Αυτοκινητόδρομος E65. Τέλος στην Οδύσσεια….
Γράφει ο ΣΤΕΛΙΟΣ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΤΟΠΟΓΡΑΦΟΣ ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ
Το έργο ολοκληρώθηκε προς χρήση τμηματικά. Η πρώτη παράδοση έγινε το 2017 και αφορούσε το μεσαίο τμήμα του άξονα από την «Ξυνιάδα» έως «Τρίκαλα», μήκους 93,5 χιλ. Το έτος 2023 εγκαινιάσθηκε επισήμως με την παρουσία του Πρωθυπουργού και παραδόθηκε σε κυκλοφορία το Νότιο τμήμα, μήκους 32,5 χιλ., από «ΠΑΘΕ» έως «Ξυνιάδα». Το τελευταίο τμήμα, από τα Τρίκαλα και Καλαμπάκα έως Εγνατία, προγραμματίσθηκε να παραδοθεί στις 23 του τρέχοντος μηνός. Η προσπάθεια χαρακτηρίζεται από άστοχες και αναποτελεσματικές επιλογές. Όχι μόνο σε ότι αφορά τον τρόπο και τους χρόνους ολοκλήρωσης της υποδομής που έγιναν «λάστιχο» αλλά και για τις εκτός πραγματικότητας οικονομικές εκτιμήσεις με το δυσθεώρητο συνολικό κόστος που τελικά επιβαρύνει τον κρατικό «κουρβανά». Δυστυχώς, όσοι τα προηγούμενα χρόνια «έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου» για το έλλειμμα διασφάλισης του κοινού και δημόσιου συμφέροντος, δικαιώθηκαν από τα πράγματα και με το παραπάνω.
Σε περίληψη, αξίζει να ξαναθυμηθούμε πότε και με ποιες προϋποθέσεις ξεκίνησε η κατασκευή της υποδομής. Η αρχή έγινε με τη Σύμβαση Παραχώρησης της 31ης Μαΐου 2007 και τον Νόμο 3597/2007 με τον οποίο κυρώθηκε η σύμβαση κατασκευής του άξονα. Τότε καθορίσθηκαν και οι συνολικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις του Ελληνικού Δημοσίου για την «απρόσκοπτη» αποπεράτωση του οδικού έργου με κόστος περίπου στο μισό δις. Μάλιστα, στο άρθρο 18 του Ν. 3597/2007, ορίσθηκε ότι η συνολική διάρκεια των μελετών και κατασκευών όπως και όλων των τμηματικών προθεσμιών στα πλαίσια ολοκλήρωσης της υποδομής, θα ήταν εξήντα έξι (66) μήνες από την έναρξη της Παραχώρησης, που έμελλε να είναι και η αρχή της «Οδύσσειας» σε ότι αφορά την τήρηση του συμβατικού χρονοδιαγράμματος….
Οι λόγοι και αιτίες, που οδήγησαν σε όσα από το 2007 μέχρι σήμερα βιώθηκαν, ποικίλουν. Το πρώτο από τα προβλήματα που μπορεί να σημειώνεται είναι οι συχνές αλλαγές στο φυσικό αντικείμενο των έργων και παρεμβάσεων. Πρόκειται για τον «κακό δαίμονα» του τομέα παραγωγής των δημόσιων υποδομών στη χώρα. Με αιτία γένεσης τις ελλειμματικές επιλογές κατά την εποχή δρομολόγησης των διαγωνισμών, οι οποίοι τελικά διενεργούνται χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις. Με την εσφαλμένη παραδοχή ότι, η εκπόνηση των οριστικών μελετών και ο σαφής προσδιορισμός του φυσικού αντικειμένου των υποδομών, μπορεί να γίνεται και μετά τη δημοπράτηση, στην περίοδο κατασκευής των έργων. Παράλληλα βέβαια είναι δυνατόν να αναφέρονται και άλλα θέματα όπως:
• Ο κακός σχεδιασμός στα πλαίσια των αναγκών για την άσκηση σωστής διοικητικής μέριμνας και διαχείρισης της παραγωγικής διαδικασίας.
• Οι υποχρεώσεις του Δημοσίου τις οποίες δεν μπόρεσε να φέρει εμπρόθεσμα σε πέρας όπως είναι οι απαλλοτριώσεις και αρχαιολογικές εργασίες.
• Οι συνθήκες που δημιουργήθηκαν την εποχή της οικονομικής μας δυσπραγίας.
• Οι αυστηρότατες ρήτρες της σύμβασης σε βάρος του Δημοσίου.
Πέρασαν λοιπόν περίπου δέκα τρία (13) χρόνια από τότε που θα έπρεπε ο «Ε65» να λειτουργεί και να συνεισφέρει στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Φθάνοντας «αισίως» στο σήμερα που εκτός από τη χρονική υστέρηση η υπολογιζόμενη συνολική δαπάνη που απαιτήθηκε για την ολοκλήρωση του άξονα, ξέφυγε από κάθε πρόβλεψη. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της προηγούμενης εβδομάδας στην εφημερίδα «Καθημερινή», το κόστος του έργου σε ότι αφορά τη δαπάνη του δημοσίου και της Ε.Ε. ανέρχεται περίπου στα 2,12 (!!) δις ευρώ. Ποσό δυσθεώρητο και παρά το γεγονός ότι εάν συνεκτιμηθούν και οι ζημιές λόγω μεγάλων καθυστερήσεων το συνολικό κόστος αποδεικνύεται πολύ υψηλότερο. Με αυτά τα δεδομένα ο προβληματισμός που υπάρχει είναι απόλυτα δικαιολογημένος. Έχει άμεση σχέση με το έλλειμμα άσκησης χρηστής διοίκησης, τις αποδεδειγμένα έωλες παραδοχές σε ότι αφορά τη βιωσιμότητα της αρχικής επιλογής αλλά και με τις αναπτυξιακές προοπτικές που υποτίθεται ότι υπηρετεί η λειτουργία του άξονα. Έχοντας υπόψη όλα αυτά, η πολιτεία μας είναι προφανές ότι υποχρεούται να προβεί σε έναν ειλικρινή δημόσιο απολογισμό. Οι Έλληνες πολίτες έχουν κάθε δικαίωμα να είναι ενήμεροι.
Στην έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου του 2018 διαπιστώνεται ότι «οι συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα εμφανίζουν πολλαπλές αδυναμίες και οφέλη περιορισμένα». Υπογραμμίζεται μάλιστα ότι οι συμβάσεις αυτές «δε θεωρούνται ως οικονομικά βιώσιμες επιλογές για την κατασκευή έργων δημόσιων υποδομών». Με τον κίνδυνο του ανεπαρκούς ανταγωνισμού να αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση των αναθετουσών αρχών και με την «οικονομική αποδοτικότητα και διαφάνεια» να υπονομεύονται σε μεγάλο βαθμό. Στη χώρα μας, τόσα χρόνια μετά και με χαρακτηριστικά τα παραδείγματα «αναποτελεσματικότητας» όπως αυτό του «Ε65», τι κάνουμε και ποιες πολιτικές θέλουμε να εφαρμόζουμε ; Ποιος είναι ο λόγος που επιμένουμε στις «κατά συρροή» δημοπρατήσεις έργων ΣΔΙΤ ;; Τα παραπάνω δεδομένα και διαπιστώσεις για τους πολιτικούς μας θεωρούνται παρωνυχίδες ;;
Βέβαια, σε ότι αφορά τον αυτοκινητόδρομο «Ε65» και με δεδομένη την «ξεχασιάρικη» διάθεση της Κοινωνίας μας, το θετικό της υπόθεσης είναι ότι από όλα αυτά σταδιακά θα απομείνει το όφελος της λειτουργίας ενός σύγχρονου και ασφαλούς οδικού άξονα. Ο οποίος θα συνδέει τη Λαμία με την Εγνατία Οδό σε 1 ώρα και 45 λεπτά. Όμως ως πότε οι πολιτικές μας θα κρύβουν τη «γύμνια» των επιλογών τους «κάτω από το χαλί» ; Οι αναφορές έγκριτων μέσων ενημέρωσης για ιστορίες έργων παραχώρησης «αλά γκρέκα», για «Εθνικούς εργολάβους» και για το «μεγάλο φαγοπότι», πάνε σύννεφο. Πως μπορεί αυτή η εξαιρετικά υποτιμητική για τη χώρα και τους θεσμούς μας κατάσταση να γίνεται ανεκτή ;
Τα «κατά συρροή» λάθη και το έλλειμμα άσκησης χρηστής διοίκησης είναι πρωτόγνωρα και δεν αμφισβητούνται. Βέβαια, τέτοιες παθογένειες στη χώρα μας δεν διαπιστώνονται για πρώτη φορά. Αντίθετα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι τις τελευταίες δεκαετίες πληθαίνουν. Όμως πως γίνεται για τις όποιες αστοχίες να βιώνεται διαχρονικά ο κανόνας της μη απόδοσης ευθυνών ; Δεν θα πρέπει κάποτε η κατάσταση να γίνει αντιληπτή από τους ταγούς μας στη σωστή της διάσταση ; Το θεσμικό έλλειμμα που από όλους βιώνεται είναι ολοφάνερο. Και με αυτό το δεδομένο είναι τουλάχιστον στρουθοκαμηλισμός να θεωρείται ότι προβλήματα τέτοιου επιπέδου μπορεί να διευθετούνται με τις μικροκομματικές αντιπαραθέσεις ή τις προσχηματικές διαθέσεις αλληλοεπίρριψης ευθυνών.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

