Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

Η Μ. Ασία στη Ρωμαϊκή εποχή

Γράφει η Ευαγγελία Δημοπούλου,

Ιστορικός - Αρχαιολόγος


 

Η επεκτατική πολιτική της Ρώμης τη μετέτρεψε σταδιακά από πόλη-κράτος σε ολόκληρη αυτοκρατορία. Ο ρωμαϊκός στρατός το 189 π.Χ. νικά τον Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Γ' στη Μικρά Ασία, ενώ το 133 π.Χ., ο βασιλιάς της Περγάμου, ο Άτταλος Γ', κληροδοτεί το βασίλειό του στη Ρώμη με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η επαρχία Ασίας το 129 π.Χ. Γενικά οι πρώτοι τρεις αιώνες της Ρωμαϊκής διακυβέρνησης ήταν περίοδος ειρήνης και ευημερίας για την ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας.

Κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής ήταν η μόνιμη παρουσία Ρωμαίων αρχόντων και ρωμαϊκών στρατιωτικών μονάδων, ενώ διατηρήθηκαν οι  πολιτειακές δομές των πόλεων, οι οποίες είχαν εσωτερική αυτοδιοίκηση και κατά περιπτώσεις επιβλήθηκαν τιμοκρατικά (εισοδηματικά) κριτήρια για την ανάληψη των εξουσιών.

Σταδιακά καταλαμβάνετε όλη η Μ. Ασία με τα εδάφη της να γίνονται επαρχίες του Ρωμαϊκού κράτους. Έτσι, η επαρχία της Κιλικίας δημιουργείται το 102-100 π.Χ., της Βιθυνίας-Πόντου το 64 π.Χ., ενώ  σταδιακά μετατράπηκαν σε επαρχίες τα βασίλεια της Γαλατίας και Παμφυλίας , το 25 π.Χ., της Καππαδοκίας το 17 μ.Χ.,  Θράκης το 46 μ.Χ. και της  Λυκίας-Παμφυλίας το 43 μ.Χ..

Γαλατία ονομάζονταν κατά την αρχαιότητα, ονομάζονταν η περιοχή στα υψίπεδα της κεντρικής Μικράς Ασίας, στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται και η πρωτεύουσα της Τουρκίας, η Άγκυρα. Πήρε την ονομασία της από το μεταναστευτικό ρεύμα κελτικών φυλών Γαλατών κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., όταν μια ομάδα περίπου 10.000 Κελτών πολεμιστών με δούλους και γυναικόπαιδα που διέσχισαν τη Θράκη και κατευθύνθηκαν προς τη Μικρά Ασία, έπειτα από έκκληση του βασιλιά του ελληνιστικού κράτους της Βιθυνίας, Νικομήδη Α΄ Φιλέλληνα, στη διαμάχη ενάντια στον αδερφό του.

Τελικώς, η πληθυσμιακή αυτή ομάδα εγκαταστάθηκε στις περιοχές της ανατολικής Φρυγίας και Καππαδοκίας στην κεντρική σημερινή Ανατολία, στην περιοχή όπου πήρε και το όνομά τους. Μετά το θάνατο του Αμύντα το 25 π.Χ., η ελληνιστική επαρχία της Γαλατίας ενσωματώνεται στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον Οκταβιανό Αύγουστο. Η Επιστολή προς Γαλάτες του Αποστόλου Παύλου, που είναι ένα από τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης, αναφέρεται σε αυτή την επαρχία και όχι - όπως λανθασμένα κάποιοι πιστεύουν - στους κατοίκους της ομώνυμης ιστορικής περιοχής της Δυτικής Ευρώπης (σημερινή Γαλλία).

Η κοινωνία στην περιοχή της Μικράς Ασίας κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Η ρωμαϊκή κατάκτηση δεν έθιξε τις κοινωνικές τάξεις που προϋπήρχαν, αλλά τις ενσωμάτωσε στο ρωμαϊκό κοινωνικό σύστημα. Αρχικά, οι τάξεις των ελεύθερων Ελλήνων αποτελούσαν υποδιαιρέσεις μίας κατηγορίας υπηκόων, των "ξένων" (peregrini), ενώ σταδιακά επικράτησε μεγαλύτερη ομοιομορφία ανάμεσα στις τάξεις των Eλλήνων και των Pωμαίων που συμβίωναν στις ανατολικές επαρχίες.

Οι Έλληνες ήταν οι αποκλειστικοί κάτοικοι των παλαιών ελληνικών περιοχών και ισχυρό στοιχείο -αριθμητικά, οικονομικά και πολιτιστικά- σε σημαντικά τμήματα της ελληνιστικής Ανατολής. Σταδιακά έντονες ελληνικές επιρροές δέχτηκαν και οι Ρωμαίοι, κυρίως εκείνοι που εγκαταστάθηκαν μέσα σε ελληνικές πόλεις και λιγότερο εκείνοι που κατοικούσαν στις ρωμαϊκές αποικίες.

Οι πρώτοι, συνήθως έμποροι και επαγγελματίες, έπαιρναν μέρος και στην κοινωνική ζωή της πόλης που τους φιλοξενούσε. Συμμετείχαν σε συνεστιάσεις, θυσίες, εορταστικές εκδηλώσεις, αθλητικούς αγώνες, συνεισέφεραν οικονομικά με δωρεές για την εκτέλεση κοινωφελών έργων και εξασφάλιζαν ελληνική μόρφωση στα παιδιά τους. Από την πλευρά τους οι ελληνικές πόλεις συμπεριελάμβαναν τους άπορους Ρωμαίους στις διανομές τροφίμων και χρηματικών ποσών.

Κατά το 2ο αιώνα μ.Χ. μέλη των ανώτερων κοινωνικών τάξεων από τις πόλεις της Ελλάδας και της Μικράς Ασίας ανήλθαν στις τάξεις των ιππέων και των συγκλητικών. Έτσι, υπάρχουν παραδείγματα Ελλήνων από τη Μικρά Ασία που έγιναν μέλη της ρωμαϊκής Συγκλήτου και έφθασαν μέχρι το υπατικό αξίωμα. Επίσης, η οικονομική ευημερία των ανώτερων και μεσαίων στρωμάτων των ελληνικών επαρχιών δεν ανακόπηκε κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους.

Αυτό άλλωστε διαφαίνεται από την ανοικοδόμηση πολυτελών οικιών και επαύλεων, την επιχορήγηση κοινοτικών μνημείων, οικοδομημάτων και υδραγωγείων, καθώς και από τις προσφορές χρηματικών δωρεών. Συμπτώματα δυσπραγίας αυτών των τάξεων άρχισαν να εμφανίζονται προς το τέλος του 2ου αιώνα μ.Χ., περίοδο κατά την οποία και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία περνούσε κρίση.

Οι άνθρωποι των πόλεων της Μικράς Ασίας, σε αντίθεση με όσους κατοικούσαν στην επαρχία, είχαν περισσότερες ευκαιρίες να έρθουν σε επαφή με τους Ρωμαίους -τόσο σε επίπεδο διοικητικό όσο και με τις προσωπικές τους σχέσεις- με αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη δυνατότητα πρόσβασης στο δικαίωμα του ρωμαίου πολίτη.

Μία ακόμα συνέπεια αυτής της σχέσης ήταν η σταδιακή εξοικείωση των κατοίκων των πόλεων με ορισμένα στοιχεία της ρωμαϊκής κοινωνίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η επικράτηση δημόσιων θεαμάτων που συνηθίζονταν στη Ρώμη, όπως η διοργάνωση αγώνων με μονομάχους (gladiatores) και με άγρια ζώα, γεγονός που αντανακλά τις αλλαγές στην κοινωνική ζωή της πόλης.

Η ρωμαϊκή κοινωνία ήταν ανοιχτή στους ξένους (alieni, externi), ακόμη και για την κατάληψη των ανώτερων ηγετικών θέσεων, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν προκαταλήψεις για συγκεκριμένες εθνότητες. Οι προκαταλήψεις για τους κατοίκους ορισμένων επαρχιών του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας, οι οποίοι λόγω της γλώσσας και των ηθών τους ήταν απόμακροι στα μάτια των Ρωμαίων, είναι ευδιάκριτες στις μαρτυρίες των Ρωμαίων συγγραφέων. Ενδεικτικές είναι οι περιφρονητικές αναφορές του Ιουβενάλη στους ιππείς από τη Μικρά Ασία, καθώς και του Μαρτιάλη στους Καππαδόκες και στους Σύριους.

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

  • R. K. Sherk, Roman Documents from the Greek East, Baltimore 1969
  • J. H. Oliver, Greek Constitutions of Early Roman Emperors, Philadelphia 1989
  • A. Lintott, Imperium Romanum. Politics and Administration, London 1993
  • P. Garnsey, R. Saller, Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, Ηράκλειο 1995.
  • M. Sartre, L’ Orient Romain, Paris 1991.

 

    

 

randomness