O Aχιλλέας της Ρωμιοσύνης: Η Αλήθεια για τον Καραϊσκάκη!
Γράφει ο Γιώργος Καρανάσιος
Δεν μπορείς να καταλάβεις τον Καραϊσκάκη αν προσπαθήσεις να τον χωρέσεις στα σημερινά καλούπια. Είναι λάθος από την αρχή. Εκείνη η εποχή ήταν διαφορετική.
Δεν υπήρχαν «καλοί» και «κακοί» όπως τους θέλουμε σήμερα. Υπήρχαν άνθρωποι που πάλευαν να επιβιώσουν, να ανέβουν, να κρατηθούν όρθιοι μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, θολό και γεμάτο αντιφάσεις.
Στην αυλή του Αλή Πασά δεν ζούσε ένας ή δύο. Ζούσε σχεδόν ολόκληρη η Ελλάδα της εποχής. Εκεί ανδρώθηκαν μυαλά και σπαθιά. Εκεί έμαθαν τον πόλεμο, την πολιτική, την επιβίωση.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δεν ήταν εξαίρεση, ήταν κομμάτι αυτής της πραγματικότητας. Όπως και ο Αθανάσιος Διάκος, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Ιωάννης Κωλέττης, κ.α Άνθρωποι διαφορετικοί, αλλά με κοινή μήτρα εμπειρίας.
Εκεί μέσα ζυμώθηκε και κάτι ακόμα πιο επικίνδυνο: η ιδέα της ελευθερίας. Όχι σαν καθαρό ιδεολογικό σχήμα, αλλά σαν ανάγκη. Σαν ένστικτο. Εκεί μπήκαν οι πρώτοι σπόροι της Φιλικής Εταιρείας, εκεί γεννήθηκαν όρκοι και σχέδια. Άρα, όποιος βλέπει εκείνη την εποχή με το φίλτρο του σήμερα, απλά δεν την καταλαβαίνει.
Ο Καραϊσκάκης ήταν παιδί αυτής της εποχής. Πολέμησε, συνεργάστηκε, ελίχθηκε. Στα 17 του ξεχώρισε ήδη σε εκστρατείες, όχι για την Ελλάδα ακόμα δεν υπήρχε ως κράτος, αλλά μέσα σ' έναν κόσμο συγκρούσεων εξουσίας. Αυτό δεν τον μειώνει. Αντίθετα, δείχνει πόσο βαθιά γνώριζε το παιχνίδι πριν καν ξεκινήσει η Επανάσταση. Και όταν ήρθε η ώρα, δεν ήταν απλά έτοιμος. Ήταν απαραίτητος.
Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου όλα είχαν τελειώσει στη Ρούμελη. Οι περισσότεροι καπεταναίοι είχαν κάνει συμφωνίες για να σώσουν ό,τι μπορούσαν. Ο Κιουταχής είχε φτάσει μέχρι την Αθήνα και πολιορκούσε την Ακρόπολη. Η Επανάσταση εκεί πάνω έμοιαζε νεκρή.
Και τότε εμφανίζεται ο Καραϊσκάκης. Όχι ως ήρωας σε πίνακα. Αλλά ως άνθρωπος άρρωστος, κυνηγημένος, αμφισβητούμενος. Πηγαίνει στο Ναύπλιο και ουσιαστικά απαιτεί την αρχιστρατηγία της Ρούμελης. Δεν του τη δίνουν γιατί δεν πιστεύουν σε αυτόν. Του τη δίνουν για να τον ξεφορτωθούν, πιστεύοντας ότι δεν έχει ζωή λόγω της αρρώστια του..
Και εκεί αρχίζει το απίστευτο. Μέσα σε λίγους μήνες, ανεβαίνει στη Ρούμελη και την ξανασηκώνει από τις στάχτες. Μαζεύει διαλυμένα σώματα, ενώνει καπεταναίους που πριν λίγο μισιούνταν, σβήνει εγωισμούς, χτίζει στρατό από το μηδέν.
Δεν διοικεί από μακριά. Μπαίνει παντού. Οργανώνει, επιβάλλεται, εμπνέει. Σε ελάχιστο χρόνο έχει κάτω από τις διαταγές του πάνω από 10.000 άνδρες. Το μεγαλύτερο στρατόπεδο της Επανάστασης. Και το σημαντικότερο: όλοι τον αναγνωρίζουν. Χωρίς τίτλους, χωρίς χαρτιά. Τον αναγνωρίζουν γιατί βλέπουν ότι ξέρει.
Αυτό είναι το γνώρισμα του μεγάλου στρατηγού. Όχι τι λέει για σένα η ιστορία. Αλλά τι λένε για σένα οι σύγχρονοί σου.
Και ενώ όλα δείχνουν ότι μπορεί να αλλάξει την πορεία του Αγώνα, αρχίζουν τα γνωστά. Παρεμβάσεις, συμφέροντα, ξένοι «σωτήρες». Ο ναύαρχος Τόμας Κόχραν έρχεται και αντί να βοηθήσει, διαλύει σχέδια, καθυστερεί εφόδια, πιέζει για λάθος κινήσεις. Ο Καραϊσκάκης καταλαβαίνει αμέσως ότι μια επίθεση σε ανοιχτό πεδίο είναι αυτοκτονία. Επιμένει σε στρατηγική φθοράς. Εκεί που οι Έλληνες υπερείχαν. Αλλά δεν τον ακούνε. Και όμως, ακόμα και τότε, δεν τα παρατά. Προσπαθεί με πονηριά, με καθυστερήσεις, με τεχνάσματα να σώσει ό,τι σώζεται.
Μετά από αυτά έρχεται το τέλος. Άρρωστος, με πυρετό, ακούει πυροβολισμούς. Δεν περιμένει. Δεν σκέφτεται. Καβαλάει και ορμάει μπροστά. Όπως πάντα. Μπροστά. Και τότε ενώ βρίσκεται προστατευόμενος γύρω απο δικούς του ανθρώπους, δέχεται το μοιραίο βόλι ανάμεσα στον μηρό και την κοιλιά (βουβώνα), με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά και από πάνω προς τα κάτω.
Εκεί, στους πιο στενούς του ανθρώπους, αφήνει να φανούν οι υποψίες του, χωρίς όμως να ξεστομίσει όνομα: «Ξέρω τον αίτιο, κι αν ζήσω, παίρνουμε χάκι. Κι αν πεθάνω… ας μου κλάσει τον πούτζο κι αυτός!»
Στις 23 Απριλίου 1827, ο Καραϊσκάκης πεθαίνει. Ανήμερα της γιορτής του. Όπως έζησε: στα άκρα. Δεν αφήνει πλούτη. Δεν αφήνει αξιώματα. Αφήνει κάτι πολύ πιο δύσκολο: παράδειγμα. Ήταν αθυρόστομος, απείθαρχος, απρόβλεπτος. Αλλά ήταν και ιδιοφυΐα πολέμου. Ήξερε να ενώνει, να εμπνέει, να μετατρέπει το χάος σε δύναμη. Και το σημαντικότερο: ήξερε πότε να βάλει το «εμείς» πάνω από το «εγώ». Μέσα σ' έναν Αγώνα γεμάτο διχόνοιες, στάθηκε όρθιος. Όχι γιατί δεν πολεμήθηκε από τους δικούς του. Αλλά γιατί δεν λύγισε. Αν η Ρούμελη ξανασηκώθηκε, ήταν γιατί πέρασε από πάνω της ο Καραϊσκάκης.
Επειδή η ιστορία είναι μνήμη δεν τον θυμάται απλά ως ήρωα τον θυμάται ως δύναμη μυαλού, στρατιωτική και πολιτική ιδιοφυία... και ως έντιμο, άξιο και ικανό Έλληνα!
Υ.Γ. Στην Άμπλιανη Βάριανης, το 1824, ο Γ. Καραϊσκάκης βρέθηκε για μήνες μαζί με τον Οδ. Ανδρούτσο και με κορυφαίους οπλαρχηγούς της Στ. Ελλάδας - Ρούμελης, σχεδιάζοντας τις επόμενες κινήσεις του Αγώνα. Η συνέχεια είναι γνωστή: ο Καραϊσκάκης οδηγήθηκε σε δίκη, ενώ ο Ανδρούτσος αφορίστηκε και τελικά δολοφονήθηκε γεγονότα που φανερώνουν πόσο βαθιά είχε εισχωρήσει η διχόνοια στον ίδιο τον Αγώνα. Ο Καραϊσκάκης επισκεπτόταν συχνά το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία Βαργιανης, αναζητώντας ανακούφιση λόγω της ασθένειάς του, αξιοποιώντας το ευνοϊκό κλίμα της περιοχής. Σε μικρή απόσταση βρισκόταν και το μοναστήρι της Πανάσσαρης (στη Γραβιά γνωστό και από τη μάχη της Πανάσσαρης), χώρος επίσης συνδεδεμένος με την παρουσία και τη δράση του.
Για περισσότερα στοιχεία, βλ.: «Ο Δωρικός Διάδρομος και τα Ιστορικά Στενά Γραβιάς - Άμπλιανης», Γεώργιος Καρανάσιος, εκδ. Α.&Μ. Σταμούλη.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

