Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Το 1848 ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ Λεπτομερής έκθεσις της κατά την Φθιώτιδα ανταρσίας

Γράφουν οι Νίκος Ταξ. & Γεωρ. Δαβανέλλος

 

 

Την 12 Απριλίου 1848, περί την 8 ώραν π.μ. διεδόθη εις την πόλιν Λαμίας η είδησις ότιο αμνηστευθείς ταγματάρχης Ιωάννης Βελέντζας με ικανόν αριθμόν τουρκαλβανών, ενωθείς και με τον αμνηστευθέντα ανεψιόν του Κριεζώτου Βασίλειον Χ#ΙΚωνσταντίνου, τον εις Αμαλιάπολιν διαμένοντα Γεώργιον Γριζάνον και άλλους τινας απονενοημένους, εισέβαλεν λαθραίως εντός του Ελληνικού κράτους και αφιχθείς εις Σούρπην έπαυσε τους δημάρχους Αμαλιαπόλεως,Πτελεατών και Κραμαστής Λαρίσης, αντικαταστήσας αυτούς δι’ άλλων ομοφρόνων του και ηνάγκασεν άπαντας τους πολίτας των δήμων τούτων να τον παρακολουθήσωσι, κηρύττων διά των τουρκαλβανών ότι έχει τον Ισούν Χριστόν εις το δισάκιον και ότι ζητεί . Ετην ισότητα, την διάλυσιν της Βουλής, την εκκαθάρισιν του προσωπικού των Ανακτόρων, τον διορισμόν του Μαυροκορδάτου ως πρωθυπουργού της Ελλάδος, γενικήν αμνηστίαν και την αποζημίωσιν των κατά τας εκλογάς παθόντων.
Η είδησις αύτη διεδόθη εν ακαρεί εις άπαντας τους πολίτας, οίτινες οπλισθέντες περιέμεινον τους αποστάτας δια να προσβάλωσιν αυτούς, αν τυχόν απεπειρώντο να εισβάλωσιν εις την πόλιν της Λαμίας.
Συνελεύσεως δε γενομένης εκ μέρους των προκρίτων της πόλεως Λαμίας εις την οικίαν του έμφρονος Νομάρχου κ. Π. Λιδωρίκη, απεφασίσθη να σταλώσιν ανά δυο πρέσβεις εις τον Βελέντζαν και εις τους εις Δςεβέν Φούρκα διαμένοντας και καθαριζομένους Κοντογιάννην, Παπακώσταν, Βαλατσόν και Ταργαζίκην. Εις μεν τον Βελέντζαν ουδείς των πολιτών εδέχθη να μεταβή ως πρέσβυς, ως άνθρωπον επίβουλον και καταχθόνιον, εις δε τους λοιπούς εστάλησαν οι κύριοι Θεμιστοκλής Περραιβός και Ηλίας Τσάλης, δια να δηλώσουν εις αυτούς ότι, αν και οπύτοι συμμερισθώσι το κίνημα του Βελέντζα και προτίθενται να εισβάλωσιν εντός της πόλεως Λαμίας, οι κάτοικοι αυτής, μη συμμεριζόμενοι τας αρχάς και φρονήματά των, θέλουσι τους προσβάλει.
Αναγγείλαντες δε οι πρέσβεις εις τους μνησθέντας τον σκοπόν της αποστολής των και την σταθεράν απόφασιν των πολιτών έλαβον απάντησιν ότι αυτοί δεν έχουν σκοπόν να πράξουν ουδέ το ελάχιστον κίνημα κατά των καθεστώτων, ότι αποδοκιμάζουν την διαγωγήν του Βελέντζα και ότι αυτοί οι ίδιοι θέλουν τον προσβάλει αν επιμείνη εις τους ολέθριους σκοπούς του.
Περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας συνεκροτήθη ετέρα συνέλευσις υπό των προκρίτων της πόλεως Λαμίας και απεφασίσθη ώστε άπαντες να εγκαταλείψουν τα κομματικά των πάθη και να σχηματισθή εθνοφυλακή δια να συμπράξη μετά της δημοσίας δυνάμεως εις το να προσβάλη τους αποστάτας, εν περιπτώσει καθ’ ην ήθελον αποπειραθή α εισβάλουν εις την πόλιν, ήτις και παραχρήμα εσχηματίσθη παρά του αόκνου και δραστηρίου αξιοτίμου δημάρχου Λαμίας κ. Νικολάου Παπαϊωάννου συγκείμενη εξ 100 ανδρών, επικεφαλής των οποίων ετέθη ο αυτός δήμαρχος, ο όμοιός του αστυνόμος κ. Αλ. Χαντσίσκος και ο γενναίος και ατρόμητος εν αδεία αξιωματικός κ. Γεώργιος Κόντος.
Την ογδόην ώραν μ.μ. της αυτής ημέρας αφίχθη έκτακτος ταχυδρόμος αναγγέλλων ότι ο απονενοημένος αποστάτης βελέντζας με τους μνησθέντας οπαδούς του και τους δια της βίας ακολουθήσαντας αυτόν χωρικούς, άπαντες τον αριθμόν 400, κατέλαβε τα χωριά Αυλάκι και Αγίαν Μαρίναν, απειλών να εισβάλει εντός της πόλεως Λαμίας και να παραδώση εν στόματι μαχαίρας τους αντισταθησόμενους στρατιώτας και πολίτας.
Την επιούσαν, 13 Απριλίου, οι κύριοι Κωστής Λιανός, ταγματάρχης της Β. Φάλαγγος, Θωμάς Δημόπουλος, Γεώργιος Κόντος, υπολοχαγός της Οροφυλακής εν ενεργεία και Κώστας Αθανασίου, υπολοχαγός της Β. Φάλαγγος, εζήτησαν αυθόρμητοι την άδειαν του Νομάρχου να μεταβούν εις Αυλάκι και να αναγγείλουν εις τον Βελέντζαν ότι οι πιστοί του θρόνου πολίται Λαμίας επ’ ουδεμιά περιπτώσει δεν συμμερίζονται τα’ απονενοημένα κινήματά του και την αμετάτρεπτον περί τούτο πόφασίν των. Και λαβόντες την άδειαν μετέβησαν εις το χωρίον Αυλάκι και συνδιαλεχθέντες μετά του Βελέντζα εφ’ ικανόν τω εεξήγησαν ειλικρινώς την φρόνησιν των ως είρηται πολιτών και ότι ούτοι μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός των θέλουν αντισταθή προς διατήρησιν της τιμής και της περιουσίας των. Περί την μεσημβρίαν επέστρεψαν οι κύριοι πρέσβεις και εγνωστοποίησαν εις τον λαόν ότι ο Βελέντζας επιμένει να εισβάλη και να κυριεύση την πόλιν και αν τούτο δεν απολαύση ματαιούνται τα σχεδιά του.
Μετ’ ου πολύ από της ελεύσεως των ρηθέντων ο γενναίος και έμφρων φρούραρχος της Λαμίας κύριος Ιωάννης Α. Σκένδερ, λοχαγός, συγκαλεί εις συμβούλιον τους κ.αξιωματικούς και συσκέψεως γενομένης απεφήναντο να τεθώσιν εις θέσιν αμυντικήν κατά των αποστατών και διορίσαντες την περί τούτο επιτροπήν εκήρυξαν το φρούριον και την πόλιν Λαμίας εις θέσιν πολέμου. Κοινοποιήσαντος δε του φρουράρχου την προκήρυξίν του ταύτην εις την πλατείαν της πόλεως, όπου οι πολίται ήσαν συνηγμένοι, ο αυτός κύριος φρούραρχος εξέθεσεν ότι «αν τυχόν κανείς των πολιτών δεχθή εντός της οικίας του αποστάτας εκών, θέλει καταστραφή αυτός τε και η οικία του δια των εκ του φρουρίου τηλεβόλων και ότι το φρούριον θέλει ανθέξει εις περίπου μηνός πολιορκίαν και αν η Κυβέρνησις δυνηθή και τον ελευθερώση, καλώς, ει δ’ άλλως ας γίνη θύμα αυτός τε και η φρουρά της τιμής και του όρκου των»
Μετά την διακήρυξιν ταύτην, συνήλθόν τινες ομόφρονες του Βελέντζα και λοιπών και συνεσκέπτοντο την μέλλουσαν τύχην των, αν ήθελον δεχθή τους αποστάτας (διότι μέχρι στιγμής εκείνης ούτως εφρόνουν). Τέλος πάντων, αφού είδον την αμετάκλητον απόφασιν του φρουράρχου κ. Σκένδερ απεφάσισαν να απέλθη ο (μια λέξη δυσανάγνωστη) Γρ. Πέρβαλης μετά του Κώστα Λαγωού εις τον Βελέντζαν, δήθεν να τον παρακαλέσουν να μην εισβάλη εις την πόλιν, κυρίως δε να συνομιλήσουν και να σχεδιάσουν έτι προς τους ολεθρίους σκοπούς των, οι δε Δημ. Τσακανίκας και Λεωνίδας Κ . Τράκας τα ευτελή ταύτα ανδράποδα εις τους εν Δερβέν Φούρκα Μπαλατσόν και λοιπούς, δια τους αυτούς λόγους. Ούτω απήλθον (συγκαταθέσει όμως και του Νομάρχου κ. Παν. Λιδωρίκη, όστις εξηπατήθη εις τούτο, ως νομίζεται) οι μεν δυο πρώτοι εις τον Βελέντζαν, οι δε εις τον Μπαλατσόν και λοιπούς. Περί την 5 ώραν επέστρεψαν οι εις τον Βελέντζαν μεταβάντες Πέρβελης και Λαχώος, τους οποίους το πλήθος του φιλησύχου λαού απήντησεν εις τα άκρα της πόλεως και κεχηνός επερίμενε τα καλά αποτελέσματά των. Αλλ’ ο κ Γρηγόριος με ναπολεόντιον φωνήν τω είπε: «Πολίται! Απόψε κοιμηθήτε ησύχως, διότι κατώρθωσα μετά δακρύων να μην εισβάλη ο Βελέντζας με τους περί αυτόν 1050 (ενώ πραγματικώς ήσαν 150 ρυπαροί και πειναλέοι). Αύριον δε ζητούν, οι εφαρμοσταί του Συντάγματος, 1000 τάληρα, 4000 πυριτοβολάς, πέντε ημερών τροφάς και ικανά ζεύγη υποδημάτων (τσαρουχίων), να τους αφήσωμεν ελευθέραν την είσοδον εις την πόλιν δια να κάμουν αγοροπωλησίας και δει πολίται να χορηγήσωμεν όλα ταύτα προς αποφυγήν του επαπειλούντος κινδύνου.
Τότε οι της φιλησύχου μερίδος άνθρωποι, σπαραξικάρδιοι δια την διαπραγμάτευσιν ταύτην του κυρίου Γρηγόρη, είπον ομοφώνως: «Χαράτσι δεν πληρώνομεν, πυριτοβολάς θέλομεν δώσει εις τον Βελέντζαν τετραπλασίας παρ’ όσας εζήτησεν, αν η χρεία το καλέση αλλ’ όχι όλας ομού αλλ΄από μιαν μιαν» Κεντήσας μετά ταύτα τον ίππον του Ο Γ.(Πέρβαλης) ανεχώρησεν. Παρήλθεν ½ της ώρας και ιδού φαίνονται έφιπποι οι έτεροι δυο πρέσβεις οι προς τον Βαλατσόν και λοιπούς αποσταλέντες, εξ ων ο εις, ο εφαρμοστής του Συντάγματος Ευάγγελος Κοντογιάννης, δια τον οποίον κατέβαλε κόπον δια να φέρη την Φθιώτιδα εις τον κολοφώνα της απωλείας της (sic). Αναγγέλοντες εκείνο, το οποίον κατώρθωσαν, ήτοι και ούτοι οι απονενοημένοι εισέβαλον με 500 και με τους λυτρωτάς της πατρίδος Σδράλην, Χαρμπήν, Βούλγαρην και λοιπούς γνωστους εις την Ελλάδα δια τα κακουργήματα, τα οποία έπραξαν καθ’ ον καιρόν ήσαν λησταί εν Ελλάδι και με ικανούς τουρκαλβανούς και το κατόπιν τους φθάνουν εκτός της πόλεως . Αλλ’ οι αποστάται διευθύνθησαν εις το ιδιόκτητον χωρίον του Μπαλατσού Τσοπανλάταις όπου έμεινον, διανυκτέρευσαν και την πρωίαν έλαβον τας εξλης διευθύνσεις : ο μεν Παπακώστας μετά του Ταργαζίκη διευθύνθη προς την Παρνασίδα, ο δε Κοντογιάννης εις τον δήμον Σπερχιάδος και Τυμφρηστού και ο Μπαλατσός έμεινε εις διάφορα χωρία του δήμου Λαμίας και Ηρακλειωτών και εβίαζον τους κατοίκους των χωρίων δια της σφαγής και της πυρπολήσεωςτων οικιών τους να τους ακολουθήσωσι.
Την πρωϊαν της 14ης οι καταχθόνιοι και προδόται της πατρίδος εξήλθον εις τας αγυιάς και εις την πλατείαν της πόλεως και εφώναζον, δήθεν εξ αισθήματος κινούμενοι: «Αδελφοί, επίκειται μέγας κίνδυνος, αποφασίσατε να δώσωμεν τα λύτρα εις τους εφαρμοστάς του Συντάγματος, διότι εχάθημεν, η πόλις μας θα γίνη παρανάλωμα του πυρός και ας συλλάβωμεν την μωράν επιτροπήν και ιδίως εκείνον τον προδότην (τον φρούραρχον Σκένδερ) να τους κομματιάσωωμεν προς παραδειγματισμόν, διότι ετρελάθησαν και εκήρυξαν το φρούριον και την πόλιν εις κατάστασιν πολέμου». Δια των φωνασκιών των τούτων εζήτων να πείσουν τον λαόν εις το να συμμεριθή τα αισχρά και καταχθόνια φρονήματά των. Επομένως μετέβησαν εις τον Νομάρχην και τω είπον ότι άπαντες οι πολίται επιθυμούν να δώσουν λύτρα και εζήτησαν παρ’ αυτού την άδειαν να ηχήση ο της εκκλησίας κώδων, να συναθροισθούν οι πολίται εις το Δημ. Σχολείον να συνεισφέρουν τα ζητούμενα λύτρα. Επέτυχον δυστυχώς του σκοπού των, αλλά οι πολίται δεν έδοσαν ακρόασιν και ούτω συνήλθον μόνον οι Γρ. Πέρβαλης, Σωτ. Πέτρου, Ν. Μαρούλης και δυο ή τρεις ακόμη. Είχε λάβει ο κυρ. Γρηγόρης και συνέταξε και κατάλογον των μελλόντων να συνεισφέρουν. Εις τοιαύτην τύρβην όντων των πραγμάτων, οι σκοποί του φρουρίου προανήγγειλον την έξοδον των ανταρτών από το χωρίον Μεγάλη Βρύση και την τούτων διεύθυνσιν προς το χωρίον Σαρμουσακλή. Αμέσως ο γενναίος Σκένδερ δίδει το σημείον της μάχης δια κανιοβολισμών, η δεΒας. Φρουρά και η Δημ. Αρχή, της οποίας δεν διέφυγε την προσοχήν ουδέ το έσχατον κίνημα των φίλων της ανταρσίας, έλαβον τα όπλα ανά χείρας και κατέλαβον τας άκρας της πόλεως δια να αντικρούσουν τον εχθρόν, αλλ’ αυτός ωχυρώθη εις το χωρίον Σαρμουσακλή. Τότε…φευ της αναισχυντίας των! Δεν εδυνήθησαν οι τρισάθλιοι φίλοι του Βελέντζα να προμηθεύσωσι τα τάληρα κ.λ.π. από τους κατοίκους και ούτω συνεισέφερον εξ ιδίων των. Ιδού το όφελος της μωρίας των.
 Την αυτήν ημέραν οι αποστάται συνέλαβον των εξ Αθηνών ταχυδρόμον και αφήρεσαν όλην την επίσημον και ιδιαιτέραν αλληλογραφίαν ως και το χαρτόσημον, το οποίον ο Βελέντζας έδωσεν εις τον ειρηνοδίκην Αμαλιαπόλεως Σπενδωνήν Πέρβαλην (αδελφόν του κυρ. Γρηγόρη) δια να στείλη εις τον πάρεδρον του ειρηνοδικείου, να συμψηφίση απέναντι της εικ. Δρχ. 1000 πιστώσεως, την οποίαν κατεχράσθη. Επροσμένετο η επομένη ημέρα, 15 Απριλίου, ήτις ήθελεν λύσειτον γόρδιον δεσμον, αλλά κι η νυξ αύτη δεν ήτο ολιγώτερον επίφοβος, χάρις όμως εις το ζήλον και πατριωισμόν του Δημάρχου, Αστυνόμου και του αξιωματικού της πλατείας κυρίου Ζησήμου Παπαδάτου, οίτινες παρακολουθούμενοι και από τους κατοίκους της πόλεως επεριπόλουν καθ’ όλην την νύκτα και ενεψύχωναν τους έντρομους κατοίκους. Τούτο διήρκησεν καθ’ όλο το διάστημα της ανταρσίας. Αυθόρητοι δε παρηκολούθουν τούτους και οι εξής τρεις υπάλληλοι Γ. Νικολαϊδης, πρωτοκολλιστής της Νομαρχίας, Δημ. Κ. Τζιριμώκος, γραμματεύς του Ειρηδικείου και Ιω. Χρ. Ρέντσος, γραμματεύς της Αστυνομίας, αξιέπαινοι δια τον ζήλον των.
 Την επιούσαν ( 15 Απριλίου τ.ε.) ο στρατός κατά διαταγήν του φρουράρχου διοικούμενος από τον διοικητήν του Μεταβατικού μοίραρχον Γεωρ. Πτολεμαίον, μετέβη περί την μεσημβρίαν έξωθι του χωρίου Σαρμουσακλή, όπου δεν εδόθη εξ αμφοτέρων των μερών αφορμή πολέμου και ούτω περί το εσπέρας τα Βασιλ. Στρατεύματα επέστρεψαν εις τα ίδια.
 Την 16ην περί την 10ην ώραν π.μ. ο φρούραρχος ήρξατο να κανιοβολή το χωρίον Σαρμουσακλή εις ο ωχηρώθησαν οι αποστάται, περί δε την 11ην ώραν άπας ο στρατός, διοικούμενος υπό του μοιράρχου Γ. Πτολεμαίου, η Πολιτικοφυλακή, εν η πολλοί εθελονταί ως ο προικοδοτημένος αξιωματικός Ιω. Στυλούδης, ο υιόςτου Δημάρχου Ιωάννης, Αποστόλης Λαλόπουλος, Δημ. (επώνυμο δυσανάγνωστο) και πολλοί άλλοι, διοικουμένοι από τον υιόν του γενναίου υποστρατήγου Χρ. Περραιβού κύριον Θεμιστοκλήν Περραιβόν, εξ 100 περίπου ανδρών, μετέβησαν εις το αυτό χωρίον Σαρμουσακλή όπου παρετάχθησαν, και η Χωροφυλακή, διοικουμένοι υπό του ατρομήτου υπομοιράρχου Γεωργίου Κουτσούκου έδωσεν πρώτη το σημείον του πολέμου και ούτω η μάχη ήρξατο πεισματώδης. Ο προρρηθείς Θεμιστοκλής Περραιβός και ο Γεώργιος Ζαχείλας και ο Θεοδ. Ζιάκας με απαραδειγμάτιστον και απερίγραπτον ανδρείαν επιπεσών κατά των ανταρτών εγένετο κύριος του ναού του Αγίου Παντελεήμονος και διαφόρων άλλων πρ0χωμάτων, άτινα κατείχον οι εχθροί. Η μάχη διήρκησεν επέκεινα των εξ ωρών, γ) ολιγώτεροι όμως εκ των Βας. Στρατευμάτων και περισσότεροι αποστάται. Μεταξύ των πληγοθέντων ήτο και ο γενναίος αξιωματικός Καπύτσης.
 Δεν δύναται πας τις να περιγράψη τον ζήλον και την γενναιότητα των Βας. Στρατευμάτων, ιδίως δε των εξής αξιωματικών: α) Δημητρίου Βάγια και Κωστή Λιανού, ταγματαρχών, εξ ων του πρώτου εσυνθλάσθη (sic) το ξίφος εις την λαβήν δια σφαίρας, β) του μοιράρχου Γ. Πτολεμαίου και υπομοιράρχου Γ. Κουτσούκου, όστις ατρομήτως διερχόμενος μεταξύ των προχωματών των εχθρών επυροβολείτο πανταχόθεν και αντιπυροβολών εξήρχετο έφιππος, ως δείγματα της γενναιότητός του θέλουν χρησιμεύσει αι 20, ως έγγιστα, οπαί, άστινας φέρει το επανωφοριόν του σουρτούκον και αι πληγώσεις των δύο ίππων του γ) του λοχαγού Ευστ. Χ’’ Πέτρου, των υπολοχαγών Κ. Αθανασίου, Γεωρ. Κούτου, Δ. Ρεγήλη, Θώμου Δημοπούλου και των ανθυπολοχαγών Μπαϊρακτάρη, Σίμου Σπηλιώτου, Ιω. Ν. Στυλούδη κααι Ζησήμου Παπαδάτου, δ) του γενναίου και ατρομήτου υπιλάρχου κυρίου Παραμιθιώτου, δια τον οποίον οι ενταύθα φίλοι των ανταρτών εφύλαττον αρμόδιον καιρόν και τούτο, διότι, όλως αφωσιωμένος εις τον Θρόνον, δεν παρέλειπε ουδέ λεπτόν της ώρας να μην επαγρυπνή και να αντικρούη δια της υπ’ αυτόν δυνάμεως τους αποστάτας τοσούτον γενναίως, ώστε να καταντήση επίφοβος εις τα ακοάς του Βελέντζα και Βαλατσού, ως εν τω οικείω τόπω θέλει εκτεθή και ε) του νομοϊάτρου Εμμ. Δ. Σγάμπελα (;) ούτινος η σφαίρα αφήρεσεν το φέσιον και του γενν(αίου) εμβολιαστού Νικολ. Παναγιωτίδου .
 Την αυτήν ημέραν το απόσπασμα των λογχιστών, διοικούμενον υπό του ανωτέρω αξιοτίμου υπιλάρχου Παραμυθιώτου, συνέλαβεν τέσσαρας εκ των αποστατών εις την γέφυραν του Σπερχειού, τους οποίους αφόπλισαν παρήτησε, διότι κατ’ εκείνην την στιγμήν εδόθη το σημείον του πολέμου από το φρούριον.
 Ο παρά του λοχαγού Ιω. Γαλή διοικούμενος λοχαγός της Οροφυλακής είχε τεθή εις θέσιν επιθετικήν δια να αποκρούση πάσαν επικουρίαν, όπερ και συνετέλεσεν μεγάλως, διότι ο υιός του Βελέντζα Αχιλλεύς ήρχετο εις επικουρίαν του πατρός του με 200 τουρκαλβανούς και συναντηθείς άνωθι του χωρίου Μεγάλη Βρύση μετά του ανωτέρου λοχαγού Γαλή απεκρούσθη τόσον γενναίως, ώστε ετράπη εις φυγήν συνελήφθησαν δε δυο αποστάται από τους κταδιώκοντας αυτούς στρατιώτας του ΓΑΛΉ.
 Την 17ην Απριλίου την 9 ώραν π.μ. ο Ευαγγελος Μπαλατσός με τους ανωτέρω λεχθέντας ληστάς και τους δια της βίας παρακολουθούντας αυτούς χωρικούς τον αριθμό έως 300 άπαντες ( όστις την νύκτα της 16ης είχε καταλάβει τα χωρία Κόμμα και Καλύβια) απεπειράθη να εισβάλη εις την πόλιν, αλλ’ απεκρούσθη γενναίως από το απόσπασμα των λογχιστών του ιππικού, διοικούμενον από τον υπίλαρχον κ. Παραμυθιώτην, του οποίου η ανδρεία υπερέβη πάντα όρον, εις θέσιν Αμπέλια της Λαμίας και τοιουτοτρόπως ηναγκάσθη και οπισθοδρόμησε προς το μέρος Ξηριά (μεταξύ Λαμίας και Σαρμουσακλή) όπου ο σωτήρ της πόλεως Ιωάννης Σκένδερ, άγρυπνος νυχθημερόν τους εκανονιοβόλησε ώστε τους ηνάγκασε να οχυρωθούν και ούτοι εις το χωρίον Σαρμουσακλή. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθη εις ιππεύς και επληγώθη εις ομοίως, εκ δε των αποστατών εφονεύθησαν παρά των ιππέων και των (μια λ. δυσανάγνωστη) των πυροβόλων πέντε και επληγώθησαν επέκεινα των δέκα.
 Περί την 11ην ώραν π.μ. της αυτής ημέρας αφίχθη ενταύθα ο Αρχηγός της κατά την Φθιωτιδοφωκίδα δημοσίου δυνάμεως κ.λ.π. κύριος Ιωάννης του Γκούρα συντροφευβόμενος ή παρακολουθούμενος από τους βουλευτάς Φθιώτιδος κ.κ. Καλαμάραν Τσουκαλάν και ΚΩΝ. Δυοβουνιώτην και προϋπαντήθη υπό του φρουράρχου δια 7 ή 11 κανιοβολισμών εν παρατάξει ευρισκομένου του στρατού εις την πλατείαν. Δεν είναι δυνατόν να περιγράψη τις την χαράν, την οποίαν επροξένησεν η άφιξίς του εις τους ειρηνικούς πολίτας και την κατήφειαν, ήτις εκυρίευσε τους ολίγους προδότας και ομόφρονας των αποστατών. Ήσαν δε αύται εζωγραφισμέναι εις το πρόσωπον ενός εκάστου.
 Την 18ην ιδίου μηνός περί την 11ην ώραν π.μ. ο διοικητής του 3 τάγματος της Οροφυλακής Δήμος Λιούλιας με 72 στρατιώτας οροφύλακας διετάχθη να μεταβή εις Στυλίδα και μεταφέρη εις Λαμίαν τα εκείσε αποβιβασθέντα δια του ατμοπλοίου δυο οβοζοβούλια, φθάσας εις θέσιν Ξηριά, εύρεν άπασαν την οδόν προκατειλημμένην υπό των αποστατών, απεπειράθη να διέλθη, αλλ’ απεκρούσθη, αντιπροσβαλών δε επροχώρησεν μαχόμενος μέχρι της υψηλοτέρας κορυφής του όρους, όπου τοποθετηθείς επολέμει το σμήνος των αποστατών. 24 άνδρες του ιππικού διοικούμενοι παρά του ανθυπιλάρχου Χρυσοσπάθη είχον τεθή εις θέσιν επιθετικήν εις τον Ξηριά δια να εμποδίσουν πάσαν έξοδον των αποστατών από το χωρίον Σαρμουσακλή, είτε προς το μέρος όπου ο Δήμο Λιούλιας επολέμει, είτε προς την πόλιν, αρξαμένης όμως της μάχης, ο Βελέντζας με 300 περίπου τουρκαλβανούς εξήλθε του χωρίου Σαρμουσακλή κι’ εδιευθύνθη εις την μάχην. Ο κύριος Χρυσοσπάθης αντί να εμποδίση τους αποστάτας, απεσύρθη και τους επυροβόλει μακρόθεν αφήσας εις αυτούς την δίοδον ελευθέραν. Αγνοείται οποίαν σφαγήν ήθελον λάβει οι αποστάται, εάν ήθελεν είσθε δφιοικητής του αποσπάσματος τούτου ο γενναίος υπήλαρχος Παραμυθιώτης. Ωφεληθέντες όθεν εκ της περιστάσεως ταύτης επερικύκλωσαν (sic) τον Δήμον Λιούλιαν και ούτω ήρξατο έτι πεισματωδεστάτη και αιματηρά μάχη διαρκήσασα πλέον των 5 ωρών. Ο υποστράτηγος και αρχηγός των στρατευμάτων κύριος Ιωάννης του Γκούρα μαθών την στενήν πολιορκίαν του Δήμου Λιούλια έτρεξε με άπαντα τον ενταύθα διαμένοντα στρατόν και την εθνοφυλακήν εις βοήθειαν, αλλά φθάσας εις τους πρόποδαςς του όρους δεν εδύνατο να διακρίνη εις ποίον μέρος ήτο τοποθετημένον το εχθρικόν σώμα. Εφ’ ικανόν χρόνον επομένως ο στρατός διευθύνθη κατ’ εικασίαν εις την κορυφήν του όρους ένθα απεδίωξεν τους αποστάτας και ούτω εδυνήθησαν οι στρατιώται να αρπάσωσι τον (μια λ. δυσανάγνωστη) ταγματάρχην Δήμον Λιούλιαν πληγωμένονον όντα και να τον μεταφέρωσιν όπου και ο λοιπός στρατός, σώσαντες αυτόν εκ των χειρών των αιμοβόρων τουρκαλβανών, των οποίων αι προσπάθειαι ήτο ή να τον συλλάβωσι, ή να τον φονεύσωσι. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθησαν εκ μεν των Β. στρατευμάτων 14, εν οις οι ανθυπολοχαγοί Περδίκης και Οικονομόπουλος, επληγγώθησαν 20 περίπου, εν οις ο Δ. Λιούλιας, ο λοχαγός Δουπιώτης, ο ανθυπολοχαγός Γεράκης, όστις απεβίωσε τηνν 3 Ιουνίου ε.ε. Εκ δε των εχθρών εφονεύθυσαν υπερ τους 60 και επληγώθηκαν περισσότεροι, μετεφέρθησαν δε εις Υπάτην, την οποίαν ο Κοντογιάννης δια προδοσίας των Δ. Αινιάνος, Ζ. Παπαγιάννη, Β. Αλ. Μυλωνά, Κ. Πανοπούλου, Δ. Πολυζωγιώργου και του διοικητού του τάγματος Α. Παπαδοπούλου εδυνήθη να καταλάβη. Την εσπέραν τα στρατεύματα επανήλον. 
 Την 20ην ο Μπαλατσός με όλους του τους οπαδούς ως και ο Ιω. Κοντογιάννης με τους υπ’ αυτόν διευθύνθησαν προς το πέραν του ποταμού χωρίον Φραντσή κ.λ.π., αλλά την ιδίαν νύκτα επέστρεψαν και ετοποθέτησαν εις το χωρίον Ιμίρμπεη και κατέλαβον τους μεταξύ της γέφυρας του Σπερχειού και της Λαμίας προτάφους (sic) και τα λεγόμενα γεφυράκια δια να εμποδίσουν την μεταφοράν των οβοζοβόλων εις Λαμίαν, άτινα ευρίσκοντο εις την γέφυραν.
 Την 22αν και 24ην συνεκροτήθησαν δυο μάχαι εις τον Δήμον Τυμφρηστού εις τα χωρία Μαυρίλλον και Κάψη. Συνεκροτείτο δε η δημοσία δύναμις από τον διοικητήν του 2 ελ(αφρού) τάγματος της Οροφυλακής Στάμον Μαυροδήμον, από την Εθνοφυλακήν του Σπυρίδωνος Γιολδάση, από την Εθνοφυλακήν του δημάρχου Τυμφρηστού Ιω. Γεωργιάδου και του δημοτικού παρέδρου, όστις και επληγώθη, Αθ. Τασιόν, από την των σωματαρχών Γωργίου Κατσαρού και Νικολάου Γαρδίκη. Τ’ αποτελέσματα των μαχών τούτων απέβησαν υπέρ της φωνής του λαού.
 Την πρώτην Μαϊου ο αποστάτης Ιω. Βελέντζας παραιτήσας το χωρίον Σαρμουσακλή διευθύνθη εις Υπάτην, ως και ο αποστάτης Μπαλατσός παραιτήσας το χωρίον Δαμάστα διευθύνθη εις Παλαιοχώρι, και ο μεν ηνώθη με τον συνάδελφόν του Κοντογιάννην, ο δε με τον Ππακώσταν, ιδόντες τα έμφρονα στρατηγήμτατα του αρχηγού κ.λ.π. κυρίου Ιωάννου του Γκούρα. Ο Βελ΄ρντζας διανυκτερεύσας την νύκτα ταύτην εις Υπάτην απήλθεν την πρωίαν εις το χωρίον Δερβέν Φούρκα. Τούτο πληροφορηθείς μνησθείς υποστράτηγος διέταξε τον έντιμον ταγματάρχην κ. Γ. Βάϊαν και μετέβη εκείσε όπου συνεκρότησεν μάχην και εφόνευσε ευαρίθμους και το εσπέρας επέστρεψε αβλαβής. Την επομένην ημέραν ο αρχηγός επικεφαλής των Β. στρατευμάτων απάντων και έχων μεθ΄εαυτού και τα δυο οβοζοβόλα εξεστράτευσε κατά του Ιω. Βελέντζα εις χωρίον Δερβέν Φούρκα, όπου είχε μεταβή δια να παραλάβη και τον Μουσταφά Ντεβόλια. Ο Βελέντζας άμα επληροφορήθη την εκστρατείαν του υποστρατήγου ανεχώρησεν και επήγεν εις Υπάτην όπου επολιορκήθη μετά του συναδέλφου του Κοντογιάννη πανταχόθεν και δια της ανδρείας των Β. στρατευμάτων και προπάντων του υποστρατήγου κ. Ιω. του Γκούρα, κατετροπώθησαν εις δεκατριών ως έγγιστα ωρών διάστημα. Εζωγρήθησαν και υπάρχουσιν εις τας φυλακάς υπέρ των 60 απονενοημένοι, και επληγώθησαν πολλοί, οι δε διασωθέντες προσέφυγον εις το Οθωμανικόν κράτος, όπου και διαμένουν άχρι τούδε.
 Τοιαύτη υπήρξεν η (μια λ. δυσανάγνωστη) της αποστασίας Βελέντζα, Παπακώστα, Μπαλατσού, Κοντογιάννη και λοιπών απονενοημένων, και αμερολήπτος και ακριβής έκθεσις των διατρεξάντων είναι η παρούσα, εν η παρελήφθησαν μόνον αι ζημίαι των ιδιωτών, η μεγαλυτέρα των οποίων υπήρξεν η του κυρίου Ανδρέου Φαρδή, ιδιοκτήτου του χωρίου Μεγάλης Βρύσεως.
Λαμία, την 12 Ιουνίου 1848

(Γ.Α.Κ. Αρχ. Ιω. Βλαχογιάννη, φακ. 141)
Πηγή- Σπύρος Λ. Μπρέκης - 
Το 1848 στην Ελλάδα. Αθήνα 1984.
Ευχαριστώ τον Δ. Θ. Νάτσιο για την παραχώρηση. 


 

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.

Μηνιαίο αρχείο ειδήσεων

randomness