ΤΣΑΡΟΥΧΑΔΙΚΑ ΚΑΙ ΤΣΑΡΟΥΧΑΔΕΣ ΤΗΣ ΛΑΜΙΑΣ (19oς και 20ος αιώνας)
Λαογραφική και ιστορική μελέτη του κ. Δημητρίου Θ. Νάτσιου, Φιλολόγου-συγγραφέα
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στα αμέσως μετεπαναστατικά χρόνια, η οικονομία της Λαμίας και της περιοχής της παρουσίαζε τα ίδια γνωρίσματα με εκείνα της υπόλοιπης ελληνικής οικονομίας. Κύρια λοιπόν χαρακτηριστικά της ήταν τα έξης:
α) Η ελληνική οικονομία βασιζόταν στην αγροτική, κυρίως, παραγωγή, η οποία αποτελούσε ακόμη τον μεγαλύτερο συντελεστή στο ετήσιο εθνικό εισόδημα, ειδικότερα δε στη Ρούμελη οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις έφθαναν το 44%.
β) Άλλο σημαντικό γνώρισμα της οικονομίας ήταν το μεγάλο ποσοστό κρατικής ιδιοκτησίας - το μεγαλύτερο σε ολόκληρη την Ευρώπη.
γ) Επίσης, διακριτικό στοιχείο της ελληνικής οικονομίας - η οποία αποτελούσε συνέχεια της τουρκοκρατίας - ήταν η παραγωγή μικρής κλίμακας, που βασιζόταν στην οικογένεια.
δ) Ένα ακόμη χαρακτηριστικό της οικονομίας ήταν ο χωρισμός στον τομέα της επιβιώσεως (αυτοκατανάλωση) και σε εκείνον της αγοράς. Η οικονομία της επιβιώσεως υπονοεί σχετική οικονομική αυτάρκεια και ασχολία του ατόμου με ποικιλία παραγωγικών ενεργειών για να εξασφαλιστεί η αυτάρκεια αυτή. Αντίθετα, μια οικονομία αγοράς προϋποθέτει καταμερισμό εργασίας, εξειδίκευση και ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών με χρήματα και με μηχανισμό της προσφοράς και της ζητήσεως.1
Τα γενικά αυτά, λοιπόν, χαρακτηριστικά παρουσίαζε και η οικονομία της Λαμίας, αλλά με ορισμένες ιδιαιτερότητες: Η μόνη πλουτοπαραγωγική πηγή της περιοχής ήταν η γη και η κτηνοτροφία. Αλλά η φθιωτική γη είχε ιδιαίτερα γνωρίσματα:
α) Ήταν εγκαταλελειμμένη και επομένως χέρσα, αλλά και χωρίς προοπτική εκσυγχρονισμένης γεωργίας.
β) Οι πιο γόνιμες εκτάσεις είχαν τσιφλικοποιηθεί (αγορά από τσιφλικάδες και αμοιβή σε ελάχιστους αγωνιστές).
γ) Η κτηνοτροφία είχε υποστεί μεγάλη καταστροφή απ' τον μακροχρόνιο πόλεμο. Το φαινόμενο αυτό της οικονομίας είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι της πόλης να στραφούν προς τα αστικά επαγγέλματα ή να γίνουν κολλήγοι, των δε ορεινών περιοχών οι κάτοικοι να γίνουν μικροκαλλιεργητές και κτηνοτρόφοι.
Έτσι, λοιπόν, οι κάτοικοι της πόλης, οι οποίοι είχαν ικανότητα προς εργασία και ηλικία, στράφηκαν προς τα αστικά, όπως προαναφέρθηκε, επαγγέλματα. Γίνονταν τεχνίτες, δημιουργούσαν μικροεπιχειρήσεις, ίδρυαν καταστήματα, επιδίδονταν στο εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο, περισσότερο δε ήταν μεταπράτες, παρά εισαγωγείς. Ακόμη όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος για μεγάλες βιοτεχνίες, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να γίνει λόγος για βιομηχανίες στα αμέσως μετεπαναστατικά χρόνια, διότι ακόμη η χώρα μας βρισκόταν στη Γεωργική Επανάσταση, η δε εργασία στηριζόταν στη μυϊκή ανθρώπινη δύναμη, στα ζώα και ελάχιστα γινόταν εκμετάλλευση άλλων πηγών ενεργείας (αιολική - υδατοπτώσεις - μηχανές).
Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του περασμένου αιώνα έχουμε μικρή βιοτεχνία (κυρίως εργαστήρια), χωρίς βέβαια ν' απασχολείται εργατικό δυναμικό, πλην των μαθητευομένων (τσιράκια, καλφούδια). Έτσι, λοιπόν, στο ισόγειο της διώροφης κατοικίας ή παραπλεύρως κύριας κατοικίας υπήρχαν εργαστήρια (όπως σιδηρουργεία, σαμαράδικα, παγουρτσίδικα, χρυσοχοεία, κηροπλαστεία, βυρσοδεψεία, τσαρουχάδικα, μαχαιροποιεία, αρτοποιεία, τενεκτσίδικα, ραφτάδικα κλπ.).
Επομένως, η λαϊκή βιοτεχνία ήταν επαγγελματική, διότι οι τεχνίτες παρήγαγαν και φιλοτεχνούσαν περισσότερα εργαστηριακά προϊόντα προς εμπορευματοποίηση. Το φαινόμενο αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι η παραγωγή προοριζόταν όχι μόνο για τους κατοίκους της πόλης, αλλά και για εκείνους της υπαίθρου, τόσο των πεδινών, όσο και των ορεινών (κυρίως) περιοχών, αφού οι τελευταίοι, σε σύγκριση με τους κατοίκους των αστικών και πεδινών περιοχών, είναι περισσότερο παραδοσιακοί στις συνήθειες και συντηρητικοί στις ιδέες.
Η διάθεση των περισσοτέρων εργαστηριακών προϊόντων δεν είχε προσλάβει μεταπρατική μορφή, διότι περνούσαν στην αγορά - κατανάλωση απ τους ίδιους τους παραγωγούς - τεχνίτες, οι οποίοι τα πουλούσαν απ' τα εργαστήρια τους ή τα πήγαιναν οι ίδιοι προς πώληση στις εβδομαδιαίες λαϊκές αγορές και στα ετήσια εμπορικά πανηγύρια (παζάρια). (Το θέμα θα μας απασχολήσει λεπτομερέστερα στη συνέχεια).
Θα ήταν παράλειψη αν δεν αναφέραμε και τούτο το γνώρισμα: ότι δηλαδή, πολλά αστικά επαγγέλματα αποτελούν συνέχεια εκείνων της Τουρκοκρατίας και είναι «αι κατά παράδοσιν πράξεις και ενέργειαι του ελληνικού λαού» (Νικόλαος Πολίτης). Οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, που διαμορφώθηκαν στη Λαμία και γενικώτερα στον Φθιωτικό χώρο κατά την μετεπαναστατική περίοδο και στο διάστημα, όπου η Φθιώτιδα ήταν ακριτική περιοχή, συνετέλεσαν στην επιβίωση και τη δημιουργία πολλών αστικών επαγγελμάτων. Ειδική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τον γράφοντα, απέδειξε ότι τα Λαμιώτικα επαγγέλματα των ετών 1833-1881 ξεπερνούν τα εκατόν τριάντα (130).2
Ένα, λοιπόν, απ' τα πολλά Λαμιώτικα επαγγέλματα της μετεπαναστατικής περιόδου ήταν και εκείνο του τσαρουχά. Ο λαϊκός τεχνίτης, δηλ. ο τσαρουχάς, συνεχιστής της παραδόσεως, παράγει και φιλοτεχνεί όχι για αυτοκατανάλωοη, αλλά για την αγορά. Τα εργαστηριακά τον προϊόντα -· καλλιτεχνικά αριστουργήματα στο είδος τους - επέλυσαν για αρκετό χρονικό διάστημα το πρόβλημα της υποδήσεως και σήμερα θεραπεύουν τις ανάγκες λαογραφικών Ομίλων και διακοσμούν χώρους αναψυχής, διαμονής και εργασίας. Ελάχιστοι δε ρομαντικοί νοσταλγοί του «παλιού καλού καιρού...» ιδιαίτερα ποιμένες και ορεσίβιοι φορούν ακόμη τσαρούχια με εντυπωσιακή διακόσμηση και επιβλητική φούντα...
Η λαϊκή βιοτεχνία της τσαρουχοποιίας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στη Λαμία - την πρωτεύουσα της Ρούμελης - τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Παρουσίασε μεγάλη έξαρση τον περασμένο αιώνα, στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και στην περίοδο του μεσοπολέμου. Στην εικοσαετία 1940 -1960 εμφανίζει μεγάλη κάμψη και σχεδόν εγκαταλείπεται με τάσεις προσαρμογής στις νέες απαιτήσεις των ανθρώπων όσον αφορά την υπόδηση τους.
Το 1960, με τον ερχομό στη Λαμία του Δημοσθένη Γούλα ως νομάρχου, η τσαρουχοποιία ξαναζωντανεύει, αλλά τα εργαστηριακά προϊόντα του τσαρουχά τώρα εξυπηρετούν άλλες ανάγκες και ελάχιστα την υπόδηση.
Το φαινόμεο της αναπτύξεως της τσαρουχοποιίας στη Λαμία ερμηνεύεται εύκολα αν εξετάσουμε τη γεωγραφική θέση της Λαμίας, τη μορφολογία του εδάφους, την ασχολία των κατοίκων του φθιωτικού χώρου και γενικώτερα τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της πόλης και της περιοχής.
Η Λαμία ήταν και είναι το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της Ανατολικής Στερεάς.
Η πληθυσμιακή και εμπορική της ανάπτυξη υττήρξε ραγδαία στα αμέσως μετεπαναστατικά χρόνια. Τα βιοτεχνικά εργαστήρια, τα εμπορικά καταστήματα, το εβδομαδιάτικο παζάρι του Σαββάτου και τα δυο ετήσια εμπορικά παζάρια του Μαΐου και Σεπτεμβρίου δημιουργούν μια αξιόλογη εμπορική κίνηση. Οι κάτοικοι του φθιωτικού χώρου είναι οι περισσότεροι ποιμένες και γεωργοί. Οι ορεινοί όγκοι της Οίτης, τον Βελουχιού, της Όθρυς και του Καλλιδρόμου συντηρούν μεγάλες κτηνοτροφίες και οι βοσκοί χρειάζονται υποδήματα ν' αντέχουν στη μορφολογία του εδάφους.
Η βιομηχανία στην περιοχή μόλις αρχίζει να εμφανίζεται και είναι αδύνατον να έχουμε βιομηχανική παραγωγή υποδημάτων.
Η ύπαρξη στρατιωτικών μονάδων σε διάφορα σημεία της μεθοριακής γραμμής Ελλάδος και Τουρκίας για τη φύλαξη των συνόρων δημιουργεί απαιτήσεις για την υπόδηση των στρατιωτών, αλλά και η εδώ έδρα τάγματος των Ευζώνων δεν είναι άσχετη με την άνθηση της τσαρουχοποιίας στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και την περίοδο του μεσοπολέμου.
Οι μετακινήσεις πληθυσμού από ορεινούς όγκους και η μόνιμη εγκατάσταση τους γύρω απ τη Λαμία (Αμπλιανήτες, Γαρδικιώτες) στην περίοδο του μεσοπολέμου και οι απαιτήσεις τους για παραδοσιακή ενδυμασία και υπόδηση ευνοούν την άνθηση της τσαρουχοποιίας την εποχή εκείνη.
Τέλος, το μεράκι και η περηφάνεια των κατοίκων, αλλά και η επιθυμία τους να φορούν την εθνική υπόδηση, δηλαδή το τσαρούχι, στο γάμο τους, σε γιορτές, σε πανηγύρια, αλλά και στην καθημερινή τους ασχολία, είναι ένας απ' τους λόγους που αναπτύχθηκε η τσαρουχοποιία.
Ακόμη, η ευκολία προμήθειας δερμάτων απ τα. βυρσοδεψεία της Λαμίας, αλλά και η εύκολη εισαγωγή δερμάτων από άλλες περιοχές (όπως κατεργασμένα βουβαλοδέρματα, κατεργασμένα τελατίνια, δέρματα χρωματισμένα - σεχτάνια - και άλλα).
Όλα αυτά, ακόμη και άλλες αιτίες, συνετέλεσαν στην ανάπτυξη και άνθηση της λαϊκής βιοτεχνίας της τσαρουχοποιίας κυρίως στη Λαμία και ελάχιστα σε άλλες κωμοπόλεις και χωριά της περιοχής.
Θα δούμε στη συνέχεια τσαρουχάδες, που δούλεψαν με φαντασία, μεράκι και ευαισθησία το τσαρούχι, αλλά και που κληροδότησαν και στα παιδιά τους το επάγγελμα τον τσαρουχά. Ο λαϊκός τεχνίτης κάθεται ώρες πολλές να κεντήσει με χάρη και ομορφιά το τσαρούχι και δεν ενδιαφέρεται τόσο για την ημερήσια παραγωγή, αλλά για το δημιούργημά του. «Ο ίδιος, γράφει ο Δημήτρης Σταμέλος, αντιπροσωπεύει τάσεις που έχουν διαμορφωθεί σ' ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά βάζει και την προσωπική του σφραγίδα της καλλιτεχνικής ορμής»3.
Η αναβίωση της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας στα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια είναι πολύ διαφορετική από εκείνη του περασμένου αιώνα. Η μηχανή επιδρά καταλυτικά στην ποιότητα της παραγωγής. Τα χειροποίητα, άλλοτε, τσαρούχια τώρα δεν έχουν ζήτηση, ο τσαρουχάς όμως γνωρίζει την κατασκευή τους, αλλά για ποιον να τα κατασκευάσει; Η «μηχανή·» και η «κόλλα» αντικατέστησαν τη δεξιοτεχνία του υπομονητικού άλλοτε τσαρουχά και το «δέντρο της λαϊκής δημιουργίας έχει τώρα ξεραθεί» (Ράλλης Κοψίδης).4
Και όπως λέει ο αείμνηστος λαογράφος Κίτσος Μακρής: «Όσο οι ικανότητες ενός ανθρώπου ανταποκρίνονται σε μια κοινωνική δραστηριότητα, όταν εκείνος λείψει, τη θέση του θα τη λάβει, αργά ή γρήγορα, κάποιος άλλος. Μα η λαϊκή μας τέχνη, καρπός άλλων εποχών, δεν έχει πια τη δυνατότητα ν' ανανεώνει το ανθρώπινο δυναμικό της. Ακόμη και το υποκατάστατο της, η σύγχρονη χειροτεχνία, γρήγορα θα παραχωρήσει τη θέση της στη λεγόμενη "καλλιτεχνική βιοτεχνία". Και έχει ο Θεός».5
Αυτά και άλλα γνωρίσματα έχει η σύγχρονη λαμιώτικη τσαρουχοποιία, για τα οποία θα γίνει ιδιαίτερα λόγος στη συνέχεια.
Αντικείμενο, λοιπόν, της μελέτης μας είναι η λαϊκή βιοτεχνία της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας στον 19ο και 20ό αιώνα από ιστορικής και λαογραφικής απόψεως.
1. Ι. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΑΙΚ. ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ: «Η θεμελίωση του ελληνικού κράτους - Οθωνική περίοδος 1833-1843», Αθήνα 1982, σελ. 259-260.
2. ΔΗΜ. Θ. ΝΑΤΣΙΟΥ: «Τα Λαμιώτικα επαγγέλματα των ετών: 1833-1881» (υπό έκδοση) .
3. ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΜΕΛΟΥ: «Νεοελληνική Λαϊκή Τέχνη», Αθήνα 1973, σελ. 7.
4. Αυτόθι: σελ. 150.
5. Αυτόθι: σελ. 150.
ΤΟ ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
(ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
α) Σύντομη ιστορία τον τσαρουχιού.
β) Τα είδη του.
γ) Η εντελής μορφή του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
α) Φάσεις της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας.
β) Ονόματα τσαρουχάδων του 19ου αιώνα.
γ) Ονόματα τσαρουχάδων του 20ού αιώνα.
δ) Τα εργαστήρια των τσαρουχάδων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
α) Η συντεχνιακή οργάνωση των τσαρουχάδων.
β) Η εξέλιξη του επαγγέλματος.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
(ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ)
α) Οι πρώτες ύλες κατασκευής τσαρουχιού.
β) Τα εργαλεία του τεχνίτη τσαρουχά.
γ) Η τεχνική κατασκευής του τσαρουχιού
(φάσεις κατασκευής - Λεπτομερής περιγραφή).
γ1) Η φούντα.
δ) Ετήσια παραγωγή.
ε) Τρόπος διαθέσεως - αγορές.
στ) Σχέση της τσαρουχοποιίας με άλλα επαγγέλματα.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
(ΝΕΩΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ)
α) Η Λαμιώτικη τσαρουχοποιία μετά το 1960.
β) Τα πρώτα δειλά βήματα της.
γ) Σύγχρονη τεχνική και νέες απαιτήσεις.
δ) Οι σημερινοί τσαρουχάδες.
ε) Ετήσια παραγωγή και αγορές.
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
α) Τσαρουχοποιία και επώνυμα.
β) Τσαρούχια και Λογοτεχνία.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
(ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'
1) Σύντομη ιστορία του τσαρουχιού
Η λέξη τσαρούχι (τσαρούχιν στη μεσαιωνική εποχή, τσαρούκ και τσαρούχ στα τουρκικά και στην τουρκική γραφή ( τ σ α ρ ί κ )6 σημαίνει το χειροποίητο υπόδημα, το οποίο κατασκευαζόταν και κατασκευάζεται από κατεργασμένο ή ακατέργαστο δέρμα ζώου και από άλλα υλικά.
Το τσαρούχι «υπήρξε το εθνικό υπόδημα των ποιμένων και αγροτών της Ελλάδος»,7 απαραίτητη δε υπόδηση ειδικού σώματος στρατιωτών, των Ευζώνων (τσολιάδες). Πηγές απ' την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία αναφέρουν, ότι η χρήση ακατέργαστου δέρματος ζώου ως υποδήματος είναι παλαιό φαινόμενο. Έτσι λοιπόν, μια απ' τις κακουχίες, που δοκίμασαν οι «μύριοι» του Ξενοφώντα, που πορεύονταν διά μέσου της Αρμενίας, ήταν και εκείνη της υποδήσεως. Γράφει σχετικά ο ιστορικός:
«Ὅσοι δέ ὑποδεδεμένοι ἐκοιμῶντο, εἰσεδύοντο εἰς τούς πόδας οἱ ἰμάντες καί τά ὑποδήματα, περιεπήγνυντο. καί γάρ ἧσαν, ἐπειδή ἀπέλιπε τά ἀρχαῖα ὑποδήματα, καρβάτιναι, πεποιημέναι ἐκ τῶν νεοδάρτων βοῶν.» ( = Όσοι εκοιμώντο φορούντες τα υποδήματά των, εχώνοντο μέσα εις τους πόδας οι ιμάντες και τα υποδήματα επάγωναν ολόγυρα - έκοκκάλιζαν -, διότι, όταν είχαν λιώσει τα παλαιά υποδήματα, εφόρουν τσαρούχια κατασκευασμένα από δέρματα νεοδαρμένων βοδιών).8
Όχι μόνο στην αρχαιότητα, αλλά και σε μεταγενέστερες εποχές, το τσαρούχι, τόσο στην ευτελή του κατασκευή όσο και στην επιτηδευμένη, ήταν συνήθης υπόδηση των Ελλήνων και άλλων γειτονικών λαών. Στην προεπαναστατική εποχή, στη διάρκεια της Επαναστάσεως του '21 και μετεπαναστατικά, οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, του ελλαδικού κυρίως χώρου, φορούσαν τσαρούχια. Η μορφολογία του εδάφους επέβαλλε στους κατοίκους ένα υπόδημα, που να είναι ελαφρό, άνετο, αλλά και ανθεκτικό, ως τέτοιο δε επινόησαν και τελειοποίησαν το τσαρούχι.
Άλλωστε, ως κτηνοτροφικός και αγροτικός λαός που ήταν, μπορούσαν ευκολώτερα να προμηθεύονται την πρώτη ύλη, δηλαδή το δέρμα, η οποία ήταν και η βασικώτερη για την κατασκευή τσαρουχιού.
Ακόμη πρέπει να σημειωθεί ότι, μέχρι των αρχών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τα τσαρούχια ήταν η μοναδική υπόδηση - επίσημη και καθημερινή - του ποιμενικού και αγροτικού πληθυσμού της Ελλάδος.
Σήμερα τα τσαρούχια χρησιμοποιούνται συνήθως από χορευτικούς λαογραφικούς ομίλουςι ελάχιστα από ποιμένες της Ρούμελης και άλλων περιοχών. Η ποικιλία των σημερινών τσαρουχιών σε απόχρωση και μέγεθος συμβάλλει στη διακόσμηση προθηκών καταστημάτων λαϊκής τέχνης και μικρών ή μεγάλων εσωτερικών χώρων. Η ευρύτατη χρήση του τσαρουχιού στην προπολεμική περίοδο και παλαιότερα, ερμηνεύεται απ' το γεγονός της υπάρξεως τσαρουχοποιίας σε όλα σχεδόν τα διαμερίσματα του ελλαδικού χώρου (Θεσσαλία - Ήπειρος - Μακεδονία - Ρούμελη - Πελοπόννησος), με ονομαστά τσαρουχάδικα στη Λάρισα, Λαμία, Βέροια, Σέρρες, Θεσσαλονίκη.
6. Ν. Π. ΑΝΔΡΙΩΤΗ: Ετυμολογικό Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Δεύτερη Έκδοση), Θεσσαλονίκη 1971.
7. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια.
8. «Ξενοφώντος Κύρου Ανάβασις», τόμος Δ'. Αρχαίο κείμενο, μετάφραση - σημειώσεις: Κ. Θ. ΑΡΑΠΟΠΟΓΛΟΥ, Βιβλιοθήκη «Παπύρου»: Βιβλίο Δ', κεφ. Ε', § 14.
2) Τα είδη του τσαρουχιού
Δύο είναι τα βασικά είδη του τσαρουχιού: α) Εκείνο της ευτελούς κατασκευής (εξετάζεται αμέσως στη συνέχεια) και β) της επιτηδευμένης.
Της επιτηδευμένης κατασκευής διακρίνονται σε πολυτελή και απλά. Και τα μεν πολυτελή ήταν για τις σπάνιες περιπτώσεις (γαμπριάτικα, γιορτινά, ταξιδιού σε μεγάλο αστικό κέντρο) και τα απλά ήταν της καθημερινής χρήσης (χειρωνακτική εργασία, βοσκή αιγοπροβάτων κλπ.). Τα πολυτελή τσαρούχια είχαν περισσότερο και πιο εντυπωσιακό διάκοσμο («γαζιά», «ριζοβελονιές», «πούλια»), απαραίτητο δε εξάρτημα τη φούντα. Τα στρατιωτικά τσαρούχια παρουσίαζαν μια ομοιομορφία μεταξύ τους και ήταν μεγαλύτερης αντοχής. Τα παιδικά, τα γυναικεία και σε ορισμένες περιοχές τα ανδρικά γαμπριάτικα γίνονταν σε χρώμα κόκκινο και με περισσότερα και πιο εντυπωσιακά πλουμίδια. Σήμερα κατασκευάζονται για χρήση από Νο 20 - 45 και για διάκοσμη γίνονται πολύ μικρά «ΒΙΒΕLΟ», αλλά κρι πολύ μεγάλα, τα λεγόμενα «γίγαντες» με μήκος 050 - 0,80 μ. Δεν έφεραν όλα τα είδη φούντα, αλλά μερικά γίνονταν με γυμνή μύτη (γυναικεία). Τα επιτηδευμένης κατασκευής γίνονταν από κατεργασμένα δέρματα.
3) Η ευτελής μορφή του τσαρουχιού
Οι ενδεείς κάτοικοι των ορεινών και ημιορεινών περιοχών μέχρι των μέσων του αιώνα μας - ένα ασήμαντο ποσοστό ακόμη και σήμερα - θεραπεύουν τις υποδητικές τους ανάγκες, κατασκευάζοντας τσαρούχια από ακατέργαστα βουβαλοδέρματα ή γουρνοδέρματα. Χρησιμοποιούν ακόμη μουλαροδέρματα γαϊδουροδέρματα και προβιές (δέρματα προβάτου, αρνιού, κατσικιού κλπ.).
Τα δέρματα έχουν ένα βασικό χαρακτηριστικό, ότι δηλ. είναι ακατέργαστα.
Μετά τη σφαγή του ζώου, έπαιρναν το δέρμα, το τέντωναν σταυροειδώς και το άφηναν στον ήλιο για να στεγνώσει. Στη συνέχεια έρριχναν επάνω σκόνη κεραμιδένια. Αφού λοιπόν στέγνωνε καλά, «ξηραινόταν», όπως έλεγαν, το έκοβαν «φασκιές» (= στενόμακρα τεμάχια), έκοβαν και «λουριά» (= δερμάτινες λεπτές ταινίες).
Όταν έπρεπε να κατασκευάσουν τα τσαρούχια, έπαιρναν τη «φασκιά», τη μούσκευαν και την έκοβαν σε τέτοια τεμάχια, ώστε να επαρκεί για την κατασκευή του τσαρουχιού. Περιμετρικώς του τεμαχίου άνοιγαν τρύπες με το «τσαγκαροσούφλι» (ξύλινο, σιδερένιο και γενικά αιχμηρό αντικείμενο. Ένας γέροντας στη Σπαρτιά Φθιώτιδος είχε κέρατο από ελάφι για τσαγκαροσούφλι!). Έπειτα, με τα «λουριά» κατασκεύαζε τις θηλιές, πλέκοντας μέσα στις τρύπες, που είχαν ανοιχθεί περιμετρικώς. Στις θηλιές περνούσε, στη συνέχεια, τα «τσαρουχόσκοινα», αφήνοντας αυτά μεγάλα για να προσδένονται στον αστράγαλο του ποδιού. Αυτή ήταν και η επίσημη υπόδηση των περισσοτέρων κατοίκων των ορεινών περιοχών. Τα έλεγαν «ζ'γαρόνια». Φορώντας τα πήγαιναν στο χωράφι, στην εκκλησία, στο χορό. Ουδέποτε όμως εκκλησιάζονταν με τσαρούχια, τα οποία είχαν γίνει από γαϊδουρόδερμα. Αυτό συνέβαινε απ' όσα γνωρίζω στο ημιορεινό χωριό Σπαρτιά Φθιώτιδος. Στο χωριό εκείνο, ακόμη και σήμερα όλην γενικά την υπόδηση την αποκαλούν «τσαρούχια»! Λένε στα μικρά παιδιά: «τσαρ'χώδηκες;»; «φόρεσες τα τσαρούχια σου;» και εννοούν τα παπούτσια. (Αφηγητής Αθανάσιος Χ. Καραγκούνης, ετών 76, Σπαρτιά Φθιώτιδος).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
1) Φάσεις της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας
Για τους λόγους, που αναφέρθηκαν στην εισαγωγή, η λαμιώτικη τσαρουχοποιία γνώρισε μια άνθηση στη μετεπαναστατική εποχή. Έτσι, αμέσως μετά την απελευθέρωση, συναντάμε στη Λαμία ανθρώπους να ασκούν το επάγγελμα του τσαρουχά. Τούτο μαρτυρούν χειρόγραφοι κώδικες, ληξιαρχικά βιβλία και γενικώτερα δικαιοπρακτικά έγγραφα της Λαμίας.9
Από τον αριθμό των τσαρουχάδων μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής φάσεις της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας: Πρώτη φάση: Αρχίζει αμέσως μετά την απελευθέρωση και φθάνει μέχρι το 1875. Στη φάση αυτή υπάρχουν σχετικά λίγοι τσαρουχάδες και συγκεκριμένα το 1875 τα λαμιώτικα τσαρουχάδικα ανέρχονται στα δώδεκα (12). Δευτέρα φάση: Αρχίζει απ' το 1875 και φθάνει μέχρι του τέλους του περασμένου αιώνα. Στη δεύτερη φάση παρατηρείται μεγάλη έξαρση. Οι τεχνίτες τσαρουχάδες τώρα ανέρχονται στους τριάντα δύο (32). Ενώ παράλληλα, για να καλυφθούν οι ανάγκες σε δέρματα, οι έμποροι της Λαμίας κάνουν εισαγωγές κατεργασμένων και ακατέργαστων βουβαλοδερμάτων και την ίδια εποχή λειτουργούν στη Λαμία τρία (3) βυρσοδεψεία. Τρίτη φάση: Μετά το 1900 και μέχρι την αρχήν του Β' παγκοσμίου πολέμου παρατηρείται μεγάλη έξαρση, με κύριο γνώρισμα την αύξηση των τσαρουχάδων και τη ζήτηση της παραγωγής. Έτσι, το 1915. στη Λαμία, υπάρχουν τριάντα (30) τσαρουχάδες και στην περίοδο του μεοοπολέμου δεκατρείς (13).
9. α) Χειρόγραφοι κώδικες των εκκλησιών: Παναγίας Δέσποινας και Αγίου Νικολάου Λαμίας (1834 -1857), β) Χειρόγραφοι κώδικες του Ληξιαρχείου Λαμίας (1857 -1899) και γ) Πρακτικά του Δήμου Λαμιέων των ετών 1849 και εξής.
2) Ονόματα τσαρουχάδων του 19ου αιώνα
Στους χειρόγραφους κώδικες των ιερών ναών της Λαμίας (Παναγία Δέσποινα και Άγιος Νικόλαος) και στα χειρόγραφα ληξιαρχικά βιβλία του Δήμου Λαμιέων (1857 - 1899) υπάρχουν σποραδικά ονόματα Λαμιωτών, οι οποίοι ασκούσαν το επάγγελμα του τσαρουχά.10 Ο πρώτος όμως πίνακας τσαρουχάδων της Λαμίας του περασμένου αιώνα δημοσιεύθηκε το 1875.11
Στη συνέχεια έχουμε λεπτομερειακά στοιχεία για τα λαμιώτικα επαγγέλματα του περασμένου αιώνα στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Λαμιέων του έτους 1879:12
α) ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΣΑΡΟΥΧΑΔΩΝ ΤΟΥ 1875
1) Αγριολίδης Δημήτριος του Γεωργίου (1842 - ; ).
2) Βούργιας Αλέξανδρος του Νικολάου (1847 - ; ) 13
3) Γκλάβας ή Γκλαβόπουλος Δημ. του Νικ. (1836 - ; ).
4) Γραμμάτου Σπύρος του Κων. (1839 - ; ).
5) Δημητρίου Στεφανής του Δημ. (1839 - ; ).
6) Ευαγγελίου Θωμάς.
7) Καραγεώργης Ευαγγέλης του Γεωργίου (1835 - ; ).13
8) Μαχαιράς Αθανάσιος του Κωνσταντίνου (1837 - ; ).13
9) Παπαγεωργίου Βασίλειος.
10) Σαφάκας Γεώργιος.
11) Σκουτόπουλος Κωνσταντίνος του Ρίζου (1835 - ; ).
12) Ψείρας Γεώργιος του Νάκου (1835 - ; ).
β) ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΤΣΑΡΟΥΧΑΔΩΝ ΤΟΥ 1879
1) Αναστασίου Γεώργιος του Κωνσταντίνου (1856 - ; ).
2) Αργυρόπουλος Γεώργιος του Ιωάννου (1832 - ; ).
3) Αληφτήρας Πέτρος του Γεωργίου (1853 - ;).
4) Αληφτήρας Δημήτριος του Γεωργίου (1839 - ; ).
5) Αληφτήρας Κωνσταντίνος του Αθαν. (1842 - ; ).
6) Αγριολίδης Δημήτριος του Γεωρ. (1842 - ; ).
7) Γκλάβας Δημήτριος του Νικ. (1836 - ; ).
8) Γραμμάτου Σπύρος του Κων. (1839 ; )
9) Δήμου Αθανάσιος του Δημ. (1834 - ; ).
10) Δημουλάς Γεώργιος του Αθαν. (1832 - ; ).
11) Δημουλάς Γιοβάνης του Αθαν. (1840- ; ).
12) Δημητρίου Στεφανής του Δημ. (1839 - ; ).
13) Ζιάκας Δημήτριος του Ευθ. (1847 - ; ).
14) Ζιώγας Νικόλαος του Δημ. (1845 - ; ).
15) Κωσταράς Αναστάσιος του Στάμου (1845 - ; ).
16) Κούτσικος Δημήτριος του Γεωργίου (1837 - ; ).
17) Κούτσικος Κώστας του Γεωρ. (1842 - ; ).
18) Κούτσικος Νικόλαος του Γεωρ. (1851 - ; ).
19) Κατράνης Νικόλαος του Γεωρ. (1851 - ; ).
20) Καραφωτιάς Χρήστος του Γεωρ. (1848 - ; ).
21) Κανταρτσόπουλος Δημήτριος του Χρ. (1851 - ; ).
22) Μπότζος Νικόλαος του Ιωάννου (1832 - ; ).
23) Μπότζος Δημήτριος του Ιωάννου (1832 - ; ).
24) Μιμής Γεώργιος του Ρίζου (1844- ; ).
25) Μπακογιαννόπουλος Ιωάννης του Θεοδ. (1856 - ; ).
26) Ντάτος Κώνστας του Δημ. (1849- ;).
27) Ολυμπίου Δημήτριος του Θεοχ. (1840- ; ).
28) Παππαχαντσής Ανδρικός του Γεωρ. (1849 - ; ).
29) Σκουτόπουλος Κωνσταντίνος του Ρίζου (1835 - ; ).
30) Σάββας Κωνσταντίνος του Ιωάννου (1835 - ; ).
31) Ψύρρας Κωνστντίνος του Μάνου (1841 - ; ).
32) Ψύρρας Γεώργιος του Μάνου (1835- ; ).
γ) ΛΑΜΙΩΤΕΣ ΤΣΑΡΟΥΧΑΔΕΣ ΤΟΥ 1900
1) Αγγελόπουλος Παναγιώτης.
2) Αγραφιώτης Δημήτριος.
3) Αγριολίδης Δημήτριος.
4) Άγριος Γεώργιος.
5) Αναγνωστόπουλος Ιωάννης.
6) Αποστολόπουλος Κωνσταντίνος.
7) Αρβανιτάκης Θεόδωρος.
8) Αρβανιτάκης Νικόλαος.
9) Βαρεμένος Δημήτριος.
10) Βαρεμένος Σεραφείμ.
11) Γεωργίου Αλέξανδρος.
12) Γράμματος Κωνσταντίνος.
13) Δημητρακόπουλος Μανώλης.
14) Δρίβας Ιωάννης.
15) Καλτιμπάνης Βασίλειος.
16) Καραγεώργος Ηλίας.
17) Καραγιαννόπουλος Ηλίας.
18) Κοτρωνιάς Ευθύμιος.
19) Λουκόπουλος Ηλίας.
20) Λουκόπουλος Παναγιώτης.
21) Μακρόπουλος Νικόλαος.
22) Μαχαιράς Αθανάσιος.
23) Μαχαιράς Δημήτριος.
24) Μπακογιαννόπουλος Ιωάννης.
25) Μπακογιαννόπουλος Κωνσταντίνος.
26) Πέπας ή Πλατής Αθανάσιος.
27) Ριζομαμής ή Λόλος Γεώργιος.
28) Τσιτούρας Σπυρίδων.
29) Χατζής Δημήτριος.
30) Χονδροπουλος Ιωάννης.
δ) ΕΝΑΣ ΑΚΟΜΗ ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΑΙΩΝΑ
Αυτός ήταν ο Κωνσταντίνος Κωσταρέλος, για τον οποίο γράφονται τα εξής:
« Ἐν Λαμίᾳ σήμερον τήν 23 τοῦ μηνός Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1899 ἡμέραν Τρίτην καί ὥραν 10ην π.μ. ἐνεφανίσθη ἔν τῷ ληξιαρχικῷ καταστήματι καί ἐνώπιον ἡμῶν τοῦ Ληξιάρχου καί Δημάρχου Λαμιέων ὁ κύριος Κωνσταντῖνος Κωσταρέλος κάτοικος ἐνταῦθα, τό ἐπάγγελμα τσαρουχάς καί ἐδήλωσεν ὅτι τήν 28ην τοῦ ἰδίου μηνός Ἰουνίου τοῦ ἔτους 1899 ἀπεβίωοεν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ὁ Κωνσταντῖνος Νικολάου ἤ Μουστάκας ἡλικίας ἐτῶν ἐξήκοντα. Ἐπί τούτοις συνετάχθη ἡ παροῦσα ληξιαρχική πρᾶξις ἐπί παρουσίᾳ καί τῶν κάτωθι προσυπογεγραμμένων μαρτύρων, ἥτις ἀναγνωσθεῖσα ὑπογράφεται νομίμως.
Ὁ Δηλῶν: Κων. Κωσταρέλος
Ὁ Ληξίαρχος: Ἀριστ. Σκληβανιώτης
Οἱ Μάρτυρες: Δ. Γουργιώτης »14
(ὑπογραφή δυσανάγνωστη)
10. ΔΗΜ. Θ. ΝΑΤΣΙΟΥ: «Κατάλογος χειρογράφων κωδίκων του ληξιαρχείου Λαμίας 1857-1899», Λαμία 1975.
11. ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΚΑ: «Οδηγός εμπορικός, γεωργικός και ιστορικός», Αθήνα 1875.
12. «Ο εκλογικός κατάλογος του Δήμου Λαμιέων του 1879». (Επιμέλεια και σημειώσεις: Κωνσταντίνου Δ. Γαλλή, Αθήνα 1984).
13. Οι τρεις αυτοί τσαρουχάδες άλλαξαν επάγγελμα και έγιναν σαράτσηδες (= σελοποιοί). Όρα σχετικά: «Εκλογικός κατάλογος της Λαμίας 1879», Αθήνα 1984.
14. ΔΗΜ. Θ. ΝΑΤΣΙΟΥ: «Κωνσταντίνος Ν. Νικολάου ή Μουστάκας (1839-1899) και η διαθήκη του», Λαμία 1974, σελ. 23-24.
3) Ονόματα τσαρουχάδων (1900-1950)
Όπως αναφέρουμε και παραπάνω, κατά την τρίτη φάση της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας παρατηρείται μεγάλη έξαρση αυτής, με κύριο γνώρισμα την αύξηση των τσαρουχάδων και τη ζήτηση της παραγωγής. Η μη βιομηχανική ανάπτυξη, η μη αστικοποίηση των κατοίκων, η μη εγκατάλειψη παραδοσιακών επαγγελμάτων, η εγκατάσταση του προσφυγικού στοιχείου στον ελλαδικό χώρο, η μη ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, ήταν μερικά απ' τα αίτια της έξαρσης της τσαρουχοποιίας.
Έτσι λοιπόν, στην περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, στη Λαμία ασκούν το επάγγελμα του τσαρουχά οι εξής Λαμιώτες:15
1) Γραμμάτου Γεώργιος.
2) Γραμμάτου Κωνσταντίνος.
3) Καραγιαννόπουλος Ηλίας.
4) Λάμπρου Σωτήριος.
5) Μπακογιαννόπουλος Ιωάννης.
6) Μπακογιαννόπουλος Σεραφείμ.
7) Ραχούτης Δημήτριος.
8) Ραχούτης Κωνσταντίνος.
9) Τσιτούρας Σπύρος.
Στην περίοδο του μεσοπολέμου ασκούν το επάγγελμα του τσαρουχά οι εξής:
1) Γραμμάτου Κωνσταντίνος.
2) Κατράνης Στυλιανός (1885 - 1960).16
3) Κοτρωνιάς Ευθύμιος (1887 - 1956).
4) Κρίντας Θεόδωρος.
5) Λεπίδας Κωνσταντίνος.
6) Παπαγεωργίου Γεώργιος.
7) Ραχούτης Κωνσταντίνος.
8) Ραχούτης Δημήτριος.
9) Βαλάσης Θεόδωρος.
10) Γιαννακούρας Ιωάννης (1899 -1980).
11) Μπίκος Δημήτριος.
12) Μαρμαγκιώλης Θεόδωρος.
13) Νικογεώργος Ιωάννης (1904 - 1973).
Οι παραπάνω τσαρουχάδες στη διάρκεια της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου κατ’ αραιά διαστήματα κατασκευάζουν τσαρούχια, κυρίως για ποιμένες, αλλά όλοι σχεδόν έχουν προσαρμοσθεί στις νέες απαιτήσεις και έγιναν τσαγκαράδες, μπαλωματήδες, παντοφλάδες, μεταπράτες υποδημάτων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'
1) Η συντεχνιακή οργάνωση των τσαρουχάδων
Κατά το πρώτο τέταρτο του αιώνα μας, στη Λαμία και γενικώτερα στον φθιωτικό χώρο, είχε ωριμάσει πολύ η συντεχνιακή ιδέα και παρατηρείται μια ασυνήθιστη συντεχνιακή και σωματειακή οργάνωση. Έτσι, στα «βιβλία ανεγνωρισμένων σωματείων» του Πρωτοδικείου Λαμίας μετά το 1914 έχουν καταχωρισθεί εκατοντάδες τίτλοι σωματείων της Λαμίας και της περιοχής.17
Ανάμεσα σ’ εκείνους τους τεχνίτες, που είχαν ιδρύσει σωματείο στη Λαμία πριν από τον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, ήταν και οι τσαρουχάδες. Το σωματείο τους ιδρύθηκε στις αρχές του 1915 και ονομαζόταν «Σύνδεσμος Τσαρουχοποιών, σανδαλοποιών και μεταξουργών», έδρα του Σωματείου ήταν φυσικά η Λαμία, σκοπός δε η αλληλοβοήθεια. Ο πλήρης τίτλος του σωματείου:
«ΒΙΒΛΙΟΝ ΑΝΕΓΝΩΡΙΣΜΕΝΩΝ
ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ
Αὔξ. ἀριθ. 8
ΤΙΤΛΟΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ: Σύνδεσμος τσαρουχοποιῶν, σανδαλοποιῶν καί Μεταξουργῶν
ΕΔΡΑ: Λαμία.
ΣΚΟΠΟΣ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ: Ἀλληλοβοήθεια.
Ὑπεβλήθη εἰς τό Πρωτοδικεῖον τήν 25ην Φεβρουαρίου 1915. Διετάχθη ἡ τοιχοκόλλησα τοῦ Καταστατικού τήν 4ην Μαρτίου 1915.
Ἀριθμός ἀποφάσεως διατασσούσης τήν καταχώρισιν 213 τῆς 4 Μαρτίου 1915.
Κατεχωρίσθη ἐν Λαμία τήν 5 Μαρτίου 1915
(Τ.Σ.) Ὁ Γραμματεύς: Β. Ν. Κλ... »
Ο σύλλογος εκείνος παρέμεινε ζωντανός και ακμαίος σ' όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου, αλλά αργότερα έπεσε σε μαρασμό και ατόνησε, τελικά δε διαλύθηκε με την υπ᾽ αρ. 71/1972 απόφαση του πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.18
2) Η εξέλιξη του επαγγέλματος
Μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο παρατηρείται κάμψη της τσαρουχοποιίας, οι δε τσαρουχάδες προσαρμόζονται στις νέες απαιτήσεις.
Έτσι, οι παλιοί εκείνοι λαϊκοί τεχνίτες τώρα γίνονται τσαγκαράδες, μπαλωματήδες, παντοφλάδες και μεταπράτες υποδημάτων της βιομηχανικής παραγωγής. Στα άλλοτε τσαρουχάδικα τώρα βρίσκονται παπούτσια τα οποία προωθούνται στην κατανάλωση.
Επομένως, γνώρισμα της τελευταίας φάσης της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας είναι η προσαρμογή του επαγγέλματος στις νέες απαιτήσεις. Σπάνια τώρα, κυρίως ποιμένες των ορεινών περιοχών, «παραγγέλνουν» τσαρούχια, τα οποία με ευχαρίστηση και νοσταλγία, αλλά και με ζηλευτή τέχνη, κάθεται και κατασκευάζει ο τσαρουχάς. Τα εργαλεία του έχουν μεταφερθεί στο σπίτι ή είναι «πεταμένα» σε κάποια γωνιά του καινούργιου μαγαζιού, αν δεν πωλήθηκαν...
3) Τα εργαστήρια των τσαρουχάδων
Ήταν χαμηλοί και ισόγειοι χώροι σε κεντρικούς και εμπορικούς δρόμους της πόλης. Στα 1876 είχαμε δώδεκα (12) τέτοια εργαστήρια, βρίσκονταν δε όλα στη συνοικία του «Αγίου Νικολάου», δηλαδή σε δρόμους και παρόδους γύρω απ᾽ την πλατεία «Λαού» και την οδό «Ροζάκη και Αγγελή». Άλλωστε και στην περίοδο του μεσοπολέμου στην οδό «Καλύβα - Μπακογιαννη» (δίπλα απ' το μνημείο του Διάκου) και στην οδό «Ροζάκη και Αγγελή», υπήρχαν όλα τα τσαρουχάδικα.
Στο κέντρο του ισογείου εκείνου χώρου ή στο «παντάρι» υπήρχε ο πάγκος και γύρω - γύρω καθίσματα και καμμιά καρέκλα με τρία πόδια... για τους επισκέπτες!!
Στον τοίχο (δεξιά και αριστερά της εισόδου) υπήρχαν πρόκες, όπου αναρτούσαν τα τσαρούχια σε ώρες και ημέρες εμπορικής κινήσεως. Τέτοια εργαστήρια υπήρχαν και στην οδό «Ανδρούτσου» (σήμερα λέγεται ανεπίσημα οδός «Ναυαγών», εκεί στεγάζονται σήμερα όλα τα τσαγκαράδικα και τα μπαλωματίδικα). Η οδός «Ανδρούτσου» ήταν ο πρώτος εμπορικός δρόμος της Λαμίας και ο γύρω χώρος ονομαζόταν «βαμβακοπάζαρο», δίπλα δε ακριβώς ήταν άλλοτε ένα απ' τα τέσσερα τούρκικα τζαμιά του Ζητουνίου.
15. ΝΙΚ. Γ. ΙΓΓΕΛΕΣΗ: «Οδηγός της Ελλάδος 1915», Αθήνα 1915.
16. Ο Στυλ. Κατράνης ήταν γιος τσαρουχά και έλκουν την καταγωγή τους απ' τα Γρεβενά. Και οι δυο τους ήταν απόγονοι αγωνιστών του '21.
17. ΔΗΜ. Θ. ΝΑΤΣΙΟΥ: «Συντεχνίες, Σύλλογοι και Σωματεία της Λαμίας, 1850-1980» (Υπό έκδοση).
18. «Βιβλίον Ανεγνωρισμένων Σωματείων» του Πρωτοδικείου Λαμίας από του 1914 και εξής.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
(ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ)
α) Οι πρώτες ύλες κατασκευής του τσαρουχιου
Ο παλιός λαϊκός τεχνίτης, ο τσαρουχάς, για να κατασκευάσει τα τσαρούχια, χρησιμοποιούσε τα εξής υλικά:
1) Το «σολόδερμα» (πετσί). Ήταν κατειργασμένο δέρμα ζώου (βουβαλόδερμα, γουρνοτόμαρο, μουλαρόδερμα). Παλιότερα, η κατεργασία γινόταν στα λαμiώτικα «ταμπάκικα» (= βυρσοδεψεία), από όπου προμηθεύονταν οι τσαρουχάδες. Έχουμε γραπτές μαρτυρίες ότι στα 1875 υπήρχαν στη Λαμία τρία (3) ταμπάκικα, που τα είχαν οι: Δημ. Αναστασίου, Νικ. Μπακογιάννης και Δήμος Τσουκαλάς.19 Τομάρια από «χοντρικά» (= μεγάλα ζώα) τότε αφθονούσαν στην περιοχή μας. Και όταν δεν ήταν δυνατή η προμήθεια δερμάτων απ' τα λαμιώτικα ταμπάκικα, τότε οι τσαρουχάδες κατέφευγαν στο εμπόριο. Άλλωστε, στην αγορά εύρισκε κανείς δέρματα κατειργασμένα, διότι είχαμε εισαγωγές δερμάτων.20
Όταν εγκατελείφθησαν τα ταμπάκικα, οι τσαρουχάδες προμηθεύονταν τα σολοδέρματα απ' το εμπόριο. Δεν έχουμε μαρτυρίες αν οι τσαρουχάδες κατειργάζονταν μόνοι τους δέρματα για τα τσαρούχια.
2) Το «αδιάβροχο» (= λεπτό δέρμα κατειργασμένο - το τελατίνι). Ήταν μαύρο ή κόκκινο. Παλιότερα τα χρωματισμένα τομάρια τα ονόμαζαν «σεχτάνια». Σήμερα, αλλά και παλιότερα, χρησιμοποιούνται κυρίως απ' τους σαμαράδες και τους σαράτσηδες (= σελοποιούς) .
3) «Δέρμα λεπτό κατειργασμένο». Ήταν κατσικίσιο ή αρνίσιο δέρμα, που χρησίμευε για τις διακοσμητικές λωρίδες του τσαρουχιου. (Το υλικό αυτό σήμερα έχει αντικατασταθεί από πλαστική ύλη).
4) Τη «φούντα». Ήταν μια τρίχινη δέσμη. (Σήμερα έχει αντικατασταθεί από νήμα, δηλ. η φούντα κατασκευάζεται από νήμα ποικίλων αποχρώσεων). Ο τρόπος της κατασκευής, όσο και αν είναι απλός, θέλει μαστοριά. (Λεπτομέρειες της κατασκευής της στη συνέχεια).
5) δέρμα κατειργασμένο για τον πάτο του τσαρουχιου, δηλ. τη βάση του.
6) ξυλόπροκες.
7) σιδηρόπροκες («ορνέ»).
8) πρόκες ψιλές («σπράγγες»).
9) «τιλάκια» για το τακούνι.
10) Ράμματα : 1) για το ράψιμο, 2) το κέντημα (= γαζιά), 3) το «ρέλισμα» κλπ.
11) «Κόλλα» για το «ρέλισμα» (παλαιότερα το ρέλισμα γινόταν με σπάγγο και με το σουφλί, σήμερα χρησιμοποιείται κόλλα του εμπορίου.
Τα υλικά του ο τσαρουχάς τα προμηθευόταν απ' τα εμπορικά καταστήματα της πόλης και απ' τα ετήσια εμπορικά πανηγύρια, που τελούνταν στη Λαμία δύο φορές, την άνοιξη και στο τέλος του θέρους. Ακόμη, στο εβδομαδιάτικο παζάρι της πόλης, εκείνο του Σαββάτου, πωλούσαν τέτοια υλικά.
Το τσαρουχάδικο του Κ. Σταθογιάννη στη Λαμία.
β) Τα εργαλεία του τσαρουχιού
Για το αρμονικό συνταίριασμα των υλικών, που χρειάζονταν για την κατασκευή του τσαρουχιού, δεν ήταν αρκετά του τσαρουχά τα προσόντα, δηλ. το μεράκι, η γνώση και η δεξιοτεχνία, αλλά ήταν απαραίτητα και τα εργαλεία. Έτσι λοιπόν, επάνω στον χαμηλό, ταπεινό και φτωχό πάγκο, επί σειρά δεκαετιών, «συνεργάσθηκαν» αρμονικά, ταιριαστά και αποτελεσματικά τα υλικά και τα εργαλεία του τσαρουχά με το μεράκι, τη γνώση και τη δεξιοτεχνία του.
Αν και εμπορευματοποιήθηκε η παραγωγή του, ο ίδιος πίστευε πως ήταν ένας λαϊκός καλλιτέχνης κι ένας δημιουργός του όμορφου κι ανθεκτικού τσαρουχιού.
Για την κατασκευή, λοιπόν, του τσαρουχιού σ' όλες τις φάσεις χρειαζόταν όχι και λίγα εργαλεία.
Οι τσαρουχάδες τα χώριζαν σε δύο κατηγορίες: α) εργαλεία κατασκευής και β) εργαλεία καλλιτεχνίας.
19. ΜΙΛΤ. ΜΠΟΥΚΑ: «Οδηγός...» όπ. α.
20. ΔΗΜ. Θ. ΝΑΤΣΙΟΥ: «Το λαμιώτικα εμπόριο στα μέσα του 19ου αιώνα», όπ. α.
1) ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ
Ήταν τα εργαλεία, που βοήθησαν τον τσαρουχά να κατασκευάσει το τσαρούχι στην πρώτη φάση διότι ακολουθούσε και εκείνη η καλλιτεχνική, δηλαδή η δεύτερη.
Στην πρώτη φάση, ο τσαρουχάς χρησιμοποιούσε τα εξής εργαλεία:
1.- «Καλαπόδι» : Ήταν και είναι ακόμη ξύλινο, βασικώτατο δε εργαλείο για την κατασκευή του τσαρουχιού, διότι επάνω στο καλαπόδι γινόταν η προσαρμογή των υλικών. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, οι εργασίες κάποιας φάσεως της κατασκευής γίνονταν επάνω στο καλαπόδι.
2.- «ταναλάκι» ή «κόφτης» : Σιδερένιο εργαλείο για να κόβει δέρματα και να «ρελιάζει» το τσαρούχι,
3.- «Τανάλια μονταρίσματος» : Διευκόλυνε το μοντάρισμα του τσαρουχιού επάνω στο καλαπόδι. Ήταν σιδερένιο εργαλείο.
4.- «φαλτσέτα» : Με τη βοήθεια αυτής ο τσαρουχάς έκοβε και κόβει τα δέρματα και πετσιά σε όλες σχεδόν τις φάσεις της κατασκευής. Ατσάλινο εργαλείο.
5.- «σίδερο πισταρίσματος» : Σιδερένιο βαρύ εργαλείο επάνω στο οποίο «άνοιγαν» τη σόλα, χτυπνώτας την με σφυρί.
6.- «σουφλί πατωτικό» : Απαραίτητο εργαλείο για το ράψιμο της σόλας.
7.- «σουφλί ίσιο»: Επίσης εργαλείο για το ράψιμο μερών του τσαρουχιού (φούντα κλπ.).
8.- «σουφλί γαζωτικό» : Βασικό εργαλείο για τη διακόσμηση του τσαρουχιού.
9.- «κατσαπροκάκι» : Μικρό σε μέγεθος εργαλείο με τη βοήθεια του οποίου άνοιγαν τρύπες στη σόλα για να τοποθετήσουν τις ξυλόπροκες. Ήταν όλα σιδερένια εργαλεία.
10.- «ράσπα» : σιδερένιο εργαλείο για το «ρασπάρισμα» = ίσιασμα του τσαρουχιού.
11.- «ρασπάκια» τα : Ομοίως σιδερένια εργαλεία για τον ίδιο με τον παραπάνω σκοπό.
12.- «ξυλόρασπα» : Ομαλοποιούσε το εσωτερικό του τσαρουχιού στο κάτω μέρος από τυχόν ξυλόπροκες. Είχε ανώμαλη επιφάνεια.
13.- «αμόνι» : Σιδερένιο εργαλείο με ξύλινη βάση». Το αμόνι βοηθούσε αποτελεσματικά τον τσαρουχά σε ορισμένες φάσεις της κατασκευής του τσαρουχιού.
14.- «τσιλτές» ή «τσιλντές» : Ξύλινο εργαλείο, το οποίο συγκρατούσε το τσαρούχι σε κάποια φάση της κατασκευής του. Το εργαλείο τούτο παλαιότερα υποβοηθούσε κι άλλους τεχνίτες (συρμακέσης), υπάρχει δε μια άριστη περιγραφή του απ' την Αγγελική Χατζημιχάλη: «Τα χρυσοκλαβάρικα - συρμάτινα - συρμακέσιμα κεντήματα», σελ. 482, όπως μας πληροφορεί ο Δημ. Σταμέλος: «Νεοελληνική Λαϊκή Τέχνη», Αθήνα 1975, σελ. 156.
15.- «Ψαλίδι» : Υποβοηθεί στο κόψιμο λεπτών δερμάτων, νημάτων κλπ.
16.- «Ψαλίδι οδοντωτό» : Το ένα του σκέλος είναι οδοντωτό και με τη βοήθεια αυτού κόβονται, συνήθως, σήμερα οι διάφορες πλαστικές ταινίες για τη διακόσμηση του τσαρουχιού, κόβονται δηλ. σε οδοντωτό σχήμα.
17.- «ακόνι» (μασάτι) : Ατσάλινο εργαλείο όπου ακόνιζαν (τροχούσαν) οι τσαρουχάδες τα αιχμηρά και κοψτερά εργαλεία τους.
18.- «λίμα» : Σιδερένιο αντικείμενο με μικροσκοπικές ραβδώσεις, το οποίο εξυπηρετούσε τον ίδιο σκοπό με εκείνον του ακονιού.
19.- «σφυρί μικρό» : Σιδερένιο εργαλείο με ξύλινο μικρό στυλαιό. Υπάρχουν τριών ειδών σφυριά, διαφορετικά σε μέγεθος, και υποβοηθούν αποτελεσματικά τον τσαρουχά στις περισσότερες φάσεις της κατασκευής του τσαρουχιού (π.χ. άνοιγμα της σόλας, κάρφωμα, ίσιασμα κλπ.).
20.- «βελόνα» : Ατσάλινο εργαλείο, το οποίο υποβοηθούσε στο ράψιμο του τσαρουχιού.
21.- «τρίχα» : Ήταν μια πολύ σκληρή αγριογουρουνότριχα, η οποία υποβοηθούσε στο ράψιμο του τσαρουχιού.
22.- «γάτζος» : Σιδερένιο εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου ο τσαρουχάς έβγαζε το καλαπόδι απ' το τσαρούχι πριν περάσει στην καλλιτεχνική φάση της κατασκευής του.
23.- «κατόχι» : Δερμάτινη ζώνη, με τη βοήθεια, της οποίας ο τσαρουχάς ακινητοποιούσε το τσαρούχι ανάμεσα στα δυο γόνατα του για να συνεχίσει τις εργασίες του επ' αυτού, δηλ. το κατόχι περιέδινε το τσαρούχι και κατέληγε στα πόδια του καθήμενου τεχνίτη.
Τα πιο πάνω εργαλεία ήταν απαραίτητα για την κατασκευή του τσαρουχιού στην παλαιότερη εποχή, που γίνονταν όλα με το χέρι. Στη σύγχρονη τσαρουχοποιία με τη μηχανή και την κόλλα, δεν είναι πλέον όλα απαραίτητα, τα περισσότερα όμως και τώρα υποβοηθούν αποτελεσματικά τον τεχνίτη τσαρουχά.
2) ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑΣ
Στην καλλιτεχνική φάση της κατασκευής του τσαρουχιού απαραίτητα ήσαν τα εξής εργαλεία:
24.- « ξεφουμαδώρος» ή «καμινέτο» : Ήταν συσκευή, που παρήγαγε φλόγα για να θερμαίνουν τα εργαλεία της καλλιτεχνικής φάσης.
25.- «λαμπούγιο» : Σιδερένιο εργαλείο, το οποίο, αφού θερμαινόταν στον ξεφουμαδώρο, το χρησιμοποιούσε ο τσαρουχάς για το γυάλισμα του τακουνιού.
26.- «μακινέττα» : Ομοίως σιδερένιο εργαλείο, το οποίο, αφού θερμαινόταν στον ξεφουμαδώρο, το χρησιμοποιούσε ο τσαρουχάς για το γυάλισμα και τον ευπρεπισμό της σόλας του τσαρουχιού.
27.- «κερί ξεφουμαρίσματος» : Όταν πλέον θερμαίνονταν τα δυο παραπάνω εργαλεία, αλλά κι αυτά που αναφέρουμε στη συνέχεια, στον ξεφουμαδώρο τα έφερνε σε επαφή με το κερί ο τεχνίτης και κατόπιν γυάλιζε το τακούνι, τη σόλα κλπ.
28.- «φιλέτο μυτερό»: Σιδερένιο εργαλείο για τον ευπρεπισμό του τακουνιού.
29.- «φιλέτο πλαγιαστό» : Ομοίως σιδερένιο εργαλείο για τον ευπρεπισμό της σόλας.
30.- «δίσποντο ψιλό» και «δίσποντο χοντρό» : Σιδερένιο εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου ο τσαρουχάς διακοσμούσε με δαντελλωτές χαρακιές την άκρη της σόλας στο επάνω μέρος του τσαρουχιού.
31.- «ξυλοστείρι» : Κοκκάλινο εργαλείο, με τη βοήθεια του οποίου ο τσαρουχάς ομόρφαινε το τακούνι, κόβοντας το με τη φαλτσέτα, χωρίς όμως να προξενεί «πληγές» στο πίσω μέρος του τσαρουχιού.
32.- «τσόχα» : Ήταν ένα μάλλινο πανί για να γυαλίζει ο τσαρουχάς καλύτερα εκείνα τα σημεία του τσαρουχιού, που είχε προηγουμένως γυαλίσει με το κερί και με τα εργαλεία της καλλιτεχνικής φάσης.
Ομοίως και τα πιο πάνω εργαλεία ήταν απαραίτητα για την κατασκευή του τσαρουχιού στην παλαιότερη εποχή. Στη σύγχρονη τσαρουχοποιία δεν είναι όλα απαραίτητα. Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι τα σιδερένια εργαλεία του τσαρουχιού είχαν ξύλινη χειρολαβή, βρέθηκαν δε όλα και διασώζονται στον σημερινό τσαρουχά της Λαμίας κ. Νικόλαον Νικογεώργον, ο οποίος είναι επίσης γιος τσαρουχά.
(Σε άλλες σελίδες δημοσιεύεται πίνακας των εργαλείων - κατασκευής και καλλιτεχνίας -του τσαρουχά, είναι δε «σκίτσα» του καλλιτέχνη, δασκάλου και συγγραφέα κ. Θύμιου Χριστοπούλου, στη Λαμία. Τον ευχαριστώ θερμά).
γ) Η τεχνική κατασκευή του τσαρουχιού (φάσεις κατασκευής - Λεπτομερής περιγραφή)
Έχοντας ο τσαρουχάς στη διάθεση του: τα υλικά και τα εργαλεία, που αναφέρθηκαν πιο πάνω, αλλά ακόμη πιο πολύ έχοντας: το μεράκι, τη γνώση και τη δεξιοτχνία μπορεί να κατασκευάσει το τσαρούχι ως εξής:
Παίρνει το «στάμπο», δηλ. το νούμερο (επειδή στην κατασκευή του τσαρουχιού, παλιότερα και σήμερα, δεν υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές, γίνεται ενιαία η περιγραφή στα σημεία όμως που υπάρχουν διαφοροποιήσεις, γίνεται σύντομη αναφορά στον σημερινό τρόπο κατασκευής) και έχοντας το μέτρο αυτό κόβει το αδιάβροχο και ανάλογα με το πάxος του «βγαίνουν» τα νούμερα. Έτσι, από λεπτό δέρμα βγαίνουν μικρά νούμερα, 20 - 32, απ' το μεσαίο βγαίνουν τα αμέσως μεγαλύτερα 30 - 36, και απ' το χοντρό τα μεγάλα, 37 - 45. Το ίδιο συμβαίνει με το σολόδερμα, δηλ. το πιο χοντρό δέρμα, το οποίο τοποθετείται στη βάση του τσαρουχιού. Και στις δυο περιπτώσεις, η προτίμηση του πάχους των δερμάτων (αδιάβροχο - σολόδερμα) ερμηνεύεται εύκολα.
Η αντοχή του τσαρουχιού στην προβαλλόμενη αντίσταση και φθορά, εξαρτάται και απ' το πάχος του δέρματος.
Στη συνέχεια κόβονται τα «ψίδια», δηλ. το μπροστινό μέρος του τσαρουχιού και η «φτέρνα», η οποία ενισχύεται με ψιλό σολόδερμα για ν' αντέχει στην πίεση του ποδιού, όταν θα εισέρχεται στο τσαρούχι. Όλα αυτά συναρμολογούνται. Παλιότερα, η συναρμολόγηση γινόταν με το χέρι κα με τη βοήθεια εργαλείων (σουφλί, βελόνα, ράμμα). σήμερα γίνεται με τη μηχανή. Στη φάση αυτή γίνεται και η διακόσμηση του τσαρουχιού, το «μπιρμπίλιασμα» ή «γαρνίρισμα». Εδώ προτιμάται αντίθεση χρωμάτων: μαύρη, κόκκινη, κίτρινη κλωστή σε αδιάβροχο διαφορετικού χρώματος. Σήμερα γαρνίρισμα γίνεται με πλαστική ταινία ή κλωστή.
Η συναρμολόγηση και η διακόσμηση γινόταν με το χέρι και με τη βοήθεια εργαλείων, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και κυρίως με τη βοήθεια του τσιλντέ, ο οποίος ακινητοποιουσε το υπό κατασκευή τσαρούχι για να μπορέσει ο τσαρουχάς να εκτελέσει επ' αυτού τις εργασίες του. Έτσι, με τις εργασίες αυτές, γίνονταν τα λεγόμενα φόντια.
Αυτή είναι η πρώτη φάση κατασκευής του τσαρουχιού. Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι τα ψίδια ενώνονται με ταινίες, τα «φιλετάκια», παλιότερα δερμάτινες, σήμερα πλαστικές.
Στη συνέχεια ο τσαρουχάς παίρνει το φόντι και το καλαπόδι και έτσι αρχίζει η δεύτερη φάση. Καρφώνει στο καλαπόδι τον «πάτο», που είναι δέρμα, το οποίο και ισιάζει, ομαλοποιεί θα λέγαμε, με τη βοήθεια εργαλείου, συνήθως με τον στυλαιό του σφυριού. Μετά προσαρμόζει το φόντι στον πάτο. Η προσαρμογή αυτή είναι το λεγόμενο «ρέλισμα». Η εργασία αυτή παλιότερα γινόταν με το σουφλί και ράμμα, σήμερα όμως γίνεται με κόλλα. Ενισχύεται το ρέλισμα με πρόκες και ισιώνει το φόντι με τη φαλτσέτα.
Μετά ο τσαρουχάς παίρνει τη «σόλα», το πιο σκληρό και ανθεκτικό μέρος του τσαρουχιού, τη βρέχει και τη «ρεφιλάρει», δηλ. αφαιρεί το «ζούφιο», το «χνούδι», το περιττό επικάλυμμα του σολοδέρματος, με αποτέλεσμα να μείνει το στερεώτερο μέρος της σόλας, η «ψίχα», όπως τη λένε οι τσαρουχάδες σήμερα. Με τα πολλά κτυπήματα η σόλα στη διάρκεια του ρελαρίσματος «αγριεύει» και πρέπει να γίνει το «ρασπάρισμα». Έτσι, λοιπόν, με τη ράσπα και τα ρασπάκια ημερεύει, ομαλοποιεί τη σόλα.
Και ενώ η σόλα πρέπει να στεγνώσει, γίνεται στο τσαρούχι μια άλλη εργασία, η οποία είναι συνέχεια του ρελιάσματος, δηλ. τώρα μπαίνει το «βάρδουλο» στο κατασκευαζόμενο τσαρούχι.
Το βάρδουλο από «μήλο» σε «μήλο», δηλ. στο πλάγιο μέρος της βάσης, ήταν ανοιχτό και σχημάτιζε την «πάντα», ενώ στη φτέρνα, στη λεγόμενη «μπογέτα» , δηλ. στην καμάρα του ποδιού, ήταν κλειστό. Το βάρδουλο έφθανε μέχρι τη μύτη, που λεγόταν «πόντα», όπου σχηματιζόταν μια υποδοχή, που λεγόταν «σκούφια» και στο σημείο εκείνο τοποθετούσαν τη «φούντα».
Στη συνέχεια γίνεται το «φορτιτσάρισμα» του τσαρουχιού, δηλ. το γέμισμα. Εδώ, όπως αντιλαμβανόμαστε, συμβαίνει το εξής:
Μετά την τοποθέτηση του βάρδουλου, δημιουργείται ένα κενό στην περίμετρο αυτή και στη βάση, το οποίο κενό πρέπει να γεμίσει. Το γέμισμα αυτό λέγεται «φορτιτσάρισμα» του τσαρουχιού. Τοποθετεί ο τσαρουχάς μικρά τεμάχια δέρματος για να φθάσει στο ύψος του βάρδουλου, διότι στη συνέχεια θα τοποθετηθεί η σόλα, η οποία στο μεταξύ στεγνώνει.
Στη φάση αυτή υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην παλιότερη και τη σύγχρονη τεχνική της κατασκευής του τσαρουχιού.
Σήμερα, ούτε βάρδουλο μπαίνει, ούτε φορτιτσάρισμα γίνεται και επομένως ούτε στη μύτη του τσαρουχιού δημιουργείται «σκoύφια», διότι εκεί απολήγει το βάρδουλο, για να προσαρμοσθεί η φούντα. Προκειμένου να τοποθετηθεί σήμερα στη μύτη του τσαρουχιού η φούντα, αφήνεται μια προεξογή της σόλας και εκεί πλέον τοποθετούν τη φούντα και ενώ παλιότερα η σόλα ραβόταν επάνω με ράμματα, σήμερα κολλιέται με την κόλλα.
Έτσι. η κόλλα τοποθετείται στη βάση, και στη σόλα και αφού περάσουν 20' λεπτά, γίνεται η προσαρμογή και η κόλληση με πολλές σφυριές. Στη συνέχεια, με ξύλινη «στέκα» γίνεται το ίσιασμα της σόλας. Στη φάση αυτή, παλιότερα άνοιγαν τρύπες με το «κατσαπροκάκι» περιμετρικώς στη σόλα και τοποθετούσαν δυο σειρές ξυλόπροκες. Παλιότεοα αυτά γίνονταν ραφτά.
Στη συνέχεια γίνεται το «ξυλούρισμα», δηλ. η αφαίρεση κάθε περιττού στο βάρδουλο και στη σόλα. Πρέπει όμως να γίνει και το «τακούνι» του τσαρουχιού. Για το σκοπό αυτό ο τσαρουχάς μαζεύει τα «φάλτσα», δηλ. μικρά κομμάτια δέρματος, τα οποία και τα προσαρμόζει καρφώνοντάς τα στη φτέρνα του τσαρουχιού, στο τέλος δε παίρνει ένα μονοκόμματο και μεγαλύτερο πετσί, το οποίο και καρφώνει επάνω στα άλλα. Το πετσί αυτό είναι ο λεγόμενος «φτερνίτης». Σήμερα, σε ελάχιστες περιπτώσεις, ο τσαρουχάς φκιάχνει τακονι, διότι παρουσιάζεται ενιαίο το πέλμα του συγχρόνου τσαρουχιού.
Το κάρφωμα του τακουνιού γίνεται με προκάκια (τιλάκια), 25 νούμερο, ενώ το κάρφωμα του βάρδουλου και της σόλας γινόταν με ξυλόπροκες 4,5 και 5 νούμερο αντίστοιχα.
Στη δεύτερη αυτή φάση, το καλαπόδι παραμένει στο τσαρούχι, το οποίο στη συνέχεια αφαιρείται με τη βοήθεια του «γάτζου».
Με την αφαίρεση του καλαποδιού, αρχίζει η τρίτη φάση της κατασκευής του τσαρουχιού, η καλλιτεχνική, όπως θέλουν να την ονομάζουν οι τσαρουχάδες.
Τώρα πλέον γίνονται οι εξής εργασίες: Πρώτα γίνεται το «ξυλούρισμα» ή «ρασπάρισμα» με τη βοήθεια του σιδερένιου εργαλείου: της ράσπας. Το ρασπάρισμα είναι το ίσιασμα όλων των τυχόν προεξοχών στο βάρδουλο, τακούνι, σόλα κλπ. Έπειτα, με αιχμηρό αντικείμενο, συνήθως κομμάτι γυαλιού, και με γυαλόχαρτο σήμερα, «ξύνονται» και «γυαλοχαρτίζονται» όλα τα μέρη του τσαρουχιού (τακούνι, σόλα κλπ.).
Στη συνέχεια, με τη βοήθεια ενός σιδερένιου εργαλείου, που το ονομάζουμε «δίσποντο», στο σημείο της «πάντας» σχηματίζουν «δοντάκια» στο βάρδουλο, διότι είναι και αυτά μια διακόσμηση. Ακολουθεί το βάψιμο: Βάφουν τη σόλα, το τακούνι και το βάρδουλο με μαύρη ή καφέ μπογιά. Τέλος, με το «λαμπούγιο», το οποίο ζεσταίνεται στον «ξεφουμαδώρο» ( = καμινέτο), γίνεται το ξεφουμάρισμα με το σιδερένιο εργαλείο, που το λένε «μακινέττα». Με την εργασία αυτή γίνεται στιλπνή η επιφάνεια της σόλας και του τακουνιού.
Η ΦΟΥΝΤΑ ΤΟΥ ΤΣΑΡΟΥΧΙΟΥ
Η φούντα ήταν και είναι βασικώτατο στοιχείο και γνώρισμα του τσαρουχιού και απαραίτητη διακόσμηση αυτού, τα δε υλικά κατασκευής της, οι αποχρώσεις αυτών και ο τρόπος της τοποθετήσεως της φούντας επί του τσαρουχιού ποικίλλουν κατά περιόδους.
1) Η κατασκευή της: Έπαιρνε ο τσαρουχάς ζωικό νήμα και «σώριαζε» δηλ. τοποθετούσε, πολλά μικρά τεμάχια αυτού το ένα επί του άλλου και σχημάτιζε δέσμη νήματος. Έπειτα έπαιρνε σπάγγο και έδενε σφιχτά τη νημάτινη εκείνη δέσμη στο κέντρο της, έτσι, ώστε να σχηματισθεί ένα ομπρελλοειδές σχήμα. Στη συνέχεια, με το ψαλίδι, έκοβε όλα τα ποοεξέχοντα μικρά νήματα της, την «κούρευε», κατά τον αυτόν δε τρόπο κατασκευάζεται και σήμερα η φούντα. Σήμερα χρησιμοποιείται βαμβακερό και ακρυλικό νήμα.
2) Οι αποχρώσεις της: Παλιότερα, μόνιμο χρώμα της φούντας ήταν το μαύρο, όπως και σήμερα για τα μεγάλα νούμερα. Επειδή όμως ένας σύγχρονος τσαρουχάς κατασκευάζει τσαρούχια και για μικρά παιδιά (συνήθης στολή εθνικών επετείων), για την κατασκευή της φούντας χρησιμοποιεί νήμα (ζωικό, βαμβακερό, ακρυλικό) δυο αποχρώσεων, ήτοι μπλε και άσπρο, δηλ. το χρώμα της ελληνικής σημαίας.
3) Τρόπος τοποθετήσεως επί του τσαρουχιού: Όπως αναφέρθηκε και στο ειδικό κεφάλαιο περί της τεχνικής του τσαρουχιού, υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στους παλιότερους και συγχρόνους τσαρουχάδες στο σημείο αυτής της κατασκευής του τσαρουχιού. Έτσι, ενώ παλιότερα στη μύτη του τσαρουχιού έμπαινε «σκούφια», όπου προσδενόταν η φούντα, σήμερα αφήνει ο τσαρουχάς μια προεξοχή στη σόλα, εκεί δε, δημιουργείται μια υποδοχή, όπου προσδένεται η φούντα.
δ) Ετήσια παραγωγή
Δεν έχουν διασωθεί, αλλά ούτε και έχουν καταγραφεί στοιχεία για την ετήσια παραγωγή τσαρουχιού κατά τον περασμένο αιώνα και αργότερα. Έμμεσα μόνο συμπεραίνουμε (πολλά τσαρουχάδικα, κτηνοτροφικός και αγροτικός πληθυσμός της περιοχής, η βασικώτερη υπόδηση), ότι η ετήσια παραγωγή δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Ας σημειωθεί, ότι για πολλούς οικογενειάρχες η τσαρουχοποιία ήταν η μόνη βιοποριστική εργασία τους και θα έπρεπε να κατασκευάζουν πολλά ζευγάρια τσαρουχιών. Ακόμη δεν μας διασώθηκαν στοιχεία του κόστους και της πωλήσεως των τσαρουχιών. Στην περίοδο του μεσοπολέμου, για να κατασκευάσει ένα ζευγάρι τσαρούχια χρειαζόταν 3 - 4 ημέρες.
ε) Τρόπος διαθέσεως - αγορές
Οι ενδιαφερόμενοι να προμηθευτούν τσαρούχια, μετέβαιναν στο τσαρουχάδικο, όπου έκαναν «παραγγελία», όπως λεγόταν η συμφωνία μεταξύ πελάτη και τσαρουχά, δίνοντας μικρή προκαταβολή της αξίας του ζεύγους των τσαρουχιών. Η «παραγγελία» γινόταν κυρίως απ' τους μερακλήδες και τους δύστροπους... και τέτοιοι ήταν πολλοί, οι οποίοι ήθελαν ακριβή μέτρα των τσαρουχιών στα πόδια τους και φουντωτή τη φούντα.
Τις περισσότερες φορές γίνονταν τσαρούχια σε ορισμένα νούμερα, «στάμπο», όπως λέγεται στη γλώσσα των τσαρουχάδων. Και έτσι τα έτοιμα τσαρούχια περίμεναν τον αγοραστή - πελάτη. Ήταν εντυπωσιακό το θέαμα — όπως αφηγούνται σήμερα παλιοί τσαρουχάδες — που ενεφάνιζαν τα μαύρα ή κόκκινα τσαρούχια κρεμασμένα στο εσωτερικό του τσαρουχάδικου ή έξω στον τοίχο, δίπλα στην πόρτα του μαγαζιού.
Η μεγάλη κίνηση γινόταν κυρίως το Σάββατο, με την ευκαιρία της τελέσεως και εβδομαδιάτικου παζαριού.
Επομένως, η διάθεση ήταν άμεση απ' τον τσαρουχά προς τον πελάτη, που πήγαινε στο τσαρουχάδικο. Δεν ήταν μικρή όμως και η πώληση τσαρουχιών στις τότε αγορές της περιοχής, που ήταν οι εξής:
1.— Το εβδομαδιάτικο παζάρι της αγοράς. Πρόκειται για προεπαναστατικό θεσμό της πόλης. Παλιότερα ετελείτο στο χώρο της πλατείας «Λαού». Αργότερα, περί το 1890. χώρος τελέσεως ήταν η πλατεία «Σιταγοράς», δηλ. η σημερινή πλατεία «Πάρκου». Στα 1937 μεταφέρθηκε στο χώρο της «Δημοτικής αγοράς» και στους γύρω δρόμους, όπου τελείται και σήμερα.
2.— Το ετήσιο εαρινό παζάρι. Ήταν ένα απ' τα αρχαιότερα της Ελλάδος. Ετελείτο ανελλιπώς απ' το 1678 και καταργήθηκε το 1961. Όλοι σχεδόν οι περιηγητές εκφράζονταν ενθουσιωδώς για το παζάρι του Ζητουνίου, όπως λεγόταν η Λαμία απ' τον 9ον αιώνα μ.Χ. έως το 1836,
3.— Το ετήσιο φθινοπωρινό παζάρι. Ιδρύθηκε το 1856 και από τότε τελείται ανελλιπώς. Διαφορετικοί κατά καιρούς υπήρξαν οι χώροι εντός της πόλης, όπου ετελείτο. Σήμερα τελείται δίπλα στο χώρο της «Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας».
4.— Τα ετήσια παζάρια γειτονικών πόλεων (Υπάτης - Αταλάντης - Αμφίκλειας - Δομοκού κλπ.).
Στα παζάρια αυτά μετέβαιναν τακτικά οι τσαρουχάδες για να πωλήσουν τσαρούχια, αφού στις αγορές εκείνες γινόταν μεγάλο «αλισβερίσι». Περνώντας οι ποιμένες απ' τη Λαμία και μεταβαίνοντας στα ορεινά μέρη, αγόραζαν και τσαρούχια για να «ξεκαλοκαιριάσουν», όπως έλεγαν. Έχουμε προφορικές μαρτυρίες, ότι οι συναλλαγές γίνονταν με «είδος», π.χ. έδιναν κτηνοτροφικά προϊόντα (μαλλιά, τυρί) και αγόραζαν τσαρούχια.
Μέσα απ' τις αγορές αυτές γινόταν η διάθεση των τσαρουχιών και με τον τρόπον αυτόν προμηθεύονταν οι ενδιαφερόμενοι το είδος αυτό της υποδήσεως.
στ) Σχέση της τσαρουχοποιίας με άλλα επαγγέλματα
Ο τσαρουχάς ουδέποτε έδρασε και δημιούργησε μεμονωμένα και ανεξάρτητα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με άλλους επαγγελματίες.
Παρατηρώντας το όλο φάσμα της δουλειάς του, διαπιστώνουμε ότι είχε άμεση σχέση με τους ταμπάκηδες (= βυρσοδέψες), διότι εκείνοι κατεργάζονταν τα δέρματα, από όπου τα προμηθευόταν ο τσαρουχάς, τέτοια δε ταμπάκικα είχαμε τρία (3) στη Λαμία το 1875 και δύο το 1911. Σήμερα βέβαια έχει άμεση σχέση με τους δερματέμπορους, διότι από εκείνους προμηθεύεται δέρματα.
Επίσης είχε και έχει σχέση με τους καλαποδάδες, διότι εκείνοι κατασκευάζουν τα ξύλινα καλαπόδια, που είναι απαραίτητα για την κατασκευή του τσαρουχιού. Το 1879 υπήρχε στη Λαμία ένας καλαποδάς, ο Γεώργιος Κων. Διαμαντόπουλος. Σήμερα ένας τσαρουχάς χρειάζεται πολλά καλαπόδια, διότι έχει μεγάλη παραγωγή. Το καλαπόδι σήμερα είναι βιομηχανικό προϊόν. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί, ότι η τσαρουχοποιία παλιότερα, αλλά και σήμερα, έχει σχέση και άμεση εξάρτηση απ' τη βιομηχανία, διότι όλα σχεδόν τα εργαλεία της είναι βιομηχανικά προϊόντα. Χωρίς να είναι μικρότερη η σχέση της και με τη νηματουργία. Επί σειρά ετών, κατά τον περασμένα αιώνα, προμηθεύονταν ράμματα οι τσαρουχάδες απ' το εργοστάσιο νηματουργίας των Αδελφών Αγαθοκλή, που λειτουργούσε στη Στυλίδα.
Δεν θα ήταν λάθος αν λέγαμε, ότι η τσαρουχοποιία έχει σχέση με τους εμπόρους, τους μεταπράτες με τα καταστήματα λαϊκής τέχνης, τους χορευτικούς ομίλους, τους πολιτιστικούς συλλόγους. Ακόμη πρέπει να σημειωθεί, ότι οι περισσότερες ύλες για την κατασκευή του τσαρουχιού είναι βιομηχανοποιημένες. (Στο σημεία αυτό της τσαρουχοποιίας θα επανέλθουμε στη συνέχεια).
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
(ΝΕΩΤΕΡΗ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ)
α) Η λαμιώτικη τσαρουχοποιία μετά το 1960
Στη δεκαετία 1950 - 1960 είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί η κατασκευή τσαρουχιών στη Λαμία.
Οι παλιοί τσαρουχάδες υπέκυπταν στη βιολογική φθορά, χωρίς να υπάρχουν κίνητρα για νέους. Οι ανακατατάξεις, που επέφεραν τα κοσμοϊστορικά και περισσότερο τα ελληνικά γεγονότα της δεκαετίας '40 - '50, δεν ευνοούν τη συνέχεια της ελληνικής παραδόσεως.
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, το φαινόμενο ερμηνεύεται εύκολα, αν ληφθεί υπόψη η νέα κατάσταση, που είχε διαμορφωθεί.
Δεν ήταν μόνο η τσαρουχοποιία, που δεχόταν τα πλήγματα των νέων καιρών, αλλά και άλλα παραδοσιακά επαγγέλματα και, όπως έγραψε νεώτερος Έλληνας συγγραφέας, «... εκείνη τη μέρα οι σάλπιγγες των νέων καιρών γκρέμιζαν από θεμέλια τα τείχη της ταμπάκικης (τσαρουχάδικης για μας) Ιεριχούς μέσα σε πανδαιμόνιο απ' ουρλιαχτά μηχανών...». Ευτυχώς όμως όχι «από θεμέλια», διότι λίγα φωτισμένα πρόσωπα αλλάζουν πολλές φορές τη φορά των πραγμάτων...
Και ενώ έτσι εμφανίζεται η κατάσταση, έρχεται το 1959 στη Λαμία ως νομάρχης ο Ρουμελιώτης Δημοσθένης Γούλας, ο οποίος έδωσε νέα ώθηση και ζωή στη λαμιώτικη τσαρουχοποιία με την επιτυχή έμπνευση του, αλλά και την υλική και ηθική συμπαράσταση του. Τότε κάλεσε παλιούς Λαμιώτες τσαρουχάδες για να συζητήσει μαζί τους και στην πρόσκληση του ανταποκρίθηκαν τρεις: 1) Βαλάσης Θεόδωρος, 2) Γιαννακούρας Ιωάννης και 3) Λεπίδας Κων/νος.
Απ' τους τρεις προτιμήθηκε ο πρώτος, ο οποίος και άρχισε να κατασκευάζει τσαρούχια, όχι τόσο για «φόρεμα», όσο για εκθέσεις λαϊκής τέχνης. Έφθασε και μέχρι τη Ρόδο εκθέτοντας τα προϊόντα του.
Δημιουργεί καινούργιο τσαρουχάδικο, «ανοίγει», σε συνεργασία με τον Κώστα Σταθογιάννη και κατάστημα λαϊκής τέχνης, του οποίου έμβλημα και στολίδι είναι ένα μεγάλο τσαρούχι - «γίγας».
β) Τα πρώτα δειλά βήματα
Μετά το 1960 αρχίζουν και πάλι να κατασκευάζουν τσαρούχια στη Λαμία με την πλούσια και μακροχρόνια παράδοση της. Τώρα όμως οι τσαρουχάδες λιγόστεψαν και οι μερακλήδες στο φόρεμα του τσαρουχιού χάθηκαν. Οι παλιοί τσαρουχάδες δεν θα έβλεπαν «προκοπή» αν ξανάρχιζαν την κατασκευή τσαρουχιών. Η δυσκολία έπειτα από προσπάθειες ξεπεράσθηκε. Άρχισε σιγά - σιγά ν' αναπτύσσεται ο τουρισμός, πολλοί ξένοι έρχονται στην Ελλάδα, οι οποίοι ανάμεσα στ' άλλα θα θελήσουν να δουν και την εθνική μας ενδυμασία: φουστανέλλα, φέσι, τσαρούχι, κάλτσα, φούντα. Ιδρύονται λαογραφικοί σύλλογοι και χορευτικοί όμιλοι. η παράδοση ξαναζωντανεύει. Ο Έλληνας δε θέλει ν' αποκοπεί απ' τις ρίζες του.
Έτσι αρχίζει δειλά - δειλά να λειτουργεί το τσαρουχάδικο - εργαστήριο των Βαλάση Θεοδώρου και Σταθογιάννη Κώστα.
γ) Σύγχρονη τεχνική και νέες απαιτήσεις
Η σύγχρονη τεχνική της κατασκευής του τσαρουχιού εμφανίζει διαφορές από εκείνη την παλιότερη. Τώρα οι πρώτες ύλες είναι βιομηχανικές, η μηχανή αντικατέστησε, σε ορισμένες φάσεις της κατασκευής του, το χέρι.
Τα «φόντια» γίνονται στη μηχανή, ο διάκοσμος του τσαρουχιού γίνεται με πλαστικά υλικά, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η κόλλα αντικατέστησε τα ράμματα. Τώρα, η σόλα δεν ράβεται, αλλά κολλιέται, «σκούφια» δεν μπαίνει στο τσαρούχι για να τοποθετηθεί η φούντα, αλλά αφήνεται μια προεξοχή της σόλας. Σήμερα δεν γίνεται βάρδουλο, ούτε «φορτιτσάρισμα» (= γέμισμα της βάσης του τσαρουχιού). Τα ράμματα σχεδόν καταργήθηκαν, οι πρόκες (ξυλόπροκες ή σιδερένιες) σώθηκαν... Η φούντα έχει διπλή απόχρωση...
Λίγοι σήμερα, μάλλον ελάχιστοι, φορούν τσαρούχια, παρά ταύτα η παραγωγή είναι μεγάλη, όπως και η ζήτηση.
Σήμερα ζητούν τσαρούχια οι χορευτικοί όμιλοι, τα καταστήματα λαϊκής τέχνης, μαθητές για παρέλαση. Κατασκευάζονται πολλά μεγέθη και ΒΙΒΕLO ακόμη κατασκευάζονται. Το τσαρούχι ζητιέται απ' τους ομογενείς μας άλλων ηπείρων!
Σήμερα το τσαρούχι πρέπει να είναι ελαφρύ, διότι εκείνος που θα το φορέσει δεν έχει συνηθίσει στη σκληράδα της άλλοτε κακοτράχαλης ελληνικής υπαίθρου.
Το πόδι του σημερινού τσαρουχοφόρου είναι τρυφερό και αγύμναστο. Τέτοιες και άλλες είναι οι σημερινές απαιτήσεις.
δ) Οι σημερινοί Λαμιώτες τσαρουχάδες
Σήμερα στη Λαμία υπάρχει ένα μόνο τσαρουχάδικο, του κ. Κώστα Σταθογιάννη, επί της οδού «Διάκου».
Το εργαστήριο βρίσκεται στο «παντάρι» του καταστήματος, ενώ στο κάτω μέρος, στην «πλατεία» του μαγαζιού, πωλούνται πάμπολλα και ποικίλα είδη λαϊκής τέχνης χειροποίητης, εργαστηριακής, αλλά και βιομηχανικής και βιοτεχνικής παραγωγής. Γύρω - γύρω στον παλιό και παραδοσιακό ξύλινο πάγκο, εργάζονται, καθισμένοι στα χαμηλά καθίσματα τους, οι τσαρουχάδες: 1) Κωνσταντίνος Σταθογιάννης, 55 ετών, 2) Νικόλαος Νικογεώργος, γιος παλιού τσαρουχά, 56 ετών, 3) Δημήτριος Τσαλίκης, 55 ετών, 4) Δημήτριος Αναστασόπουλος, 47 ετών, και 5») Ιωάννης Παπαϊωάννου, 33 ετών. Υπάρχει και μια γυναίκα, που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε τσαρουχά, διότι κι αυτή λαμβάνει μέρος στην κατασκευή του τσαρουχιού ράβοντας τα «φόντια» και κάνει το «γαρνίρισμα» με τη μηχανή. Πρόκειται για την κ. Ντίνα, σύζυγο του τσαρουχά Κώστα Σταθογιάννη, η οποία είναι 46 ετών.
ε) Η ετήσια παραγωγή και αγορές
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, σήμερα παρατηρείται μεγάλη ζήτηση του τσαρουχιού, όχι βέβαια για «φόρεμα», δηλ. για κανονική υπόδηση — αν και αυτή δεν λείπει, διότι κάτοικοι ορεινών περιοχών κάνουν ειδική παραγγελία —, αλλά για τους σκοπούς, που αναφέραμε στο οικείο κεφάλαιο. Ο ιδιοκτήτης του σημερινού τσαρουχάδικου στη Λαμία ευχαρίστως μου παρεχώρησε το τιμολόγιο του 1984, όπου φαίνεται ολόκληρη η παραγωγή και η ζήτηση της χρονιάς εκείνης. Σήμερα η διάθεση γίνεται απ' τα καταστήματα λαϊκής τέχνης και το προϊόν έχει εμπορευματοποιηθεί και μεταπρατηθεί.
Για να σχηματίσουμε μια πλήρη εικόνα της παραγωγής και της διάθεσης των σημερινών προϊόντων της λαμιώτικης τσαρουχοποιίας, καταχωρίζω στη συνέχεια πλήρη πίνακα της «κινήσεως» κατά το 1984 (ανάλογη είναι και κατά άλλα έτη της τελευταίας περιόδου).
(συνεχίζεται στο φύλλο της Τετάρτης 16 Φεβρουαρίου 2022)



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

