Η ομιλία της Δικηγόρου Βασιλικής Ν. Μπρόφα στις εκδηλώσεις τιμής και μνήμης στην ιστορική πόλη της Υπάτης : «79 χρόνια Μετά…Κανείς μας δεν ξεχνά…»
Η κεντρική ομιλία από τη Δικηγόρο Βασιλική Ν. Μπρόφα, η οικογένεια της οποίας υπήρξε θύμα του Ολοκαυτώματος, ο παππούς της Σωτήριος Μπρόφας - παππούς της στις 17/06/1944 έχασε σπίτι και μαγαζί που κατακάηκαν από το ολοκαύτωμα ενώ ο Πολύμερος (Πούλιος) Μπρόφας - πρώτος εξάδελφος του παππού της Σωτηρίου Μπρόφα - εκτελέστηκε στα Καστέλλια στις 06/12/1942.
Η Βασιλική Μπρόφα στην ομιλία της τόνισε τα εξής:
«…..Ήταν 17 Ιουνίου 1944 όταν γράφτηκε ίσως η πιο μελανή σελίδα στη νεότερη ιστορία της Υπάτης. Στρατιωτικά τμήματα της κεντρικής Γερμανικής διοίκησης Λαμίας υπό τις διαταγές του Καρλ Σύμερς (του υπεύθυνου για τη σφαγή του Διστόμου, της Κλεισούρας και της Σπερχειάδας) επιτέθηκαν κατά της Υπάτης, ξεδιπλώνοντας τη δολοφονική τους μανία. Εκτελέσεις, τραυματισμοί και πυρπολήσεις, βύθισαν σε θρήνο την Υπάτη. Τι οδήγησε όμως τα Γερμανικά στρατεύματα σε αυτό το πρωτόγνωρο αιματοκύλισμα;;
Ας γυρίσουμε λίγα χρόνια πριν το 1944, στα πικρά χρόνια της κατοχής. Παρ’ όλες τις δοκιμασίες που δέχτηκαν οι κάτοικοι της Υπάτης δεν λύγισαν. Κρατιούνται στη ζωή. Ο κατακτητής δεν κατάφερε να φωλιάσει στις ψυχές τους, στις ψυχές των απλοϊκών κατοίκων, που μένουν λεύτερες κι αδούλωτες. Σκελετωμένοι από την πείνα και τις στερήσεις, οι Υπαταίοι κρατήθηκαν στη ζωή και έδωσαν και πάλι πρώτοι το παρόν στην Εθνική Αντίσταση. Η Υπάτη με επικεφαλής τον αείμνηστο πατριώτη Θανάση Παπακυριαζή, πρωτοστατεί στις 25/26 Νοεμβρίου 1942, στην ανατίναξη της Γέφυρας του Γοργοποτάμου, με ομάδες της ενωμένης Εθνικής Αντίστασης κι άντρες της συμμαχικής αποστολής. Το χτύπημα έγινε από 150 άντρες του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Άρη Βελουχιώτη, 60 άντρες του ΕΔΕΣ με επικεφαλής το Ναπολέοντα Ζέρβα και 12 ειδικά εκπαιδευμένους άντρες της SOE, των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Την ηρωική αυτή πράξη την πλήρωσαν με αίμα. Μετά το ιστορικό αυτό σαμποτάζ, οι κατοχικές δυνάμεις αντέδρασαν με αντίποινα. Οι Γερμανοί διάλεξαν 10 χωριανούς από την Υπάτη και 6 από το διπλανό χωριό Καστέλλια και αφού τους βασάνισαν επί εβδομάδες τους οδήγησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Έτσι, την 1η Δεκέμβρη δέκα (10) διαλεχτοί χωριανοί εκτελέστηκαν στα ερείπια της γέφυρας του Γοργοποτάμου, ως αντίποινα από τους Γερμανούς για την ανατίναξή της. Ανάμεσά τους και ο συνταγματάρχης Θανάσης Παπακυριαζής. Αξιωματικός γενναίος, φλογερός πατριώτης, αλύγιστος στα βασανιστήρια που υπέστη κατά την κράτησή του στις φυλακές της Λαμίας, εμψυχωτής των συγκρατούμενων συγχωριανών του, στάθηκε με ηρωισμό και περιφρόνηση μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, σαν αληθινός Ρουμελιώτης, συνεχίζοντας την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του. Απαίτησε από τους κατακτητές να εκτελεστεί χωρίς το μαύρο μαντήλι στα μάτια, ενώ τα τελευταία του λόγια, κοιτώντας κατάματα τον εχθρό, ήταν: “Είστε βάρβαροι. Σήμερα εκτελείτε εμάς τους άοπλους, αλλά το αίμα μας θα το εκδικηθούν οι πατριώτες μας. Ζήτω η Ελλάδα. Ζήτω η ελευθερία” και το βόλι τον σώριασε νεκρό.
Στις 6 Δεκέμβρη 1942 άλλοι έξι (6) συγχωριανοί Υπαταίοι εκτελέστηκαν στα Καστέλλια Φωκίδος από τους Ιταλούς. Για τον πρόγονό μου και πεσόντα στα γεγονότα Πούλιο Μπρόφα, πρώτο εξάδελφο του αείμνηστου παππού μου Σωτηρίου Μπρόφα - για τον οποίο συγκινημένη, υπερήφανη και με δέος σας μιλώ σήμερα - γράφει χαρακτηριστικά ο παππάς των Καστελλίων: «Εκείνη την ημέρα ενθυμούμαι ένας απ’ αυτούς… ο Πούλιος Μπρόφας, μου έδωσε ένα σημείωμα με τα ονόματα όλων εκείνων που κατάγονται από την Υπάτη, καθώς και ορισμένα χρήματα και μου ‘πε : «Παππούλη να μας μνημονεύεις στην Εκκλησία». Ήταν ακμαίο το ηθικό του και με σταθερή φωνή μου είπε τα τελευταία αυτά λόγια: “πάντα θα υπάρχουν θύματα για την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ”.
Η δυναμική παρουσία των ανταρτών στη Ρούμελη είχε εξοργίσει τους Γερμανούς, οι οποίοι την περίοδο εκείνη ήταν ήδη αποδυναμωμένοι και καθόλου ψύχραιμοι. Μπροστά στην απειλή των αντιστασιακών, άρχισαν να χτυπούν τα χωριά που θεωρούσαν ύποπτα και να σκοτώνουν τους ανυπεράσπιστους κατοίκους ως αντίποινα.
Ένα από αυτά, το οποίο θα δώσει συνέχεια στην προσφορά αίματος που δεν έχει τελειωμό, είναι και η μέρα του μεγάλου χαλασμού, η 17η Ιουνίου 1944, ημέρα Σάββατο. Το γλυκοχάραμα της ημέρας αυτής, βρίσκει την Υπάτη περικυκλωμένη από τα γερμανικά στρατεύματα. Οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τις ανατολικές, βόρειες και δυτικές προσβάσεις που οδηγούν προς την πόλη, ώστε να μην υπάρξει δίοδος διαφυγής. Οι Υπαταίοι παραδομένοι στην γλύκα του ύπνου και άλλοι σηκωμένοι νωρίτερα κινάνε για τις δουλειές τους. Οι πρώτοι ανυποψίαστοι πέφτουν επάνω στους Γερμανούς. Και ήταν οι πρώτοι νεκροί. Και ύστερα η καμπάνα του χωριού. Όλοι τώρα ξυπνάνε και ξέρουν πως ο εφιάλτης τώρα αρχίζει. Κάποιοι καταφέρνουν να διαφύγουν στην φιλόξενη Οίτη. Οι λίγοι κρύβονται όπως μπορούν στα περιβόλια και τους υπονόμους, για να περάσουν μια εφιαλτική μέρα με κρατημένη την ανάσα τους ανάμεσα στα πόδια των Γερμανών. Τα γυναικόπαιδα και τους γέρους τους υποχρέωσαν να συγκεντρωθούν στην πλατεία. Τα μωρά κλαίγανε στις αγκαλιές των μανάδων τους, ενώ τα μεγαλύτερα παιδιά έψαχναν να βρουν για στήριγμα ένα χέρι, για να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους.
Μέσα σε λίγες ώρες η όμορφη Υπάτη μεταβάλλεται σε κόλαση φωτιάς και αίματος. Οι δαίμονες των SS ανατίναξαν εκκλησίες και σχολεία, έκαψαν γυναίκες μέσα στα σπίτια τους, γέμισαν με πτώματα τους δρόμους, οδήγησαν τα γυναικόπαιδα στο νεκροταφείο για ομαδική εκτέλεση, η οποία απετράπη την τελευταία στιγμή μετά από εντολή που δόθηκε για άγνωστους λόγους από την Λαμία. Όμως, το σούρουπο βρήκε την Υπάτη νεκρή πολιτεία μέσα σε ερείπια που κάπνιζαν. Δεκάδες τα θύματα του εφιαλτικού απολογισμού. Από τα τετρακόσια (400) σπίτια έμειναν τα εικοσιπέντε (25). Ισοπεδώθηκαν ιστορικά αρχοντικά, κάηκαν οι βυζαντινές εκκλησίες με τις πολύτιμες βιβλιοθήκες και τα πανάρχαια κειμήλιά τους.
Ακολουθεί η σκληρότερη των στιγμών και η τελευταία πράξη της τραγωδίας. Η περισυλλογή των νεκρών και των τραυματιών. Σε αυτοσχέδια φορεία μαζεύουν τους τραυματίες τους και θάβουν τους σκοτωμένους τους πρόχειρα, όπως εκείνους τους δώδεκα (12) που ρίχνονται βιαστικά και ανάκατα σε έναν ασβεστόλακκο, στην αυλή του Αγίου Γεωργίου. Κι έμειναν οι στάχτες, τα ερείπια, τα αποκαΐδια, η ιστορία, οι νεκροί, οι θύμησες…
Ο γραμματέας της τότε κοινότητας Υπάτης, Περικλής Ευθιμιόπουλος, που πέθανε στην Τασκένδη, σε πρόχειρη σημείωσή του γράφει λακωνικά: «Επυρπολήθηκαν άπασαι αι οικίαι, καταστήματα και λοιπαί οικοδομαί. Απέμειναν όρθια περί τα 25 σπίτια. Ανετινάχθη η Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Άπαντα τα Δημόσια και κοινοτικά κτίρια και Σχολεία κατεστράφησαν. «‘Επί το ερείπιον» εστάθη η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ! Αυτή όπλισε τους απλοϊκούς ανθρώπους της και έστησαν στο ξέφωτο μετερίζι της φυλής, το χορό της ψυχικής Αντίστασης, που τελικά νίκησε τις χιτλερικές δυνάμεις».
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις αφηγήσεις του αείμνηστου παππού μου Σωτηρίου Μπρόφα και του πατέρα μου Νικολάου, οι οποίοι με πόνο ψυχής μου έχουν διηγηθεί κατά καιρούς, πώς γλύτωσε η οικογένεια από το θάνατο εκείνη την ημέρα, ενθυμούμενοι ότι λίγες ημέρες πριν την εισβολή των Γερμανών, ο παππούς μου έχοντας δει το βράδυ σε ένα όραμα μια γυναικεία φιγούρα να τον προτρέπει επιτακτικά να φύγει από την πόλη γιατί θα την κάψουν οι Γερμανοί και μη μπορώντας να κοιμηθεί, θεώρησε ότι η Παναγιά θέλει να τον προστατεύσει και να τον προειδοποιήσει για την επερχόμενη καταστροφή. Αμέσως μάζεψαν με τη γιαγιά μου κάποια λιγοστά πράγματα από το σπίτι και κρατώντας στην αγκαλιά τους τον πατέρα μου - 6 χρονών τότε - και τον μικρότερο αδελφό του, έφυγαν με τα πόδια για να βρουν καταφύγιο στο διπλανό χωριό το Λυχνό. Λίγες ημέρες αργότερα, μαθαίνοντας για την επέλαση των Γερμανών, ο παππούς μου γύρισε στην Υπάτη για να δει τι είχε απογίνει το βιός του. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να μου λέει πως το θέαμα που αντίκρισε τότε ξεπερνά κάθε φαντασία. Οι Γερμανοί είχαν κάψει το μαγαζί και το σπίτι του. Το χωριό ήταν κρανίου τόπος. Με την εικόνα της απόλυτης καταστροφής εντυπωμένη στο μυαλό του για πάντα, περπάτησε μέχρι το χωριό Μεξιάτες, προκειμένου να βρει ένα μέσο να μεταφέρει την οικογένειά του σε έναν άλλο τόπο. Στις Μεξιάτες βρήκε έναν γνωστό του και με την βοήθειά του, πήρε ένα κάρο και το ανέβασε στο Λυχνό. Βρήκε την οικογένειά του, τη φόρτωσε στο κάρο και μαζί με τα λιγοστά υπάρχοντα που είχαν, εγκατέλειψαν για πάντα την Υπάτη, οδηγώντας το κάρο με τα πόδια στη Λαμία, όπου φιλοξενήθηκαν στην οικία του στρατηγού Ραφτοδήμου. Χωρίς σπίτι, χωρίς χρήματα και χωρίς δουλειά προσπάθησε να ξαναχτίσει από το μηδέν πάνω στα αποκαϊδια της παλιάς ζωής, μια νέα ζωή για την οικογένειά του στη Λαμία. Και τα κατάφερε… αλλά στην Υπάτη δεν ξαναγύρισαν ποτέ… Από τότε μέχρι σήμερα ο πατέρας μου, ελάχιστες φορές έχει επισκεφτεί την Υπάτη - ούτε και σήμερα βρήκε το ψυχικό σθένος να έρθει - και η φωνή του λυγίζει κάθε φορά που μιλά συγκινημένος για τα γεγονότα που βίωσε η οικογένειά του εκείνες τις τραγικές ημέρες…
Σημειωτέον ότι, η Υπάτη εκτός από το μεγάλο ολοκαύτωμα της 17ης Ιουνίου 1944, πυρπολήθηκε άλλες δύο (2) φορές από τους Γερμανούς και βομβαρδίστηκε με πυροβολικό αρκετές. Οι ημερομηνίες των πυρπολήσεων ήταν:
10 Αυγούστου 1944
12 Οκτωβρίου 1944
Σας παραθέτω στοιχεία για τον αριθμό των θυμάτων της Υπάτης στην περίοδο της Ιταλογερμανικής Κατοχής, 1940 - 1944 :
Στη Γέφυρα του Γοργοποτάμου,
1-12-1942 10
Στο χωριό Καστέλλια, 6-12-1942 6
Στην Υπάτη, 17-6-1944 28
ΕΚΤΕΛΕΣΘΕΝΤΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΟΧΙΚΕΣ
ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ,
1942-1944 16
ΝΕΚΡΟΙ ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ 7
ΝΕΚΡΟΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΕΙΝΑ 35
ΝΕΚΡΟΙ ΑΠΟ ΝΑΡΚΕΣ-
ΧΕΙΡΟΒΟΜΒΙΔΕΣ 5
Έτσι καταστράφηκε η πόλη της Υπάτης. Έτσι πότισαν το δεντρί της ελευθερίας οι Υπαταίοι πατριώτες και όλοι όσοι επέζησαν, επιδόθηκαν στην τήρηση ενός βουβού όρκου: “Να ξαναφτιάξουνε την Υπάτη”. Και το πέτυχαν.
Το Ολοκαύτωμα από τη γερμανική λαίλαπα συγκίνησε και τον πιο κυνικό νου. Για την προσφορά της στην Ενωμένη Εθνική Αντίσταση, που κορυφώθηκε με το ολοκαύτωμα, αλλά και την εκτέλεση των Υπαταίων Πατριωτών μετά την ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου, από τους Γερμανούς, η πολιτεία με Προεδρικό Διάταγμα απένειμε στην Υπάτη τον τιμητικό τίτλο: «ΥΠΑΤΗ Μαρτυρική πόλη», αναγνωρίζοντας τις θυσίες των κατοίκων της σε αγώνες, αίμα και περιουσίες.
Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Ερχόμενοι στο «σήμερα», τα γεγονότα που προανέφερα πρέπει να μας προβληματίσουν, ώστε να δούμε την προβολή των επιπτώσεών τους στο παρόν. Αν δεν θέλουμε να χάσουμε τον προσανατολισμό μας και να βαδίσουμε σε ένα αβέβαιο μέλλον, δεν θα πρέπει να χάσουμε την επαφή μας με τις πνευματικές αξίες του παρελθόντος.
«Δεν μας προσμένει η ιστορία στο βάθος, αλλά προχωρεί μαζί μας . Με τα χέρια μας κωπηλατεί το χρόνο . Κι εμείς οι νέοι είμαστε το ρεύμα που κουβαλάει πάνω του το αύριο» , έγραψε ο Νικηφ. Βρεττάκος.
Χρέος μας λοιπόν είναι, ως απόγονοι εκείνων των νέων, που με τον αυθορμητισμό τους γέμισαν με σελίδες ηρωισμού την ελληνική Ιστορία και μας χάρισαν ένα μέλλον πιο ειρηνικό, να μιμηθούμε το παράδειγμά τους και να μαχόμαστε καθημερινά για αξίες και ιδανικά που σήμερα απειλούνται από τα συμφέροντα των ισχυρών! Στην εποχή μας, την εποχή των μεγάλων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών, οφείλουμε στους εαυτούς μας πάνω απ’ όλα, να δούμε το βαθύτερο νόημα της ιστορίας, το οποίο μας δείχνει την προσπάθεια, μας δείχνει την πορεία, αλλά και τον καθημερινό αγώνα ακόμα και για τα αυτονόητα.
Οι Γερμανικές επανορθώσεις παραμένουν ένα φλέγον ζήτημα. 79 χρόνια μετά οι νεκροί μας περιμένουν ακόμη την έμπρακτη δικαίωση της θυσίας τους. Διότι, η Γερμανία μετά την ήττα της ψέλλισε ένα «συγνώμη», συγκάλυψε τους Ναζί, ελάχιστοι καταδικάστηκαν, ενώ η κυβέρνηση δεν επέστρεψε ποτέ το κατοχικό δάνειο, το οποίο ακόμη και η ναζιστική Γερμανία είχε αναγνωρίσει και είχε ξεκινήσει μάλιστα την αποπληρωμή του, δεν πλήρωσε παρά ελάχιστες αποζημιώσεις, δεν επέστρεψε τα μνημεία μας. Η σύγχρονη ηγέτιδα χώρα Γερμανία, δεν πρέπει να ξεχνά ότι αποτελεί συνέχεια της ναζιστικής Γερμανίας και όσο η ιστορική μνήμη παραμένει, θα παραμένει υπόλογη και η Γερμανία. Επιτρέψτε μου όμως να εκφέρω τη γνώμη μου και ως νομικός, υπογραμμίζοντας ότι υπόλογες είναι και οι ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες μέχρι σήμερα κωφεύουν σχετικά με τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου, λησμονώντας παράλληλα ότι και με τη δική μας υπογραφή η Γερμανία πλήρωσε τα όποια δάνεια και οφειλές με την ευνοϊκή για την ίδια ρήτρα ανάπτυξης, αλλά και της χαρίστηκε ένα πολύ μεγάλο μέρος από τα χρέη της. Ας το αναλογιστούν οι πολιτικοί μας ηγέτες, διότι οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες, οι προσπάθειες και οι αγώνες των εθνικών ευεργετών μας που γίνονται κατά καιρούς, δεν επαρκούν αν δεν επιρρωνύονται με την δυναμική της πολιτικής βούλησης και την αποτελεσματικότητα της κρατικής πίεσης σχετικά με την επίλυση του θέματος.
Το ορόσημο του ολοκαυτώματος της Υπάτης πρέπει να συνεχίσει να αποτελεί εθνική υπόθεση, το χρωστάμε σε αυτούς που έχυσαν το αίμα τους, στους εαυτούς μας, αλλά και στις μελλοντικές γενιές. Λένε πως οι νεκροί ζουν μέσα μας και τα έργα τους είναι για εμάς τους νεότερους στοιχεία ζωής. Με τον αγώνα και τη θυσία τους οι ήρωές μας γίνονται κήρυκες και οδηγοί, πρότυπα για τις ερχόμενες γενιές. Οι λίγοι που πεθαίνουν για την πατρίδα γίνονται η μαγιά της ελευθερίας, γίνονται οι φορείς της νέας ζωής. Το μέλλον δεν προβλέπεται εύκολο … μόνο ενωμένοι και έχοντας ως εφόδιο την ιστορική μνήμη, θα μπορέσουμε να παλέψουμε για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη και την ευημερία σε όλο τον κόσμο! ...».



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

