Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ : ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ της Ανθής Μάστορα

Γράφει ο
Νίκος Καλαντζής

συνταξιούχος δάσκαλος

 

 

Κρατώντας στα χέρια μου ένα αντίτυπο του μυθιστορήματος της πρωτοεμφανιζόμενης, στα Ελληνικά Γράμματα, Ανθής Μάστορα, για αρκετή ώρα παρατηρούσα, με ιδιαίτερη προσοχή, το εξώφυλλο του βιβλίου, όντας θιασώτης της θεωρίας ότι «η εξωτερική όψη αντικατοπτρίζει και το περιεχόμενο».
Το αρχοντόσπιτο του 19ου αιώνα, που δεσπόζει στο κέντρο της εικόνας, στο μέσο του... “πουθενά” και περιβάλλεται από στάχυα έτοιμα να θεριστούν, παραπέμπει σε κονάκι προύχοντα της εποχής εκείνης.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί κα η παρουσία τριών γυναικείων σκιών στη μέση του σιτοβολώνα, με γυρισμένη την πλάτη στο... θεατή, να ατενίζουν τον ορίζοντα.
Προχωρώντας στην ανάγνωση του βιβλίου διαπίστωσα την πλήρη ανταπόκριση της εικόνας με τα γραφόμενα στην ύλη του βιβλίου, με την αλληγορία που συνδέει εικόνα και γραφή.
Ξεκινώντας την ανάγνωση του βιβλίου, απ’ τις πρώτες κιόλας αράδες του, ξεπηδάει ολοζώντανη η μορφή της πρωταγωνίστριας, της Βαγγελής, και μάλιστα σε πλήρη δράση, αν κι έφηβη ακόμα, στην ηλικία που αναγκάζεται να εκπληρώσει καθήκοντα μαίας(!) προκειμένου να βοηθήσει τη μητέρα της Παναγιώτα να φέρει στον κόσμο έναν (ακόμα) αδερφό της, ενώ είχε ήδη επωμισθεί τη φροντίδα των άλλων αδελφών της, υποκαθιστώντας τη μάνα, που έλειπε στη φροντίδα του κοπαδιού, αλλά και στην καλλιέργεια των λιγοστών χωραφιών της οικογένειας.
Γνώριμη εικόνα της ελληνικής οικογένειας στην ύπαιθρο, την περίοδο του μεσοπολέμου, όπου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας και ιδιαίτερα τα κορίτσια, αναλάμβαναν τη φροντίδα του σπιτιού, αλλά και το μεγάλωμα των μικρότερων αδελφών τους.
Όλο αυτό το... “φόρτωμα” ευθυνών στις αδύναμες πλάτες των μικρών κοριτσιών, τα οποία καλούνταν σε πρόωρη... ωρίμανση, ήταν η προετοιμασία τους για τη δημιουργία της δικής τους οικογένειας.
Σημαντική παράμετρος του πρώτου σκηνικού της ζωής και της δράσης της Βαγγελής, ότι όλα αυτά εξελίσσονται κάτω από δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες, αφού ο χειμώνας στην ορεινή Μεσοχώρα ήταν και εξακολουθεί να είναι ένας... “δυσκολοκατάβλητος” αντίπαλος, που κάνει τη ζωή δύσκολη σε ανθρώπους και ζωντανά, αφού τα υψηλά ποσοστά χιονόπτωσης εμπόδιζαν την επικοινωνία ανάμεσα και στους γείτονες, ενώ για την περιποίηση των κοπαδιών τους, έπρεπε να ανοίξουν δρόμο (...”ντορό”) ανάμεσα στους όγκους του χιονιού.
Στα πέντε πρώτα κεφάλαια, περιγράφεται η ζωή των κατοίκων της Μεσοχώρας, όχι μόνο τους δύσκολους μήνες του χειμώνα (Οκτώβριο - Μάρτιο), αλλά και τη θερινή περίοδο, όπου ο τόπος γίνεται παραδεισένιος, με τη φύση να οργιάζει, με το πράσινο να κυριαρχεί απόλυτα και την ευεργετική παρουσία του Αχελώου, ο οποίος πηγάζει απ’ τα βουνά που περιβάλλουν τη Μεσοχώρα και η καθαρότητα των νερών του είναι τέτοια, ώστε να του δοθεί το προσωνύμιο του Ασπροπόταμου.
Η ζωή τους καλοκαιρινούς μήνες περιλαμβάνει αδιάκοπη κινητικότητα, καθώς τα κοπάδια βγαίνουν για βοσκή στα απέραντα λιβάδια της περιοχής, ενώ κάθε σπιθαμή γης που μπορεί να καρπίσει και να προσφέρει είδη διατροφής στους κατοίκους, σκάβεται και φυτεύεται με λογής λογής διατροφικά είδη, εξασφαλίζοντας διατροφική επάρκεια στους κατοίκους.
Ταυτόχρονα, με πρώτη ύλη το γάλα, από τα αιγοπρόβατά τους, παρασκευάζουν τα απαραίτητα γαλακτοκομικά προϊόντα, για όλο το χρόνο (τυρί, βούτυρο, τραχανά).
Παράλληλα, οι καλοκαιρινοί μήνες περιλάμβαναν και διαλείμματα ξεκούρασης και χαράς, χάρις στα πανηγύρια προς τιμήν και μνήμη Αγίων της Εκκλησίας, τους οποίους θεωρούσαν προστάτες του χωριού (Αγ. Πνεύματος, Προφ. Ηλία), αλλά κυρίως το 3ήμερο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Μάλιστα τα πανηγύρια θεωρούνταν κι ευκαιρία για γνωριμίες κι «ανάπτυξη» ειδυλλίων.
Τέτοιου είδους “γνωριμία” διά... “βλεμμάτων” αναπτύχθηκε κι ανάμεσα στο Γιώργο και τη Βαγγελή, που κατέληξε σε έναν απόλυτα επιτυχημένο γάμο, απ’ τον οποίο προέκυψαν πέντε (5) παιδιά (τέσσερα αγόρια, Δημήτρης, Κων/νος, Σωτήρης, Βασίλης και μία (1) κόρη, η Αγγελική), ενώ η ζωή του ζευγαριού σημαδεύτηκε κι από την απώλεια, σε πολύ μικρή ηλικία, ενός ακόμη αγοριού, του Φώτη.
Ωστόσο, ενώ η ζωή του κεντρικού ζευγαριού της ιστορίας ήταν απόλυτα αρμονική, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ξεπηδούν και οικογενειακά δράματα, όπου πρωταγωνιστεί ο πατριαρχισμός και ο κακώς μεταδιδόμενος (εν είδει μεταδοτικής αρρώστιας) δεσποτισμός από πατέρα σε γιο, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται βίαιες και πολλές φορές βάναυσες συμπεριφορές απέναντι σε κόρες ή και νύφες.
Το κυρίαρχο αρσενικό εμφανίζεται και στην περίπτωση του Θωμά, ο οποίος, όντας σύζυγος της Νίκης, δεν διστάζει να κακοποιήσει τη μικρότερη αδερφή της κι αδελφή του Γιώργου, την Ευδοκία, η οποία από τη στιγμή εκείνη γίνεται έρμαιο στις διαθέσεις του θύτη της, αλλά και των στερεότυπων της μικρής κοινωνίας του χωριού, με τον πατέρα της να χειροδικεί εναντίον της και τη μάνα της να την αποδιώχνει.
Η Βαγγελή, έχοντας ήδη δημιουργήσει τη δική της οικογένεια, γίνεται ο κυματοθραύστης και το “αποκούμπι” της Ευδοκίας.
Μέσα απ’ τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ξεπηδάει και μια στενή φιλική σχέση ανάμεσα στη Βαγγελή και την Χρυσάνθη, τις δύο εξαδέλφες, οι οποίες μοιράζονται όνειρα κι ανησυχίες, στηρίζοντας η μία την άλλη, αν και το ανήσυχο πνεύμα της Χρυσάνθης μετατρέπει τη Βαγγελή σε “χαλινάρι” για τις αυθόρμητες ενέργειές της.
Οι μεταπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων της Μεσοχώρας, ανάλογα με τις καιρικές μεταβολές, προβληματίζουν ιδιαίτερα το σύζυγο της Βαγγελής, που μετά από συζήτηση μεταξύ τους, αποφασίζουν την... “εσωτερική” μετανάστευση του Γιώργου στα χειμαδιά, για αναζήτηση καλύτερων εργασιακών συνθηκών. Έτσι ο Γιώργος βρίσκεται στο νεοχτισμένο χωριό των προσφύγων, απ’ την Ανατολική Ρωμυλία, Νέο Μοναστήρι, στα ριζά της θεσσαλικής πεδιάδας, στα όρια της κτηματικής περιουσίας του τσιφλικά της περιοχής, Μαραθέα.
Πολύ γρήγορα ο Γιώργος προσλαμβάνεται ως αποθηκάριος στις σιταποθήκες του Μαραθέα, αλλά γίνεται και καρδιακός φίλος με τους πρόσφυγες και ιδιαίτερα με το Λαυρέντη.
Μπαίνοντας στη διαδικασία της μετακίνησης από τη Μεσοχώρα στα πεδινά και την αντίστοιχη διαδρομή στην αρχή της άνοιξης, δημιουργεί άρρηκτους δεσμούς φιλίας και αλληλοϋποστήριξης με τους Νεομοναστηριώτες, ενώνοντας τις δυνάμεις του μαζί τους απέναντι στην επιθετικότητα και την αναισχυντία του Μαραθέα.
Η Βαγγελή συναντά στο δρόμο της στη νέα της πατρίδα, τη γυναίκα του Λαυρέντη, τη Ζώγια, και οι δυο τους ταυτίζονται απόλυτα, δρώντας σαν ένας άνθρωπος, για πολλά πολλά χρόνια, αντιμετωπίζοντας ενωμένες τα τεράστια προβλήματα που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν.

Στα κεφάλαια 8, 9 και 10, καταγράφονται όσα προηγήθηκαν των θλιβερών γεγονότων της 26ης Μαΐου του 1942 και της εκτέλεσης των δώδεκα Νεομοναστηριωτών.
Έτσι, η κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου έφερε μεγάλη αναταραχή στο θεσσαλικό κάμπο, αφού οι περισσότεροι Νεομοναστηριώτες, αφήνοντας πίσω τους οικογένειες και φτωχικό βιός, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, για να αποκρούσουν την εισβολή των  ιταλικών δυνάμεων κι ανάμεσά τους ο Γιώργος κι ο Λαυρέντης, με τη Βαγγελή και τη Ζώγια να αλληλοστηρίζονται, βάζοντας κάτω απ’ τις φτερούγες τους τα παιδιά τους.
Ο πόλεμος στην Αλβανία τελειώνει άδοξα για τον ελληνικό στρατό και οι Νεομοναστηριώτες επίστρατοι επιστρέφουν, μαζί κι ο Γιώργος, με τη Βαγγελή και τη Ζώγια να πετούν στα ουράνια.
Στο μεταξύ, το καραβάνι των Μεσαχωριτών κάθε άνοιξη κάνει το ταξίδι προς τα «ΒΟΥΝΑ» και κάθε Οκτώβρη επιστρέφει στο Νέο Μοναστήρι.
Η διαδρομή γίνεται με τα πόδια(!), συνοδεύοντας τα κοπάδια των αιγοπροβάτων, με διανυκτερεύσεις στην ύπαιθρο ή κοντά σε χάνια και η φυσιολογική χρονική της διάρκεια είναι δέκα (10) ημέρες (!!).
Η Βαγγελή, κάθε φορά που πατάει το πόδι της στη Μεσοχώρα, γίνεται αποδέκτης των προβλημάτων οικογενειακών και φιλικών προσώπων κι έχοντας μια ανεξήγητη ψυχική δύναμη, καταφέρνει να γίνεται ανάχωμα και να δίνει άμεσες και κάθετες λύσεις, είτε με τις συμβουλές της είτε με τις δυναμικές της παρεμβάσεις.
Αισθάνεται έντονη την έλλειψη της Χρυσάνθης, η οποία εγκατέλειψε έναν αποτυχημένο γάμο, με τα ίχνη της να χάνονται κι όλοι να νομίζουν πως έφυγε στην Αμερική.

Στο 9ο κεφάλαιο έχουμε την κορύφωση της διήγησης, καθώς η συγγραφέας προσεγγίζει με απόλυτα πειστικό αλλά και ρεαλιστικό τρόπο ό,τι προηγήθηκε του φρικτού εγκλήματος της ομαδικής εκτέλεσης.
Με τη ρεαλιστική περιγραφή της σύλληψης και των βασανιστηρίων που προηγήθηκαν της εκτέλεσης, αλλά κι όσα ακολούθησαν μετά.
Έτσι, παρακολουθούμε ομάδα κατοίκων να ζητάει απ’ το Μαραθέα δανεικό σιτάρι, να μην πεθάνουν τα παιδιά τους από την πείνα κι, όταν εκείνος αρνείται με κυνισμό, τότε αποφασίζουν να κάνουν έφοδο στις σιταποθήκες του και να πάρουν σιτάρι.
Μάλιστα, στις αρχικές διαπραγματεύσεις, η αντιπροσωπεία των κατοίκων είχε παραδώσει στον τσιφλικά και κατάλογο των κατοίκων, με την ποσότητα του σιταριού που είχαν ανάγκη.
Με πρωτεργάτη το Γιώργο, που προετοίμασε κι επιτήρησε την έφοδο, οι κάτοικοι μπήκαν στις σιταποθήκες και πήραν το σιτάρι, αφήνοντας και πάλι κατάλογο με την ποσότητα που είχε πάρει ο καθένας.
Ο κατάλογος αυτός δόθηκε απ’ το Μαραθέα στην Ιταλική φρουρά των Φαρσάλων, η οποία επιχείρησε εκκαθαριστική επίθεση στο χωριό, συνέλαβε τους πρωταίτιους της κίνησης, αλλά και το Γιώργο, σαν υπεύθυνο αποθηκάριο, κι αφού τους οδήγησαν στο δημοτικό σχολείο, τους βασάνισαν φρικτά και στη συνέχεια έναν έναν τους εκτελούσαν, ρίχνοντάς τους σε ομαδικό τάφο, που έσκαψαν δυο από τα θύματα της θηριωδίας.
Τελευταίος οδηγήθηκε για εκτέλεση ο Γιώργος. Επειδή όμως οι πολλαπλές κακώσεις που είχαν δημιουργήσει στο σώμα του τα φρικτά βασανιστήρια  έδιναν την εντύπωση ότι ήταν νεκρός, τον πέταξαν στον τάφο χωρίς να τον πυροβολήσουν.
Όταν οι γυναίκες και τα παιδιά των εκτελεσθέντων πλησίασαν το… «θυσιαστήριο», των ανθρώπων τους, διαπίστωσαν ότι ο Γιώργος ήταν ζωντανός, αλλά βαριά τραυματισμένος.
Τον οδήγησαν προσεκτικά στο μικρό καλύβι της οικογένειας, όπου έδωσε σκληρή αλλά άνιση μάχη, με τη Βαγγελή να τον μεταφέρει με κάρο, πιστεύοντας ότι ο καθαρός αέρας του χωριού και η αύρα του Ασπροπόταμου θα του έδιναν ζωή.
Τελικά, ο ήρωας άνδρας της Βαγγελής υπέκυψε στα βαριά του τραύματα στις 12.06.1942, αφήνοντάς την μόνη κι έρημη με πέντε (5) παιδιά.
Οι επόμενες σελίδες του βιβλίου είναι ένας ύμνος θαυμασμού, σεβασμού και αγάπης για τον τιτάνιο αγώνα της Βαγγελής να σταθεί στα πόδια της, για χάρη των παιδιών και με μοναδικό στήριγμά της το μεγαλύτερο γιο της, το Δημήτρη, που αποτέλεσε το στήριγμά της στην υπόλοιπη ζωή της κι έγινε πατέρας-αδερφός για τα αδέρφια του, όντας στην εφηβική ηλικία και παίρνοντας ευθύνες τεράστιες στους ώμους του.
Η Βαγγελή, πραγματική λέαινα, για να σώσει τα παιδιά της, στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και ιδιαίτερα στη Μεσοχώρα, που έγινε το επίκεντρο των δράσεων των αντάρτικων ομάδων και του Εθνικού Στρατού, με τις ομάδες να εναλλάσσονται με κινηματογραφική ταχύτητα και τους κατοίκους να βρίσκονται ανάμεσα στα πυρά και τις αντιδράσεις τους, με το χωριό μοιρασμένο και φοβισμένο.
Ίδια κατάσταση και στο θεσσαλικό κάμπο, όπου η εκτέλεση του Μαραθέα, από την ομάδα του Άρη Βελουχιώτη στην πρώτη καταδρομική της επίθεση, έδωσε την αίσθηση της δικαιοσύνης στους Νεομοναστηριώτες, αλλά δεν απάλυνε τον πόνο για το χαμό των ανθρώπων της.
Βαγγελή και Ζώγια, πιασμένες χέρι χέρι ξεπερνούσαν τα εμπόδια που τους έφερε η ζωή, με τα παιδιά τους να μεγαλώνουν και να δημιουργούν τις δικές τους οικογένειες.
Η Βαγγελή, για τους χειμερινούς μήνες, μετακόμισε με τα παιδιά της στα γειτονικά Βρυσιά Φαρσάλων, με την βοήθεια των αδερφών.
Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου, η συγγραφέας αποφασίζει να… παίξει με το ρόλο  της μοίρας των ανθρώπων, που όλο κύκλους κάνει κι όλο στην αρχή γυρνάει.
Έτσι λοιπόν, εμφανίζει και πάλι τη Χρυσάνθη, ως πολιτική μετανάστρια, να επιστρέφει στα 1977, πλέον, μέσω Τασκένδης, ως συμπεθέρα της Ζώγιας(!), αφού η θετή της κόρη, η Αγνή, είναι η νύφη της Ζώγιας στο μικρό της γιο.
Η έμπνευση της κ. Μάστορα απογειώνει τις τελευταίες σκηνές ενός απέραντου δράματος, όταν μπροστά στο ηρώο που έστησαν οι Νεομοναστηριώτες, στο νέο τόπο που μετέφεραν το χωριό τους, την ώρα που όλοι οι πρωταγωνιστές είναι συγκεντρωμένοι για να τιμήσουν για πρώτη φορά τους εκτελεσθέντες, η Χρυσάνθη συναντά την πραγματική της κόρη, την οποία θεωρούσε νεκρή και με κάποια ευτυχή συγκυρία είχε σώσει και μεγαλώσει η Ζώγια(!).
Παρά τον τίτλο, «ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ», η φωνή-γραφή της κ. Μάστορα ήχησε δυνατή και στεντόρεια, καταγράφοντας και παρουσιάζοντας τη θέση της γυναίκας σε όλη τη διαδρομή της στο κοινωνικό γίγνεσθαι του μικρόκοσμου της επαρχίας και ιδιαίτερα των απομονωμένων ορεινών χωριών της ελληνικής επαρχίας.
Κι αν η συγγραφέας… «έπαιξε» με τα παιχνίδια της μοίρας των βασανισμένων ανθρώπων της εποχής που καταγράφει, και η ίδια ήταν πρωταγωνίστρια σε ένα παρόμοιο παράξενο παιχνίδι της μοίρας, καθώς η πρώτη υπόθεση για διευθέτηση που της ανατέθηκε ως υπαλλήλου του Υπουργείου Οικονομικών, ήταν οικονομική υπόθεση της κόρης του τσιφλικά Μαραθέα(!!).

* Δυο προσωπικές σκέψεις μου για το απόλυτα υπαρκτό πρόσωπο της Βαγγελής, την οποία είχα την τιμή και τη χαρά να γνωρίσω ως εγγονο-γαμπρός, μπαίνοντας στην οικογένεια Μάστορα. Μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου, όπου όλες οι περιγραφές της είναι απόλυτα πραγματικές, θα σχηματίσει ο αναγνώστης την εντύπωση ότι η Βαγγελή ήταν «αντρογυναίκα».
Όμως ήταν μικρή το δέμας, αλλά με τεράστια αποθέματα υπομονής, επιμονής και αγάπης για όλους, κι αυταπάρνηση μέχρις ορίων.
Είναι χαρακτηριστικές οι εικόνες στις μεγάλες γιορτές και ιδιαίτερα στις Απόκριες, όταν όλα της τα παιδιά και τα εγγόνια κι αργότερα και τα δισέγγονα να μαζεύονται στο μικρό, αλλά ζεστό, σπίτι στα Βρυσιά για να πάρουν την ευχή της(!).
Και ήταν πάρα πολλοί όσοι έδιναν το παρών (5 παιδιά – 11 εγγόνια – 3 γαμπροί – 1 νύφη – 7 δισέγγονα(!)).
Η Βαγγελή εγκατέλειψε τα επίγεια σε προχωρημένη ηλικία (96 ετών), αφήνοντας σπουδαίες παρακαταθήκες, με κυρίαρχη τη δύναμη της επανεκκίνησης μετά τα συνεχή χαστούκια της μοίρας που δεχόταν. Για όλους εμάς είναι η ΗΡΩΪΔΑ μας και ολοζώντανο παράδειγμα για τον συνεχή αγώνα της ζωής.


 

 

 

 

Απόψεις

@O Παναγιώτης Βασιλείου μας θυμίζει, με μια φωτογραφία που δημοσίευσε στο προσωπικό του ιστολόγιο, τη μεγαλύτερη πολιτική συγκέντρωση που έγινε ποτέ στη Λαμία στις...

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.

Μηνιαίο αρχείο ειδήσεων