομένως, δεν είναι απλώςιδεολογική· εντάσσεται και στον ανταγωνισμό για το ποιος θα εκφράσει τον χώρο της ανανεωτικής και προοδευτικής Αριστεράς.
Από την άλλη πλευρά, το ΚΚΕ διατηρεί τη δική του, διαχρονικά αυτόνομη γραμμή απέναντι στα εγχειρήματα ανασύνθεσηςτης Κεντροαριστεράς. Το γεγονός ότι η παρουσία Τσίπρα στηΘεσσαλονίκη συμπίπτει με την παρουσία του Δημήτρη Κουτσούμπα στη ΔΕΘ εντείνει τον πολιτικό συμβολισμό, καθώς το ΚΚΕ επιδιώκεινα διαχωρίσει τη δική του πρόταση από κάθε λογική κυβερνητικής εναλλαγής και συνεργασιών στο πλαίσιο του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος.
Στον χώρο της δεξιάς αντιπολίτευσης, ο Κυριάκος Βελόπουλοςκινήθηκε επίσης σε ιδιαίτερα επικριτικούς τόνους απέναντι στονΑλέξη Τσίπρα, αμφισβητώντας τόσο την αξιοπιστία του νέου εγχειρήματος όσο και την πολιτική του πρόταση. Η Ελληνική Λύσηεπιχειρεί, με τη σειρά της, να κρατήσει διακριτές αποστάσειςτόσο από τη ΝΔ όσο και από τον νέο πόλο που επιχειρεί να δημιουργήσει ο πρώην πρωθυπουργός.
Πέρα όμως από τις επιμέρους δηλώσεις, ο κοινός παρονομαστής των αντιδράσεων είναι πολιτικός: η επανεμφάνιση του ΑλέξηΤσίπρα υποχρεώνει τα κόμματα να επανατοποθετηθούν απέναντι σε έναν παράγοντα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν εκτός της ενεργού κομματικής διεκδίκησης.
Η κυβέρνηση επιλέγει να τον αντιμετωπίσει μετωπικά, επιχειρώντας να αποδομήσει το «νέο» πρόσωπο και να τον συνδέσει με τοπαρελθόν. Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να διατηρήσει την αυτονομία τουκαι να μην επιτρέψει στον Τσίπρα να εμφανιστεί ως αυτονόητος επικεφαλής ενός προοδευτικού μετώπου. Η Νέα Αριστερά αμφισβητεί την πολιτική φυσιογνωμία του νέου εγχειρήματος, ενώ το ΚΚΕ διατηρεί την πλήρως διακριτή στρατηγική του. Από τα δεξιά, η Ελληνική Λύση αντιμετωπίζει την επιστροφή Τσίπρα ως έναν ακόμη παράγοντα στην προσπάθεια αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού.
Το ενδιαφέρον, συνεπώς, δεν βρίσκεται μόνο στο τι απάντησαν τα κόμματα στον Τσίπρα. Βρίσκεται και στο γεγονός ότι σχεδόν όλοι αναγκάστηκαν να απαντήσουν στον Τσίπρα. Και αυτό απόμόνο του αποτελεί ένδειξη ότι η επιστροφή του στο προσκήνιο έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την πολιτική ατζέντα.
Η επόμενη μάχη, πλέον, δεν αφορά μόνο την αποτίμηση της παρουσίας του στη Θεσσαλονίκη. Αφορά το αν το νέο εγχείρημα θα μπορέσει να μετατραπεί από προσωπική πολιτική επιστροφήσε πραγματικό εκλογικό πόλο και, κυρίως, αν θα αλλάξει τις ισορροπίες ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και τα κόμματα της Αριστεράς.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

