Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

ΘΕΜΑΤΑ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: Υ Π Α Τ Η 1888

Γράφει ο Νίκος Ταξ. Δαβανέλλος



Συνεχίζοντας την παραμονή του στη Λαμία, ο Γάλλος Αρχαιολόγος Γκαστόν Ντεσάν, για τον οποίο αναφερθήκαμε  στο φύλλο της 18ης Οκτωβρίου, θα επισκεφθεί την Υπάτη το έτος 1888. 

Υπάτη, 8 Ιουλίου 1888.

Στην αμμουδερή πεδιάδα, λίγο πριν φτάσουμε στις πλαγιές της Οίτης, μια θερμή πηγή αναβλύζει από το έδαφος: κάποιοι επιχειρηματίες, με καλές προθέσεις, έφτιαξαν, γύρω από το άνοιγμα απ’ όπου βγαίνει το θειούχο νερό, ένα ομοίωμα ιαματικών λουτρών, έναν καταυλισμό από ξύλινες παράγκες. Σε κάτι που μοιάζει με εστιατόριο, συναντάς κάποιες φιλάσθενες, και χλωμές φυσιογνωμίες, κάποιους αδειούχους αξιωματικούς, με ένα μαντίλι τυλιγμένο  στο λαιμό τους, καμιά δεκαριά αρρώστους που ήρθαν εδώ για κούρα και πεθαίνουν από τη ζέστη.

Είναι σωστή κόλαση, μια ζέστη βαριά σαν να είσαι σε φούρνο και ριπές ανέμου που νομίζεις πως βγαίνουν από καμίνι. Ο ουρανός είναι άσπρος, η άμμος είναι άσπρη. Μια ζέστη που τη βλέπεις, που την αγγίζεις, μια δυνατή δόνηση που βγαίνει από τη σκασμένη γη, από τις πέτρες, από όλα τα αντικείμενα που αγγίζεις και βλέπεις. Τα όρθια καλάμια νομίζεις πως διψάνε.

Δυο δύστυχες ροδοδάφνες προσπαθούν να ανασάνουν. Ο αέρας βράζει. Μια καυτή ομίχλη πλανάται πάνω από το καρβουνιασμένο έδαφος, το κορεσμένο από ασβέστη και θείο, και τσούζει τα μάτια, μια ατμόσφαιρα σαν της σόμπας τυλίγει τα βαριά κεφάλια και τα κουρασμένα μέλη. Είναι σαν μια πυρκαγιά από εκτυφλωτικές αντανακλάσεις, που θαμπώνει και γοητεύει. 

Όλα τα διαπερνά η φωτιά. Πρέπει να καταφύγουμε στην Υπάτη, που είναι μια όαση με σπίτια, μέσα στο πράσινο, στα πρώτα πλατώματα της Οίτης.

Το υπέροχο δροσερό νερό, το υπέροχο ρακί, με το οποίο σβήσαμε τη βασανιστική δίψα που έκανε τον ξερό λαιμό μας να πονάει, στο κύριο καφενείον της Υπάτης! Μας πήρε κάμποση ώρα να συνέλθουμε και να δούμε με μάτι κάπως καθαρό την αυτοκρατορική οικογένεια της Ρωσίας που μας χαμογελούσε κρεμασμένη στον τοίχο.

Το βράδυ, όλοι βγαίνουν από τα σπίτια τους για να πάρουν ανάσα. Αξιωματικοί  της χωροφυλακής και του πεζικού σέρνουν τα ξίφοι και κάνουν τα σπιρούνια τους να ηχούν εδώ κι εκεί στη μεγάλη πλατεία. Εύζωνοι πάνε πέρα δώθε τις φουστανέλες τους και αψηφούν τώρα πια τον ήλιο.

Είναι πολύ περίεργη η νυχτερινή εικόνα αυτής της κωμόπολης, όταν ξυπνάει καθώς πέφτει η νύχτα, στους πρόποδες της Οίτης, ενώ πάνω από τα σπίτια ορθώνεται η ψηλή πλαγιά της σκεπασμένη με μεγάλα δέντρα.  Καθώς η σκιά μπερδεύει τις σιλουέτες των ανθρώπων και των πραγμάτων, έρχονται να στοιχειώσουν το μυαλό οπτασίες από νεκρούς που νομίζεις πως ξαφνικά ανασταίνονται.

Υπήρχε εδώ μια αρχαία πόλη, η Υπάτη. Ήταν η πρωτεύουσα μιας ομοσπονδίας, το κέντρο μιας από αυτές τις μικρές ενώσεις που χωρίζουν την Ελλάδα σε ατελείωτες κοινωνικές ομάδες. Η παλιά πόλη έχει εξαφανιστεί, αφήνοντας μόνο στα καινούρια κτίσματα κάποια μεγάλα κομμάτια μάρμαρο καλυμμένα με γράμματα, σπασμένα αγάλματα, θραύσματα από ανάγλυφα.

Σε μια γωνιά του δημαρχείου, ανάμεσα στη σκόνη και στα τσαλακωμένα χαρτιά, κειτόταν ένα σπασμένο άγαλμα, ένας κορμός εφήβου, ρωμαλέου και λυγερού. Οι ανατομικές γραμμές ήταν σκληρές, λαξεμένες σε αδρά επίπεδα, όπως κάποιες φιγούρες της φλωρεντινής σχολής. Τα χέρια έλειπαν, αλλά το δεξί, καθώς φαινόταν , ήταν  υψωμένο, το αριστερό ήταν σε μια ήρεμη στάση. Σου έρχεται στο νου ο Περσέας του Τσελίνι, καθώς υψώνει με το ένα χέρι το κεφάλι της Μέδουσας που μόλις έχει κόψει, ενώ με το άλλο χέρι κρατάει τη ρομφαία.

Οι γοφοί δεν είναι πολύ τονισμένοι, ενώ οι μύες του στήθους ξεχωρίζουν, η κοιλιά είναι επίπεδη, η ζωηρή καμπύλη που σχηματίζεται κάτω από τη μέση, το μήκος του θώρακα, τα λεπτοφτιαγμένα σημεία  συναρμογής, όλα δείχνουν την ελεύθερη και αρμονική ανάπτυξη της δύναμης, δίχως χονδροειδείς υπερβολές, δίχως το πρήξιμο εκείνων των παλικαράδων στα πανηγύρια.

Είναι ο όμορφος έφηβος, στο αποκορύφωμα της χάρης του και της δύναμής του, στην πληρότητα της ομορφιάς του. Είναι έτοιμος για τη μάχη, ενώ τον ωθεί προς τα εμπρός  μια ρώμη νικηφόρα και ανεμπόδιστη. Μόνο ο Φαλγκιέρ*, στην εποχή μας απέδωσε, στο έργο του  «Νικητής στη μάχη των πετεινών», αυτή τη λεπτή αλλά εύρωστη κομψότητα και αυτή την περιφρόνηση για τη μάζα που ισοπεδώνει απότομα και σπάει τα πάντα στα τυφλά.

Προφανώς, το γοητευτικό κεφάλι που κατηύθυνε τις κινήσεις αυτές γνώριζε να δένει εξίσου αρμονικά και τις ιδέες, κατά τον τρόπο που δίδασκαν οι φιλόσοφοι. Αλλά το γαλήνιο μέτωπο, το περιφρονητικό και περήφανο στόμα, το καλογραμμένο προφίλ  εξαφανίστηκαν, δεν ξέρουμε από ποια  καταστροφή των βαρβάρων…

 Σημ:  Φαλγκιέρ, γάλλος γλύπτης (1831-1900). Υπήρξε ένας από τους τρείς δημιουργούς του γλυπτού «Η Ελλάς του Βύρωνα» που βρίσκεται στη γωνία των οδών Βασιλίσσης Όλγας και Βασιλίσσης Σοφίας  στην Αθήνα. Το έργο που αναφέρεται ο Ντεσάν βρίσκεται στο Μουσείο Ορσέ.

Γκαστόν Ντεασάν: H Ελλάδα του Χαριλάου Τρικούπη.  Μεταίχμιο, 2022. Μετάφραση: Αριστέα Κομνηνέλλη.

 


Η  Υπάτη τη δεκαετία του ’50.

 

 

 

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.
randomness