Εκδήλωση Τιμής και Μνήμης στον εκλιπόντα Ιστορικό, Φιλόλογο και Δοκιμιογράφο Σαράντο Καργάκο
Γράφει ο Νικόλαος Δ. Ηλιόπουλος
Εκπαιδευτικός Α/θμιας Εκπ/σης
Στα πλαίσια των «ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ 2019» του Αθλητικού & Πολιτιστικού Συλλόγου Αμφικτυόνων Λαμίας πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2019 εκδήλωση τιμής και μνήμης στον αλησμόνητο μεγάλο Έλληνα Δάσκαλο Σαράντο Καργάκο.
Με τον εκλεκτό συνομιλητή μου και συνάδελφο Γιώργο Σαγιά προσπαθήσαμε να συνθέσουμε με σεβασμό τα κομμάτια της σπουδαίας προσωπικότητας και του πολυάριθμου συγγραφικού έργου του αείμνηστου Ιστορικού, που περίπου ένα χρόνο πριν άφησε τα εγκόσμια. Την εκδήλωση συντόνισε με μαεστρία η ερίτιμος Φιλόλογος και Αρχαιολόγος Ευαγγελία Δημοπούλου.
Αποτίοντας φόρο τιμής στην προσωπικότητα και το ήθος του μεγάλου αυτού Ιστορικού, Φιλολόγου και Δοκιμιογράφου ένιωθα φορές η νοηματοδότηση των λέξεων να μην επαρκεί και η προσπάθειά μου να διεισδύσω στο έργο του να φαντάζει ατελέσφορη.
Η εκδήλωση κινήθηκε γύρω από έναν βασικό άξονα, αυτόν της παρουσίασης στο κοινό ενός εκ των τελευταίων έργων του Σαράντου Καργάκου, του τετράτομου ιστορικού πονήματός του για τον «2ο Παγκόσμιο Πόλεμο». Στο έργο αυτό υπάρχουν αφοπλιστικά εξομολογητικές στιγμές που λειτουργούν και ως ψυχογράφημα του συγγραφέα. Μια αυτοβιογραφική αναφορά, που σε συνδυασμό και με το βαρύ φορτίο του χρέους που ένιωθε στην ενήλικη ζωή του να αποδώσει σωστά και με βάθος εκείνα τα γεγονότα που τον σημάδεψαν παιδιόθεν, κάνουν το μακρόχρονο και πολύμοχθο αυτό πνευματικό έργο να φαντάζει ωσάν τη δική του Ιθάκη.
Όλες αυτές οι πρώιμα οδυνηρές εμπειρίες στην τότε παιδική του ψυχή έφεραν μέσα του το τραύμα του πολέμου, το οποίο κατάφερε με κόπο να μεταβολίσει στην ενήλικη ζωή του, μα ποτέ να ξεπεράσει. Μέσα από τις μετέπειτα γνώσεις, αναζητήσεις, την κριτική στάση απέναντι στα ιστορικά γεγονότα και την επίσκεψή του στους τόπους όπου συνέβησαν αυτά, κατάφερε με πνευματικές οδύνες και ζυμώσεις να συνθέσει αυτό το ογκώδες, μα ευχάριστο στην ανάγνωση έργο, που υμνεί τη σπουδαιότητα και τη σημασία της ειρήνης για τους λαούς. Το δίδαγμα είναι σαφές: «όσες φορές οι λαοί αφήνουν τον ήχο των όπλων να καλύψει το τραγούδι της ειρήνης και δεν ακούγεται πρώτα η συνετή λαλιά του διαλόγου οι λαοί μετανιώνουν».
Σκοπός του ήταν να εξάρει τον έρωτα της ζωής κι όχι αυτόν του θανάτου, ως μια ουσιαστική –κι όχι μοδάτη- πρόταση ειρήνης. Κρατώ μια αιχμηρή δήλωσή του: «Η ωραιοποίηση του πολέμου είναι το πιο βρώμικο άρωμα της ιστορίας. Προσφέρω αυτό το βιβλίο στους αναγνώστες μου, κυρίως στη νέα γενιά, με την προσδοκία ότι θα λειτουργήσει σαν ένα αντίδοτο κατά του μίσους. Το μίσος είναι η κινητήρια δύναμη του πολέμου». Σε αυτό όμως το σημείο, μέσα από μια αφοπλιστική και ουσιαστική στροφή του κριτικού πνεύματός του και της γεμάτης οξύνοιας ματιάς του συνεχίζει προστατεύοντας κι αφυπνίζοντας τον αδαή αναγνώστη από την πονηρία των σημερινών καιρών ως εξής: «Αυτό δε σημαίνει ότι προσφέρω, ειδικά στη νεολαία, ένα βιβλίο πασιφιστικό, δείγμα νερόβραστου ειρηνισμού, κοντά στα τόσα άλλα που κυκλοφορούν και τα οποία αφοπλίζουν ψυχικά τους μικρούς λαούς για να μην τολμούν να αντιτάξουν αντίσταση στους ισχυρούς. Η ενδοτικότητα και υποχωρητικότητα δεν απέτρεψε ποτέ τον πόλεμο».
Και στους τέσσερις τόμους του έργου του ο Σαράντος Καργάκος κρίνει πρόσωπα και καταστάσεις, μα ποτέ δεν υβρίζει. Διατυπώνει ευθαρσώς τη δική του σκέψη, αλλά αφήνει χώρο στον αναγνώστη να σχηματίζει τη δική του άποψη και να γίνεται συνταξιδιώτης σε αυτή την πιο μεγάλη πνευματική του περιπέτεια. Παράλληλα, προκύπτουν διαπιστώσεις διαχρονικές για το σύνολο των ανθρωπίνων πολεμικών πράξεων. Λέγει χαρακτηριστικά πως «μπορεί ένας πόλεμος να κάνει κάποιον μεγαλοδύναμο, δεν τον κάνει όμως παντοδύναμο. Σε έναν πόλεμο, κάποιος, άλλο προσμένει και άλλο έρχεται. Στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους η ως τότε πανταχού κυριαρχούσα Ευρώπη αυτοχειριάστηκε και έδωσε προβάδισμα στην Αμερική και στη Σοβιετική Ένωση».
Πίστευε πως η κύρια αποστολή του Ιστορικού δεν είναι μόνο να πει τι στην πραγματικότητα έγινε, αλλά και να προειδοποιεί γι’ αυτό που πρόκειται να γίνει και να υποδείξει όσο μπορεί τρόπους για να μη γίνει ό,τι θεωρεί καταστροφικό. Κάνοντας λογοπαίγνιο επισημαίνει πως «κανείς δεν ξέρει τι μας επιφυλάσσει το παρελθόν. Μέλλον είναι το παρελθόν που μπαίνει από άλλη πόρτα. Να, γιατί χρειάζεται το διάβασμα της ιστορίας».
Παράλληλα, ο Ιστορικός οφείλει να μπορεί να διαβάζει κάτω και πίσω από όσα επισήμως είναι γραμμένα. Ένα γεγονός μπορεί με ακρίβεια να καταγραφεί, είναι όμως δύσκολο να ερμηνευθεί. Αυτό που πρέπει να διδάσκει τους αναγνώστες μια έντιμη ιστορική συγγραφή είναι το να είμαστε νηφάλιοι και να θυμόμαστε πάντα ότι πρέπει να δυσπιστούμε. Ο συγγραφέας ήταν πεπεισμένος πως ειδικά εμείς οι Έλληνες πρέπει να διαβάζουμε στοχαστικά την ιστορία για να μην είμαστε οι πάντα ευκολόπιστοι κι οι πάντα προδομένοι.
Η δύναμη του πνεύματός του και η απροκάλυπτη ειλικρίνειά του μας δίνουν τη σκέψη του για τη σημερινή στόχευση της ιστορικής συγγραφής. Πιστεύει πως η σύγχρονη ιστορία, δυστυχώς, έχει χάσει τον διδακτικό χαρακτήρα που της προσέδωσαν οι θεμελιωτές της, κυρίως ο Θουκυδίδης και ο Πολύβιος. Η εκλαϊκευτική ιστορία για να γίνει πιο θελκτική προσφέρει τα ιστορούμενα σαν ορεκτικό, κατά το διαφημιστικό «είμαι όπως σας αρέσω». Κάποιες φορές παραποιείται και παραχαράσσεται σκοπίμως ή μη.
Επίσης, η προβαλλόμενη ως επιστημονική ιστορία, εν ονόματι του πολιτικά ορθού, καταγράφει τα γεγονότα πάντα βάσει μαρτυριών, αλλά πνίγεται μαζί με τον αναγνώστη μέσα στον ωκεανό των παραπομπών. Ο στοχασμός πάνω στο ιστορικό γεγονός απουσιάζει. Διαπιστώνει, αλλά δεν πιστώνει. Υπάρχουν φορές που η ιστορία υποκλίνεται σε μία θεωρία ή πολιτική ιδεολογία ή ακόμη και σε μια σκοπιμότητα. Κατά την προσωπική του εκτίμηση «η ιστορία αποκτά την πρέπουσα αξία όταν γίνεται τέχνη του σκέπτεσθαι».
Είναι γεγονός πως σε μια εποχή γενικότερης παρακμής παρακμάζει και η ιστορική σκέψη. Στη μακρά πνευματική του πορεία όμως, ο Σαράντος Καργάκος προτίμησε τη δύσκολη οδό της ανεξαρτησίας. Έτσι, μπορούσε να βλέπει και να κρίνει τα γεγονότα και τα πρόσωπα της ιστορίας νηφάλια, με τη δική του προσωπική ματιά, απερίσπαστος από κομματικές και ιδεοληπτικές επιρροές. Γι’ αυτό, με περίσσεια μαεστρία σκιαγραφεί τις προσωπικότητες των πιο σπουδαίων συντελεστών στη διεξαγωγή του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Χίτλερ, ωστόσο, είναι εκείνος που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και μελέτης. Είναι ο μοιραίος άνθρωπος που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, που περιείχε τους ανέμους του πολέμου.
Γράφοντας στον Δ΄ Τόμο για το τέλος αυτής της αμφιλεγόμενης προσωπικότητας, ο συγγραφέας διαπιστώνει πως οι ιδέες του Χίτλερ βρίσκουν έδαφος στην Ευρώπη, αλλά καί στην Ελλάδα, ακόμη και σήμερα. Ο Χίτλερ, δυστυχώς, εξακολουθεί να ασκεί γοητεία. Οι λόγοι είναι πολλοί αναφέρει ο συγγραφέας. Ο πιο βασικός όμως είναι ότι ο κόσμος που έκτισαν οι νικητές δεν ήταν αυτός που υποσχέθηκαν. Άλλα έταξαν κι άλλα έπραξαν. Και στην ερώτηση, πότε θα σταματήσει αυτή η λαίλαπα του φασισμού και του ναζισμού, της ασταμάτητης κι ατέρμονης καλλιέργειας της διαχρονικής λατρείας για τη δύναμη, όπου ο δυνατός έχει δίκιο επειδή απλά είναι δυνατός, απαντά κατηγορηματικά και με ισχυρότατο υπαινιγμό στις σημερινές ψευτοειρηνιστικές προσπάθειες των μεγάλων και ισχυρών κρατών, που πνίγουν τα οικονομικά, εδαφικά και εθνικά δίκια των μικρότερων, πως η φασιστική μανία για επιβολή του δυνατού θα εκλείψει όταν ανατείλει η χρυσή δημοκρατία. Μια δημοκρατία για όλους κι όχι μόνο για λίγους.
Η Ιστορία καθορίζει μέσα μας την ηθική ποιότητα και την πνευματική διάσταση του κάθε έθνους, αλλά και του καθενός ανθρώπου που ανήκει στο συγκεκριμένο έθνος. Επίσης, οι αρίφνητες γενιές των ανθρώπων έχουμε την τάση να ξεχνάμε γρήγορα. Κι έρχεται πάλι η Ιστορία να μας θυμίζει λάθη και παραλείψεις, μήπως και περισώσουμε κάτι από τη χαμένη γοητεία της ανθρώπινης συνύπαρξης.
Για τους παραπάνω λόγους ο Σαράντος Καργάκος ήταν υπέρμαχος του ότι η ιστορία πρέπει να γίνει η κύρια πνευματική τροφή κάθε πολίτη κι ότι ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης οφείλει να μάθει να μη βλέπει πρόσωπα και γεγονότα μέσα από ένα μόνο πρίσμα, γιατί όλα στην ιστορία είναι πολυπρισματικά και πολυσήμαντα. Αυτός ήταν ένας ακόμη λόγος που μόχθησε για τη συγγραφή αυτού του τετράτομου έργου. Θέλησε να μας δώσει ένα ελληνικό αντίδοτο στις ιστορίες των ξένων συγγραφέων που σκόπιμα ή μη, θέλησαν να παραποιήσουν ή εντέχνως να παραχαράξουν ελλειμματικά τη συμβολή και τον ρόλο της Ελλάδος στην εξέλιξη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Σε όλα του τα έργα ο λόγος του Σαράντου Καργάκου είναι μεστός, βαθύς, αφυπνιστικός και στιβαρός, χωρίς υπεκφυγές και παρανοήσεις. Γενικότερα, η μειλίχια εικόνα του και συνάμα η ευπροσήγορη διάθεσή του να αναλύει, να εξηγεί και να εμβαθύνει με εκλαϊκευτικό στόμφο σε θέματα και ζητήματα ιστορικά -κι ενίοτε κοινωνικά και παιδαγωγικά- έδινε το στίγμα του αρχοντικού κι ευγενικού ανθρώπου, του μεγάλου εκείνου Δασκάλου και ιστορικού ερευνητή, που είχε συνείδηση της ελληνικότητας και της ιστορικής συνέχειας αυτής της χώρας που τόσο αγάπησε. Μιας διαυγούς κι ανεπηρέαστης ιστορικής επίγνωσης της συνέχειας του ελληνισμού, στον αντίποδα της θολής πλέον εικόνας για την ιστορία του μουδιασμένου στην ιστορική του συνείδηση ελληνικού λαού.
Ο Δάσκαλος, που με τους ειλικρινείς λόγους του ήξερε να καθοδηγεί και να σμιλεύει ψυχές. Αγαπούσε πολύ τους νέους και τα παιδιά και συχνά τόνιζε πως «δεν ήθελε παιδιά φρόνημα, αλλά παιδιά με γενναίο φρόνημα». Κατάφερνε μέσα σε κλίμα άκρατης ελευθερίας να ανοίγει τον δρόμο προς την ύψιστη κλίμακα του πνεύματος, την Αλήθεια. Την Αλήθεια, με την εννοιολογική απόδοση που της έδιναν οι φιλόσοφοι πρόγονοί μας, ως αντίδοτο στη λησμονιά κι ως φανέρωση του πραγματικού.
Αναφορικά με την ελληνική γλώσσα παρακολουθούσε με θλίψη την εξαχρείωσή της, με μέγιστη αυτή της λεξιπενίας και της παραποίησής της. Επέμενε στη σωστή χρήση της, αλλά και στη γνώση σε βάθος του πλούτου της. Έλεγε χαρακτηριστικά πως «τα Ελληνικά πάντα θα έχουν μέλλον, αλλά οι Έλληνες χωρίς αυτά όχι». Προτροπή του έντονη και συχνή υπήρξε το να επαναστατήσουμε πρωτίστως κατά του εαυτού μας. Να ζητήσουμε από τον εαυτό μας να γίνει καλύτερος, για να μπορέσουμε να ζητήσουμε το καλύτερο.
Μέσα από το πλούσιο έργο του αγωνίστηκε για να κρατήσει την ελληνική ψυχή εν εγρηγόρσει. «Η εθνότητα, έλεγε, είναι ένα συναισθηματικό γεγονός. Το έθνος είναι αυτό που μας ενοποιεί. Το κόμμα είναι αυτό που μας χωρίζει». Μέσα από τα βιβλία του τίμησε την έννοια και τη σημασία της πατρίδας, της πίστης, της ιστορίας, της γλώσσας. Μιλούσε πάντοτε εμφατικά, μα ποτέ φανατικά. Για το «κοινόν των Ελλήνων», την Πατρίδα, ζητούσε να την αγαπήσουμε, με σεβασμό και ταπεινό φρόνημα, δίνοντας, κι όχι μόνο παίρνοντας. Προς τους νέους, που βάλλονται πνευματικά πανταχόθεν, τούς παρότρυνε να κρατηθούν από τη γλώσσα μας, τονίζοντας πως αποτελεί την κλωστή, τον ομφάλιο λώρο, που μας συνδέει με τις αρχέγονες μήτρες μας. «Είμαστε παιδιά του Ομήρου», έλεγε.
Στο έργο του «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος», αν και με αναφορά στον πόλεμο, υμνείται η Ελευθερία, το Ηρωικό Πνεύμα και η αυτοθυσιαστική προάσπιση κάθε ζωτικού χώρου του ανθρώπου, ως ύψιστα αγαθά για κάθε υπαρκτική οντότητα. Ωστόσο, πόσο κατανοητές γίνονται σήμερα οι έννοιες της ελευθερίας και του ηρωισμού; Σε καιρό μακράς ειρήνης ο ηρωισμός κι η αυταπάρνηση φαντάζουν ως φθηνό κι άσκοπο ξόδεμα της ζωής. Γι’ αυτό κι ενίοτε παραποιούνται, σπανιότερα δε διακωμωδούνται, μη γνωρίζοντας πλέον οι υπό σύγχυση νέοι μας τον ρόλο των εθνικών εορτών, των παρελάσεων, της τιμής όλων αυτών των ανθρώπων που κάποτε υπερέβησαν εαυτό και προστέθηκαν σε κάποιο κατεβατό ονομάτων σε μαρμάρινη επιτύμβια στήλη. Φθάσαμε να πιστώνουμε στις εθνικές επετείους χαρακτήρα φολκλορικό!
Η υπαρκτική ουσία του ανθρώπου, ως γονιδιακή συνθήκη, καλεί με κάθε τρόπο προς διεκδίκηση κι υπεράσπιση δύο συνθηκών. Αυτόν της επιβίωσης, κι αυτόν της αποτίναξης της δουλείας, ει δυνατόν, κάθε ανελευθερίας και κάθε περιορισμού. Ενίοτε, η διεκδίκηση της τελευταίας απαιτεί κατηγορηματικά το διακύβευμα της πρώτης. Είναι εκείνο το υπαρξιακό και συνάμα ακατανόητο κέντρισμα για προάσπιση κι ερωτική κατάκτηση, με όποιο κόστος, της ύψιστης αρετής, αυτή της Ελευθερίας..!
Έτσι εξηγείται η πνευματική και ψυχική γενναιότητα των τριακοσίων του Λεωνίδα, των αρματωλών και κλεφτών, των γυναικών του Ζαλόγγου, των ηρώων στο Έπος του ’40. Έτσι θα μπορούσε να βρει κάποιο αντίκρισμα στο λογικό μας, παρά την όποια εγωτική προδιάθεση για επιβίωση, η ρήση του Υπαταίου Ταγματάρχη Πυροβολικού Ιωάννη Παπαρρόδου, ο οποίος το 1941 στις προτροπές για εγκατάλειψη του πεδίου μάχης στο Δισπηλιό Καστοριάς, απάντησε πως «Η τιμή κι η ελευθερία της Πατρίδος μου και της οικογένειάς μου μού επιβάλλουν να μείνω εδώ».
Τέτοιες απόψεις, σκέψεις και πεποιθήσεις σήμερα φαντάζουν μυθεύματα στον νου και στη λογική μας, ακρότητες ή περιττές εξάρσεις του ψυχισμού κάποιων, ίσως τρελών για την εποχή τους. Μια άκρατη απομυθοποίηση της σημασίας και της αξίας της υπέρβασης του «εγώ» για το συλλογικό «εμείς». Μόλις μερικές δεκαετίες μετά το έπος του ’40, σήμερα, όλα αυτά κάποιοι επιζητούν να τα κάνουν να φαντάζουν παρωχημένα, φθηνά και μη ωφέλιμα για τον εξόχως καλλιεργημένο ατομισμό μας. Όλα δείχνουν πως οδηγούμαστε σε μια νέα αντίληψη περί της συγκρότησης των κοινωνιών, μέσα από την αποδόμηση της ιστορίας, των εθνών, της οικογένειας, της πίστης, του φύλου, της ταυτότητας κι εν γένει κάθε πρότερης αντίληψης περί του ελληνικού τρόπου του βίου. Κι όσοι ακόμη τολμηροί ανθίστανται καλούνται από τους υπέρμαχους της «μοδάτης» εκδοχής της ζωής ως συντηρητικοί, γραφικοί ή ακόμη κι ως εκφραστές συνωμοσιών.
Ο Σαράντος Καργάκος σκίασε με παρρησία αυτές τις φωνές υψώνοντας αγέρωχα το πνευματικό του ανάστημα όταν έπρεπε, ως στιβαρή και αξιοσέβαστη πνευματική μορφή της επιστήμης του και της χώρας. Ταυτόχρονα, διέθετε πάντοτε τις λεπτές εκείνες προσλαμβάνουσες που πρέπει να διαθέτει κάποιος επιστήμονας ή μη, για να μπορεί να αφουγκραστεί τα υπόρρητα μηνύματα της Ιστορίας των ανθρώπων και των λαών.
Μέσα από την πολύτιμη εργογραφία του ο αείμνηστος Δάσκαλος και Ιστορικός έκρουε ασταμάτητα τον κώδωνα του κινδύνου για την επερχόμενη εθνοαποδομητική και εθνομηδενιστική αντίληψη των σύγχρονων κοινωνιών. Υποστήριζε την εθνοκεντρική δομή της ιστορίας και την ακέρια διαφύλαξη κάθε εθνικής ιστορικής μνήμης, χωρίς εξάρσεις, μίση κι εθνικούς φανατισμούς, αλλά με νηφαλιότητα, αγάπη και σεβασμό σε κάθε εθνικό συλλογικό υποκείμενο. Θεωρούσε το έθνος ως βασικό συστατικό της κοινωνίας των ανθρώπων, του πολιτισμού και της συνύπαρξης. Ποτέ δεν συμφώνησε με την άκριτη και φανατική αποδοχή των άκρων, ούτε υπήρξε οπαδός ομαδώσεων που σφετερίζονται τη μια ή την άλλη πολιτική θεωρία προς άγραν ψήφων ασυνείδητων ή αδιάφορων ψηφοφόρων. Απεναντίας, με κατηγορηματικό τρόπο ζητούσε και καλούσε όλους για επαγρύπνηση, ενεργή συμμετοχή, ιστορική επίγνωση και συνείδηση, γιατί η Δημοκρατία δεν είναι μια κατάσταση, αλλά ένα διαρκές άθλημα όλων.
Διαμήνυε πως η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, παρά τις προειδοποιήσεις του παρελθόντος. Έτσι, κλείνοντας τον τελευταίο τόμο του έργου του «2ος Παγκόσμιος Πόλεμος» ο Σαράντος Καργάκος γράφει με υπαινικτικούς συμβολισμούς τον επίλογο ως εξής: «Ο μηδενισμός των πάντων και ο ρηχός αυτοθαυμασμός γέννησαν τον ναζισμό. Ενδέχεται ο νέος μηδενισμός να γεννήσει άλλου τύπου ολοκληρωτισμό. Όχι εξάπαντος στη Γερμανία. Δυστυχώς, είναι διάχυτος παντού. Γι’ αυτό είναι επιτακτική η μελέτη της άνευ παρωπίδων και σκοπιμοτήτων ιστορίας».
Στις μέρες μας, στους πονηρούς αυτούς καιρούς που ζούμε, η αυθεντική ουσία των πραγμάτων είναι είτε συγκεκαλυμμένη, είτε μπερδεμένη με άλλες παρείσακτες ουσίες. Από τον καθένα μας χωριστά πρέπει να γίνει συνειδητά αυτός ο επίπονος και δύσκολος διαχωρισμός. Χρειάζεται αυτή η μυσταγωγική και συνάμα μυστηριακή καταβύθιση στον έσω εαυτό για να καταφέρουμε να δούμε και να διακρίνουμε καθαρά την αυθεντική ουσία των πραγμάτων. Εντόνως έρχονται στον νου μου τα λόγια του σπουδαίου δοκιμιογράφου Κώστα Τσιρόπουλου: «Σε ώρα πνευματικής πνιγμονής, θεώρησα ζωτικό χρέος μου να στραφώ προς εκείνες τις ζωογόνες πηγές που θα δυνάμωναν τη συνειδησιακή μου αγρύπνια και θα φώτιζαν τα μάτια μου με γνήσια ελληνικό φως. Έτσι, πραγματοποίησα έναν εσωτερικό, μυστικό εορτασμό, με σπαραχτική δύναμη αναπόλησης των μορφών, που έβαλαν τ’ αντρειωμένα τους κόκκαλα στα θεμέλια της Νέας Ελλάδας».
Αυτή τη φωνή φαίνεται πως αφουγκραζόταν ξεκάθαρα ο αείμνηστος Δάσκαλος Σαράντος Καργάκος και μέσα από τα δικά του έργα βοηθά και θα βοηθάει εμάς, αλλά και τις επερχόμενες γενιές. Αυτή θαρρώ πως είναι η ουσιαστικότερη μεγαλοσύνη του έργου του. Το διακριτικό και συνάμα αφοπλιστικό ξεκαθάρισμα του επιτηδευμένου από το ιστορικά αληθές.
Σίγουρα, εάν υπάρχουν αρχεία εκεί ψηλά στους ουρανούς, ο Σαράντος Καργάκος ήδη θα είναι καθισμένος σε κάποιο γραφείο και θα τα αναδιφά…



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

