“Τέμπη: Η ιστορία ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος”
Γράφει ο
Χρήστος Αλεξανδρής
Δύο ημερομηνίες-σταθμοί για την τραγωδία των Τεμπών που στοίχισε τη ζωή σε 57 συνανθρώπους μας στο μεγαλύτερο σιδηροδρομικό δυστύχημα που σημάδεψε για πάντα την ιστορία της χώρας, αναμένεται να καθορίσουν και την πορεία των εξελίξεων για απόδοση δικαιοσύνης.
Το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου συμπληρώνονται τρία χρόνια από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, το οποίο στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους -στην πλειονότητά τους νέους- και άφησε πίσω του δεκάδες τραυματίες. Οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν έφεραν στο φως σημαντικές παραλείψεις και παθογένειες του ελληνικού σιδηροδρόμου, κλονίζοντας την ελληνική κοινωνία. Στις 23 Μαρτίου αναμένεται να ξεκινήσει η δίκη για τα Τέμπη. Στο εδώλιο θα καθίσουν 36 κατηγορούμενοι, ενώ η δικογραφία έκτασης 1.267 σελίδων ξεπερνώντας και αυτήν από την υπόθεση της Χρυσής Αυγής, θεωρείται μία από τις πιο ιστορικές στη χώρα.
Στο βιβλίο του «Τέμπη 57: Η ιστορία ενός προαναγγελθέντος εγκλήματος», για όλα όσα δεν πρέπει να ξεχαστούν στον δρόμο προς τη δικαιοσύνη, ο συνταγματολόγος και καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ξενοφώντας Κοντιάδης, αναφέρεται στην δίκη και τονίζει ότι η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει τουλάχιστον μια τριετία σε πρώτο βαθμό και άλλο τόσο σε δεύτερο.
Ο συνταγματολόγος και καθηγητής Ξενοφών Κοντιάδης με βάση την εμπειρία που διαθέτει, απαντά και στο ερώτημα ποιοι παράγοντες κατά την άποψή του θα καθορίσουν την ουσιαστική απόδοση δικαιοσύνης σε μια υπόθεση τέτοιας κλίμακας.
«Παρόλο που κατά τη γνώμη μου η ανάκριση άφησε ορισμένα κενά, που θα μπορούσαν να έχουν διεξοδικότερα διερευνηθεί, διαφωνώ με όσους προδικάζουν ότι η δίκη που ξεκινάει δεν θα είναι μία δίκαιη δίκη και έχοντας εμπιστοσύνη στην ελληνική δικαιοσύνη αναμένω την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον».
Ο καθηγητής εξηγεί γιατί δεν πρέπει να υπάρξει άλλη καθυστέρηση στην έναρξη της δίκης «Πολύ απλά γιατί αν μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου του 2031 δεν έχει δημοσιευθεί η απόφαση και του Εφετείου, όσοι κατηγορούμενοι έχουν παραπεμφθεί για πλημμελήματα θα απαλλαχθούν από τις κατηγορίες λόγω παραγραφής. Αυτό αντιλαμβάνεστε ότι θα προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις αφού πρακτικά θα αθωωθούν χωρίς πρακτικά να έχει προλάβει ένα δικαστήριο να κρίνει μέχρι τέλους την υπόθεση. Θέλω να ελπίζω ότι όλα τα μέρη αυτής της δίκης έχουν επίγνωση των χρονικών αυτών ορίων», εξηγεί ο κ. Κοντιάδης.
Ο κ. Κοντιάδης απαντά και στο ερώτημα αν υπήρξε συγκάλυψη και πως κατέρρευσε η εμπιστοσύνη του κόσμου στους θεσμούς: «Στα Τέμπη καταστράφηκε με τη λεγόμενη “διαμόρφωση χώρου” κρίσιμο αποδεικτικό υλικό. Η Εξεταστική Επιτροπή στη Βουλή δεν οδήγησε πουθενά επειδή η πλειοψηφία δεν επέτρεψε να κληθούν κρίσιμοι μάρτυρες και να προσκομιστούν ουσιώδη αποδεικτικά στοιχεία όπως είχε ζητήσει η αντιπολίτευση. Επίσης, όπως και στο σκάνδαλο των υποκλοπών, έγινε αντικατάσταση ανακριτών, και μάλιστα στο έγκλημα των Τεμπών μετά από υπόδειξη του πρωθυπουργού. Όλα αυτά υποδηλώνουν ότι υπήρξε επιχείρηση συγκάλυψης.
Ο τρόπος που αντιμετωπίζονται οι ποινικές ευθύνες πολιτικών προσώπων είναι κατά τη γνώμη μου προβληματικός και
θα πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο 86 του Συντάγματος, ώστε η ποινική δίωξη των μελών και των πρώην μελών της κυβέρνησης να μην εξαρτάται από την απόφαση της εκάστοτε πλειοψηφίας της Βουλής.
Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης απέναντι σε πυλώνες της δημοκρατίας. Η υπόθεση των υποκλοπών και στη συνέχεια τα Τέμπη αποκάλυψαν ένα βαθύ κράτος, ένα υπερσυγκεντρωτικό σύστημα διακυβέρνησης και ιδιωτικοποιημένες, υπό διάλυση υπηρεσίες όπως ο σιδηρόδρομος, εγκιβωτισμένα στο περίβλημα του αποκαλούμενου επιτελικού κράτους, που έχει αποδυναμώσει όλα τα θεσμικά αντίβαρα: Το κοινοβούλιο, τις ανεξάρτητες αρχές, τα ΜΜΕ, τη δικαιοσύνη.
Αν δεν προχωρήσουν οι ποινικές διώξεις ώστε το Ειδικό Δικαστήριο να κρίνει αν έχουν τελεστεί ποινικά αδικήματα από πολιτικά πρόσωπα, αναπόφευκτα η αναξιοπιστία των θεσμών θα διογκωθεί με σοβαρές επιπτώσεις για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Για να επανέλθει η αξιοπιστία στους θεσμούς πρέπει η δικαιοσύνη να λειτουργήσει απερίσπαστη και να αντιμετωπιστούν τα πλήγματα που έχει δεχθεί το δημοκρατικό και κοινωνικό κράτος δικαίου».



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

