Ηθικές και Πολιτικές παρακαταθήκες Ρουμελιωτών Οπλαρχηγών του 1821
Γράφει ο Γεώργιος Σούλιος,
Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ. - τ. Πρόεδρος Φθιωτών Μακεδονίας-Θράκης
Η Επανάσταση του 1821 άρχισε βέβαια από το Μοριά. Όμως η Ρούμελη ήταν το προπύργιό της. Για να σβήσει την επανάσταση ο Σουλτάνος, έστειλε 17 αλλεπάλληλες στρατιωτικές δυνάμεις. Μία μόνο, αυτή του Τουρκο-αιγύπτιου Ιμπραήμ, αποβιβάστηκε από τη θάλασσα στο Μοριά.
Όλες οι άλλες πέρασαν από τη Ρούμελη. Συνολικά 16 σερασκέρηδες με τα φουσάτα και τα ασκέρια τους πέρασαν ή προσπάθησαν να περάσουν από τη Ρούμελη. Όλοι αυτοί εδήωσαν, κατέκαυσαν, σφαγίασαν τη Ρούμελη που υπέστη τα πάνδεινα. Οι Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί με τα επαναστατικά σώματά τους αντιστάθηκαν όσο μπορούσαν.
Πολλοί από αυτούς έπεσαν ηρωϊκά στα πεδία των μαχών. Όλοι έδωσαν τον υπέρτατο αγώνα. Ήταν πολλοί και αξιόλογοι. Ορισμένοι από αυτούς ξεχώρισαν με την προσωπικότητά τους και τον αγώνα τους. Καταγράφηκαν στην ιστορική συνείδηση όλων των Ελλήνων. Από αυτούς ο υπογράφων θεωρεί ότι οι επόμενα αναφερόμενοι άφησαν ανεξίτηλο στίγμα στην ιστορία του Έθνους.
Κατ’ αρχήν ο προεπαναστατικός ήρωας Αντώνης Κατσαντώνης, ο χιλιοτραγουδισμένος στην παραδοσιακή δημοτική μουσική, το καμάρι των Σαρακατσιάνων, ο αδιαμφησβήτητος και ασυνθηκολόγητος οπλαρχηγός των Αγράφων. Μετά τα Ορλαφικά, πολλοί προύχοντες κυρίως του Μοριά, σκέφθηκαν ότι ήταν αδύνατο με μια επανάσταση να απελευθερωθεί από τον Μωαμεθανικό ζυγό όλη η Ελλάδα, και ότι στρατηγικά θα ήταν σωστό να απελευθερωθεί και να κηρύξει την ανεξαρτησία του ένα, έστω μικρό, τμήμα του έθνους και αυτό βαθμιαία να επεκταθεί και να καλύψει μεγάλα τμήματα. Ως τέτοιο τμήμα κρίθηκε καταλληλότερο η περιοχή των Αγράφων που είναι φυσικά η εστία των Σαρακατσάνων.
Οπλαρχηγός εκεί, τότε το 1807, ήταν ο Αντώνης Κατσαντώνης, ξακουστός για τα κατορθώματά του και τους αγώνες κατά των Οθωμανών. Τον κάλεσαν λοιπόν πολλοί προύχοντες του Μοριά στην Αγία Μαύρα το κάστρο της Λευκάδας, που τότε, όπως όλα τα Επτάνησα, ήταν υπό Ρωσσική κυριαρχία. Παρών στη σύναξη, μεταξύ των πολλών και διακεκριμένων Μοραϊτών, αλλά κάποιων Ρουμελιωτών, ήταν ο στρατηγός του Ρωσσικού Στρατού, Αρμοστής των Επτανήσων Κ. Παπαδόπουλος. Εκεί λοιπόν ζήτησαν από τον Κατσαντώνη να αναλάβει την πρωτοβουλία απελευθέρωσης των Αγράφων και βαθμιαία τμημάτων της χώρας, παρέχοντάς του κάθε δυνατή ηθική και υλική στήριξη. Ο ατρόμητος Κατσαντώνης, συναισθανόμενος την ευθύνη, δίσταζε να αναλάβει αυτό τον ρόλο. Και για να τον ενθαρρύνει, ο στρατηγός Κ. Παπαδόπουλος του λέει:
- Κοίταξε Κατσαντώνη, αν δυσκολευτείς, εδώ είναι και η Ρωσία, θα βοηθήσει.
Και η απάντηση του αγράμματου Κατσαντώνη είναι ιστορική:
- Άκουσε στρατηγέ Παπαδόπουλε, αν είναι να έχουμε Κύραλη στο κεφάλι μας, καλός είναι και το Τούρκος!
Μας δίδαξε λοιπόν ο Κατσαντώνης ότι πρέπει να στηριζόμαστε μόνο στις δυνάμεις μας. Οι ξένοι, αν δεν εξυπηρετούνται οι σκοποί τους από εμάς, θα περάσουν απέναντί μας. Πόσες φορές το ζήσαμε αυτό και παλιότερα και τώρα! Ένας αγράμματος οπλαρχηγός μας άφησε μια εθνική παρακαταθήκη! Ο γενναίος αυτός οπλαρχηγός, ύστερα από προδοσία συνελήφθη και βρέθηκε στα χέρια του πανούργου Αλή Πασά ο οποίος γνωρίζοντας τις ικανότητές του προσπάθησε να τον προσεταιρισθεί, αλλά εις μάτην. Τότε τον απείλησε:
- Κοίταξε ωρέ Κατσαντώνη έτσι που φέρνεσαι θα με αναγκάσεις να σε χαλάσω.
Και πραγματικά ο Κατσαντώνης έμεινε πιστός στις αρχές του και βρήκε φρικτό θάνατο. Δίδαξε έτσι ότι η ζωή έχει αξία μόνο όταν ζούμε με βάση τις αρχές μας.
Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, γεννημένος στους Λιβανάτες, ήταν ο φυσικός ηγέτης της ανατολικής Ρούμελης. Ήταν ο στρατηγός των αστραπιαίων αποφάσεων με πολλά σωματικά και πνευματικά προσόντα. Είχε περάσει, όπως και πολλοί άλλοι, από την αυλή του Αλή Πασά. Όταν άρχισε η Επανάσταση βρέθηκε στα Εφτάνησα, μυημένος ήδη από τη φιλική Εταιρεία. Φεύγοντας για τη Ρούμελη για να μετάσχει στον αγώνα, έστειλε μια επιστολή στους Γαλαξειδιώτες που είχαν στόλο και μπορούσαν να παίξουν σημαντικό ρόλο. Η επιστολή αυτή του μεγάλου οπλαρχηγού περιέχει το ηθικό και ιδεολογικό υπόβαθρο της Επανάστασης του 21. Δίνουμε τα κυριότερα σημεία της:
«Αγαπητοί μου Γαλαξειδιώτες.
Ήτανε βέβαια από το Θεό γραμμένο να δράξωμε τα άρματα μια ημέρα και να χυθούμε κατεπάνω στους τυράννους μας, που τόσα χρόνια ανελεήμονα μας τυραγνεύουν. Τί τη θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη την πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε αποκάτω στη σκλαβιά, και το σπαθί των Τούρκων ν’ ακονιέται εις τα κεφάλια μας; Δεν τηράτε που τίποτε δε μας απόμεινε; Οι εκκλησιές μας γενήκανε τζαμιά και αχούρια των Τούρκων. Κανένας δεν μπορεί να πη πως τάχα έχει τίποτε εδικό του, γιατί το ταχύ βρίσκεται φτωχός σα διακονιάρης στη στράτα. Οι φαμελιές μας και τα παιδιά μας είναι στα χέρια και στη διάκρισι των Τούρκων. Τίποτα αδέρφια δε μας έμεινε. Δεν είναι πρέπον να σταυρώσουμε τα χέρια και να τηράμε τον ουρανό.
Ο Θεός μας έδωσε χέρια, γνώσι και νου. Ας ρωτήσουμε την καρδιά μας και ό,τι μας απανταχαίνει ας το βάλωμε γρήγορα σε πράξιν και ας είμεθα, αδέρφια, βέβαιοι το πώς ο Χριστός μας ο πολυαγαπημένος θα βάλη το χέρι απάνω μας. Ό,τι θα κάμωμε πρέποντας είναι να το κάμωμεν μια ώρα αρχύτερα, γιατί, ύστερα θα χτυπάμε το κεφάλι μας…
Μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάση αυτό το μαράζι, όπου μας τρώγει την καρδιά. Στα άρματα, αδέρφια, ή να ξεσκλαβωθούμε ή να πεθάνωμε. Και βέβαια καλύτερο θάνατο δεν μπορεί να προτιμήσει κάθε Χριστιανός και Έλληνας!! Εγώ καθώς το γνωρίζετε καλότατα, αγαπητοί μου Γαλαξειδιώτες, εμπορώ να ζήσω βασιλικά, με πλούτη, τιμές και δόξες. Οι Τούρκοι ό,τι και αν ζητήσω μου το δίνουνε παρακαλώντας. Γιατί το σπαθί του Οδυσσέα δεν χωρατεύει. … Μα σας λέω την πάσαν αλήθειαν αδέρφια. Δεν θέλω εγώ μονάχα να καλοπερνώ και το γένος μου να βογγά στη σκλαβιά. Μου καίγεται η καρδία μου σα βλέπω και συλλογιούμαι πως ακόμα οι Τούρκοι μας τυραγνεύουν».
Ακόμη, ο μεγάλος αυτός Ηγέτης, σε συνέντευξή του, κατά τον βιογράφο του Κάρπο Παπαδόπουλο, είπε:
«Της κινήσεως ταύτης (του 1821) το νομιζόμενον τέρμα είναι “αρχή μειζόν ων αγώνων”. Διαδοχική εις τους απογόνους ημών, θέλει φέρει, τη θεία δυνάμει λαμπρότερα τα αποτελέσματά της εις το μέλλον»!
Έβλεπε την επανάσταση όχι ως τέρμα, αλλά ως αρχή αγώνων για λαμπρότερα αποτελέσματα για το Έθνος. Δυστυχώς ο Ηγέτης αυτός δολοφονήθηκε μέσα στον κυκεώνα των εμφυλίων σπαραγμών.
Ο Αθανάσιος Διάκος, γεννημένος στη Μουσουνίτσα Παρυασίδας, μετά από μια μικρή θήτευση σε Μοναστήρι, βρέθηκε και αυτός στην αυλή του Αλή Πασά. Έντιμος, ασυμβίβαστος και με ακέραιο χαρακτήρα και αδάμαστο ήθος, κατόρθωσε να απελευθερώσει τη Λειβαδιά. Βρέθηκε στην Αλαμάνα όπου έδωσε μία άνιση, ύστατη μάχη μέχρι που αιχμαλωτίστηκε. Μπορούσε να διαφύγει, αλλά έμεινε ακλόνητος. Του ζητήθηκε να αλλαξοπιστήσει και να υπηρετήσει τους Μωαμεθανούς για να γλυτώσει τη ζωή του. Άκαμπτος και αλύγιστος σύμφωνα με τον ποιητή απάντησε: «Εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω». Και πραγματικά θανατώθηκε με φρικτό τρόπο, δίνοντας ένα αιώνιο παράδειγμα πίστης στις αρχές του, στη θρησκεία του, στην πατρίδα του.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο θρυλικός γυιός της καλόγριας, έδρασε ως αρματωλός στα Άγραφα. Είχε μεγάλες ηγετικές ικανότητες, είχε απίστευτες στρατηγικές ιδέες. Πέρασε και αυτός από την αυλή του Αλή Πασά. Ο πανούργος αυτός Πασάς, διέκρινε τις ικανότητες του Καραϊσκάκη και για να τον προσεταιρισθεί τον κάλεσε να του προσφέρει αξιώματα. Του είπε λοιπόν:
- Εσένα ρε Καραϊσκάκη τι θέλεις να σε κάνω;
Και ο Καραϊσκάκης έχοντας πλήρη επίγνωση των ικανοτήτων του απάντησε:
«Πασά μου, αν με γνωρίζεις άξιο για αρχηγό, κάνε με αρχηγό. Αν με γνωρίζεις για χουσμετιάρη (υπηρέτη) κάνε με χουσμετιάρη. Αν με γνωρίζεις για το τίποτε, ρίξε με στο γκιόλ (στη λίμνη)…
Η απάντηση αυτή δείχνει την πίστη του στην αξιοκρατία. Ο Καραϊσκάκης, χάρη στις ικανότητες και τα στρατηγήματά του και τις λαμπρές νίκες του ορίσθηκε Αρχιστράτηγος της Ρούμελης και στο Φάληρο σχημάτισε το μεγαλύτερο στρατόπεδο της Επανάστασης. Εκεί, δυστυχώς σε μια αψιμαχία την παραμονή της γιορτής του τραυματίστηκε σοβαρά και πέθανε την επομένη. Πριν ξεψυχήσει είπε στους πλησίον του.
«Κοιτάξτε, εγώ τώρα πεθαίνω. Να μονοιάσετε και να βαστήξετε την πατρίδα».
Αυτή ήταν η μεγάλη παρακαταθήκη του θρυλικού αυτού Ηγέτη.
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης, γεννήθηκε σε χωριό του Λιδωρικίου, ήταν ωραίος, ψηλός, γενναίος και με ιδιαίτερα πατριωτικά αισθήματα. Έλαβε μέρος σε πάρα πολλές μάχες. Υπήρξε φρούραρχος στην Ακρόπολη της Αθήνας. Ήταν καλλίφωνος και έμεινε στην ιστορία, ο ταμπουράς του. Στις πολλές μάχες που έλαβε μέρος τραυματίστηκε επανειλημμένα και το σώμα του είχε πέντε τραύματα. Ήταν αγράμματος, αλλά σε μεγάλη ηλικία έμαθε γραφή και έγραψε τα απομνημονεύματά του που διαπνέονται από βαθύ πατριωτικό και δημοκρατικό πνεύμα. Είχε επίγνωση ότι δεν είχε βαθειά μόρφωση και ευθαρσώς το λέει. Δίνουμε ενδεικτικά λίγες γραμμές από τα απομνημονεύματά του.
«Κι’ ας με συχωρέσουνε οι αναγνώστες, όπου θα τους βαρύνη η αμάθειά μου και να με συχωρέσουνε κι’ εκείνοι όπου τους λέγω τα κουσούρια τους. Έχουν το δικαίωμα να με κρίνουν. Όταν λέγονται τα λάθη μας, τότε κάνουν λιγώτερα οι μεταγενέστεροι και γινόμαστε κ’εμείς έθνος».
«Εμένα άμα μου πειράζουν την πατρίδα θα ‘νεργήσω και ας πάθω…»
Ασφαλώς υπάρχουν δεκάδες γενναίοι Ρουμελιώτες Οπλαρχηγοί που ο σκοπός του παρόντος δεν μας επιτρέπει να τους αναφέρουμε. Τους τιμάμε όλους. Η τιμή θα ήταν έμπρακτη αν σκεφθούμε τις παρακαταθήκες τους και ιδίως αν τις θέσουμε σε εφαρμογή προσαρμοσμένες στις τωρινές συνθήκες.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

