Καθημερινή Αδέσμευτη Εφημερίδα

  Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

Τη δεκαετία του ’50 : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΑΛΙΠΑΣΤΩΝ ΣΤΗ ΣΤΥΛΙΔΑ

του Δημήτρη Κ. Καραθεοδώρου, φιλολόγου

 

 

   Ήμουνα μαθητής της Β΄ τάξης του εξαταξίου Γυμνασίου μας, τέλη δεκαετίας του ’50 και ο φιλόλογός μας ΚΑΡΤΣΑΚΛΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ μας είχε τρελάνει στις εξωσχολικές εργασίες. Μας έβαζε να σκιαγραφήσουμε και να χαρακτηρίσουμε ιστορικά πρόσωπα, όπως του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Μεγάλου Κων/νου, του Ιουστινιανού και άλλων μεγάλων ανδρών. Ήθελε η ιστορική γνώση των σχολικών εγχειριδίων να πάει πιο βαθιά, να φωτισθεί από πολλές πλευρές κι έτσι να επέλθει, όπως μας έλεγε, η κριτική σκέψη. Πάσχιζε ο καλός καθηγητής μας γι’ αυτήν την κριτική σκέψη, αλλά οι εξωσχολικές εργασίες των μαθητών θέλαν οπωσδήποτε βιβλιοθήκη. Και πού να βρεθεί βιβλιοθήκη στα φτωχικά μας σπίτια του ’50;

   Αλλά ήμουνα τυχερός πολύ. Εκεί κοντά στο Γυμνάσιό μας ήταν το αρχοντικό του Ρίζου και της Σοφίας Ψύλλου (οδός Υιών Ν. Ζακούλα 9). Σ’ αυτό το σπίτι πήγαινα τακτικά και τους ψώνιζα κι εκεί είχα δει ότι υπήρχε μια πλούσια βιβλιοθήκη. Είχε την εξάτομη “Ιστορία του Ελληνικού Έθνους” του Κων/νου Παπαρρηγόπουλου κι αυτό με ενδιέφερε και θα με βοηθούσε πολύ.

   Η αρχόντισσα του σπιτιού κυρα-Σοφία με συμπαθούσε μπορώ να πω και με άφηνε να χρησιμοποιώ τη βιβλιοθήκη, όποτε ήθελα, στην τραπεζαρία του αρχοντικού με το ζεστό τζάκι και τον αναπαυτικό καναπέ. Κράταγα σημειώσεις κι έγραφα την εργασία μου που θα την ανακοίνωνα στην τάξη.

   Η κυρα-Σοφία μου επέτρεπε να τριγυρίζω πάνω κάτω στο αρχοντικό, να μην αφήνω δωμάτιο για δωμάτιο που να μην το επισκεφθώ ή να μην το εξερευνήσω. Μου έδινε επισκεπτήριο ελευθέρας εισόδου, επειδή σ’ αυτό το σπίτι είχα ισχυρό συγγενικό μέσον. Τη θεία μου ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΡΑΠΕΤΣΑΚΟΥ, ψυχοκόρη των Ψυλλαίων και οικιακή βοηθό στο αρχοντικό - μικρότερη αδελφή της μάνας μου Παρασκευής.

   Μια μέρα παρακάλεσα την κυρα-Σοφία, αν έχει να μου χαρίσει κανένα λογοτεχνικό βιβλίο, για να το διαβάσω. Ζηλεύω, της είπα, τα άλλα παιδιά που έχουν βιβλία και διαβάζουν κι εγώ όχι. Τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη μοναχά έχω διαβάσει. Τη δανείστηκα από φίλο συμμαθητή μου. Τότε, εκείνη την εποχή, αν δεν είχες διαβάσει μερικά λογοτεχνικά βιβλία, ήσουν ένα τίποτα.

   Η θεία μου με κατέβασε γρήγορα στο κάτω σπίτι, στην αποθήκη. Σκοτεινό και κλειστό κάπως δωμάτιο, μα δροσερό και καθαρό. Εκεί είχε το αφεντικό του σπιτιού τα βαρέλια και τις λαδίκες με το λάδι, το δικό του χειροποίητο άσπρο σαπούνι, κι από την οροφή της αποθήκης κρεμόνταν πάνινες σακούλες, γεμάτες χυλοπίτες και τραχανάδες.

   Η θεία μου μού άνοιξε, εκεί κοντά στα κιβώτια με τα σαπούνια, ένα αντίκα μπαούλο και μου είπε: “Πάρε ό,τι βιβλίο σου αρέσει, πάρε ό,τι βρεις”. Ανακάτεψα με τα χέρια μου τα λογής-λογής αντικείμενα που είχε το μπαούλο μέσα του, σαν να ’βγαζα απ’ τον κλήδονα το ριζικάρι, και τι ανέσυρα; Τη “Ζωή εν τάφω” του Στράτη Μυριβήλη! Ενστικτωδώς διάβασα μια-δυο σελίδες από το μυθιστόρημα κι έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Με μάγεψε η γλώσσα και η γραφή του, με στοίχειωσε η ομορφιά της αφήγησης. Και είπα μέσα μου: “Εγώ θα σπουδάσω φιλολογία και θα πατήσω πάνω σ’ αυτά τα χνάρια. Θα γίνω φιλόλογος από ράτσα Μυριβήλη”. Ήμουνα τότε 14 χρονών κι εύκολα ψήλωνε ο νους μου και φούσκωνε η αυθάδειά μου ότι αυτό το όνειρό μου θα γίνει σίγουρα πραγματικότητα.

   Ανακατεύοντας ξανά το μπαούλο, βρήκα τη “Μεγάλη Χίμαιρα” του Μ. Καραγάτση, βιβλία του Στάινμπεκ και πολλά αστυνομικά του Γιάννη Μαρή. Σκάβοντας το μπαούλο ακόμα πιο βαθιά, τα χέρια μου έπιασαν κάτι πανέμορφες, χάρτινες χρωματιστές ταινίες-ετικέτες, μάλλον διαφημιστικές, γιατί ανέγραφαν στην μέση τους ΕΛΒΑ, Ελληνική Βιομηχανία Αλιπάστων, ΨΥΛΛΟΥ-ΜΩΡΑΤΗ, ΣΤΥΛΙΣ, και στην αριστερή πλευρά τους καθέτως, μια λίστα διαφήμιζε τα προς πώλησιν προϊόντα, ελληνικής κατασκευής: Κολεοί, Αντζούγαι, Σαρδέλλαι, Γαύροι. Αυτές οι χρωματιστές ταινίες μοιάζαν να περιβάλλουν, να περιτυλίγουν, να αγκαλιάζουν κυλινδρικές κονσέρβες και διαφήμιζαν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το θαυμάσιο και νόστιμο, θαλασσινό προϊόν τους.

 

Ταινίες-ετικέτες κονσερβών ΕΛΒΑ, Ελληνικής Βιομηχανίας Αλιπάστων στη Στυλίδα, αρχές του 1950. Διαστάσεις 25 cm μήκος και 10 cm πλάτος περίπου.

 

   Με εντυπωσίασαν αυτές οι χρωματιστές ταινίες με τα μικρά ψαράκια τους να πλέουν χαρούμενα στο γαλάζιο θαλασσινό νερό και δεν κρατήθηκα. Ρώτησα τη θεία μου: “Τι είναι αυτά τα χρωματιστά χαρτάκια;” Κι εκείνη άνοιξε την ψυχούλα της και μου απάντησε: “Ετικέτες για τις κονσέρβες! Αρχές του 1950, μετά τον Πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, δυο τολμηροί επιχειρηματίες, ο Ρίζος Ψύλλος και ο Ανδρέας Μωράτης του Σπύρου, ναυτιλιακός πράκτορας, απέναντι από το Παγοποιείο, ανατολικά κι απ’ το δρομάκι της ανοιχτής πύλης, μέσα στον ανοιχτό χώρο με τα γραφεία και τα κτήρια, είχαν κάνει παστοτζήδικο. Δούλευε σ’ αυτήν τη βιομηχανία ολάκερη εργατιά, γυναίκες ως επί το πλείστον και κάμποσοι άνδρες. Ξεκίνησε πολύ καλά το παστοτζήδικο κι ολοταχώς ανέβαινε οικονομικά και εργασιακά. Τα στυλιδιώτικα αλίπαστα ήταν περιζήτητα στην Αγορά, ελληνική και ξένη. Εικάζεται ότι γινόνταν και κάποιες καλές εξαγωγές. Αλιεύματα για τις κονσέρβες προμηθευόνταν οι επιχειρηματίες από ψαράδες του Μαλιακού και κατά βάσιν από τον πατέρα του Ανδρέα Μωράτη, Σπύρο Μωράτη. Αυτός είχε καΐκι φίνο τρεχαντήρι, μάλαμα σκαρί, σαν αλιευτικό γρι-γρι, καλά εξοπλισμένο”.

   Ρώτησα τη θεία μου με απορία, αν το εργοστάσιο λειτουργεί ακόμα και τώρα, τέλος δεκαετίας του ’50. “Έκλεισε, μου είπε, σχετικά γρήγορα, παρόλο που πήγαινε πρίμα η δουλειά και είχε και κέρδη καλά. Το 1954 αλλάξανε τα λεφτά και οι επιχειρηματίες που είχαν πάρει δάνεια από τις Τράπεζες, τώρα μ’ αυτήν την αλλαγή, πέσανε έξω, αδυνατούσαν να πληρώσουν τα χρέη τους, φαλίρισαν και το παστοτζήδικο έκλεισε για πάντα κι αλίμονο στον κοσμάκη που έμεινε χωρίς δουλειά”.

   Τύχη ορθοί και τύχη καταρρέπει, μουρμούρισα, όπως μας δίδασκε να λέμε ο φιλόλογός μας στις δύσκολες στιγμές. Η ωραία και συγκινητική αυτή ιστορία και προσπάθεια με έκανε να τρυπώσω μέσα στο βιβλίο του Μυριβήλη δυο-τρεις ταινίες κονσερβών, σαν να με οδηγούσε η θεία Πρόνοια σ’ αυτήν την κίνηση και πράξη.

   Λίγο αργότερα, αρχές του 1961, ο αδελφός μου ο Τάσος εργάστηκε για μερικούς μήνες στο πρατήριο καυσίμων SHELL, εκεί που είναι σήμερα το υψηλής αισθητικής φωτογραφείο Μάκη Μιχαλόπουλου. Ο αδελφός μου πιάνοντας δουλειά στο βενζινάδικο, ιδιοκτησίας Ρίζου Ψύλλου ανακάλυψε στο κατάστημα παρτιτούρες και συνθέσεις, στίχους και πολλά τραγούδια του αείμνηστου Κώστα Παριανού του Λαζάρου. Οι Παριανοί πατήρ Λάζαρος και υιός Κώστας είχαν εργασθεί παλαιότερα στο πρατήριο της SHELL και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Κώστας Παριανός ήταν εξαιρετικός συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής. Έπαιζε αριστοτεχνικά κιθάρα, μπουζούκι και ακορντεόν κι έγραφε πολύ ωραία λαϊκά τραγούδια. Φημολογείται και δεν απέχει πολύ απ’ την αλήθεια ότι αυτός είχε γράψει, όταν αρρώστησε βαριά, το τραγούδι “Ας είχα την υγειά μου / κι ας ήμουνα φτωχός / ταλεφτάδεν με γιατρεύουν / το βλέπω δυστυχώς”, που τραγούδησε λυπητερά και παραπονεμένα ο Στέλιος Καζαντζίδης. Εκεί λοιπόν, μέσα στις παρτιτούρες, τις συνθέσεις και τα γραψίματα του Παριανού, ο αδελφός μου ο Τάσος βρήκε κι αυτός κάμποσες ταινίες-ετικέτες για τα στυλιδιώτικα αλίπαστα. Ο αδερφός μου δεν τους έδωσε τη δική μου φιλολογική σημασία. Τους έδωσε πρακτική σημασία. Έκοψε τις ταινίες σε δυο κομμάτια την κάθε μία και στο πίσω λευκό τους μέρος, αντέγραφε και σημείωνε αποσπάσματα και στοιχεία από άρθρα εφημερίδων, όπως εμείς παλιότερα χρησιμοποιούσαμε τα ψηφοδέλτια των Εκλογών για πρόχειρο τετράδιο στο σχολείο μας. Ο αδελφός μου ο Τάσος είχε μεγάλη φιλομάθεια και μου την μετέδωσε και σε μένα τον μικρότερο. Στην ντουλάπα του σπιτιού μας ανακάλυψα λίγα δείγματα απ’ αυτά τα σημειώματα με την υπογραφή του : Τάσος. Το ωραίο σ’ αυτήν την ιστορία είναι ότι πιστοποιεί και μαρτυρεί πως εγώ και ο αδελφός μου θες από τύχη, θες από φιλολογική έλξη, θες από φιλομάθεια, θες από τον μαγνήτη της εικονογράφησης των ταινιών διασώσαμε από το παστοτζήδικο κάτι από το περιτύλιγμα των κονσερβών. Αυτές οι ταινίες είναι ένα φαναράκι που φέγγει και λαμποκοπά μπροστά στη στράτα μας, για να περπατάμε επαγγελματικά, κοινωνικά και οικονομικά, ίσια και σωστά.

   Τώρα τελευταία που ξανάνοιξα το βιβλίο του Μυριβήλη, μετά από τόσα χρόνια, ξαναβρήκα μέσα στις σελίδες του τον θησαυρό που είχα κρύψει τότε έφηβος στην αποθήκη: τις διαφημιστικές ταινίες-ετικέτες των αλίπαστων! Κι άκουσα την καρδιά μου να χτυπά, να αναφτερά και να μου ανάβει τα αίματα της εφηβικής μου μνήμης. Μια γλυκιά μέθη νοσταλγίας με κατέλαβε και είπα: “Δίνω, σήμερα, στη δημοσιότητα, μετά από 65 και πάνω χρόνια, αυτές τις χάρτινες ταινίες που διαφήμιζαν κάποτε πανηγυρικά τις κονσέρβες των στυλιδιώτικων αλίπαστων, για να χαρούν και άλλοι άνθρωποι αυτήν την κιβωτό μνήμης με σκηνές ντοκιμαντέρ μιας μεταπολεμικής εποχής. Να χαρούν και να διδαχθούν όλοι ότι οι επιχειρηματίες Ψύλλος και Μωράτης, Στυλιδιώτες, μετά τον Πόλεμο και τον Εμφύλιο δεν παραιτήθηκαν, δεν φοβηθήκανε, δεν το έβαλαν στα πόδια, δεν πέσανε του θανατά. Ρίσκαραν και ανασκουμπωθήκαν κι αξιοποίησαν τα τάλαντά τους, για να χτίσουν πάνω στα ερείπια μια καινούργια ζωή, ένα στυλιδιώτικο επιχειρείν για οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, για δουλειά και προκοπή, για ένα χαμόγελο αισιοδοξίας και ελπίδας, για ένα ελληνικό φιλότιμο ανθρωπιάς”.

 

 Με τα ψαράκια του Μαλιακού μας ολόιδια με τους Παππούδες - τις Γιαγιάδες - τους Μπαμπάδες - τις Μαμάδες τους - τα Αδελφάκια - Ξαδελφάκια τους που έγιναν

ΑΛΙΠΑΣΤΑ ΣΤΥΛΙΔΟΣ.

 

   Δυστυχισμένος, λέγαν οι παλιοί, είναι όποιος δεν θέλει να είναι ευτυχισμένος. Όπως τότε, που φτωχοί ανθρώποι στα καφενεία, στα ταβερνεία, στις παρέες, στην πλατεία, στα κέντρα τα εξοχικά, στα γλέντια τους και στις γιορτές τους, στα πανηγύρια τους κουτσόπιναν το τσιπουράκι τους κι απολαμβάναν το πικάντικο το μεζεδάκι τους, το αλίπαστο το σαρδελάκι τους, την αντζούγια τους ή το γαυράκι τους, το λαχταριστό χαψί τους, και έξω φτώχεια και καημοί, έξω ντέρτια και σεκλέτια και άσπρο πάτο…

   Των Στυλιδέων Ψύλλου και Μωράτη το επιχειρείν μας ταξιδεύει μέσα στον Μαλιακό μας με καΐκι τρεχαντήρι, μάλαμα σκαρί Μωράτη Σπύρου, σαν άφοβο γρι-γρι και μας κομίζει μέγα πλούτο και προίκα εμπορίου και συναλλαγών, γενναίας τοπικής προσφοράς, προίκα προόδου και επιτυχίας ανθρώπινων ικανοτήτων, δωρεά και μοίρασμα δουλειάς και αγαθών από ανθρώπους στον συνάνθρωπο.

   Είμαι δηλωμένος ψαροφάγος. Η ιχθυολατρία μου παροιμιώδης. Αν ζω, από τα ψάρια ζω. Και καλό θα ήταν πότε πότε να γίνεται και καμιά καμπάνια για το ασυναγώνιστο, καθαρό, φρέσκο, λαχταριστό και νόστιμο ψάρι μας.

 

Βαρκούλες στο δυτικό άκρο του λιμανιού μας.

 

   Θυμάμαι παλιά τις βάρκες σαν τα αγριοπούλια του γιαλού να πλευρίζουν και να ξεφορτώνουν στις ψαροπαράγκες του Μιχάλη Τσακίρη και του Κων/νου Χριστούλη, ψαροκασέλες με πλήθος ιχθύων πολύ, θαλασσοδαρμένοι αλιείς με τις σκληρές και ροζιασμένες απαλάμες τους σαν τις ξερές φλούδες του πλατάνου μας. Όλα τα ψάρια του Θεού στις ψαροπαράγκες μας! Θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί άγρα των ιχθύων η συνέλαβον, όπως το θέλει και η ευαγγελική περικοπή του Λουκά.

   Κι αυτό το πλήθος των ιχθύων που συνέκλεισαν πολύ, ήταν έτοιμο να φύγει με το τρένο για των Αθηνών την πόλη με ψαροκασέλες ΑΦΟΙ ΜΑΡΚΟΥ στην οδό Αθηνάς με πελάτες Αθηναίους και Στυλιδιώτες εν Αθήναις που λαχταρούσαν να γευτούν το πεντακάθαρο, το εύγευστο, το φρέσκο ασημένιο ψάρι του Μαλιακού μας.

   Τα θυμάμαι όλα αυτά τώρα και η καρδιά μου χτυπά και αναφτερά και μου ανάβει τα αίματα της εφηβικής μου μνήμης. Δεν τα κατάφερα να γίνω φιλόλογος από ράτσα Μυριβήλη. Ακροπάτησα μόνο πάνω στα χνάρια του. Οι λέξεις τού Μυριβήλη είναι κλειστά σκληρά αμύγδαλα που πρέπει να σπάσουμε, να βρούμε την ψίχα. Ή να σπάσουμε τα δόντια μας. Εγώ έσπασα τα δόντια μου. Ακροπάτησα στα χνάρια του Μυριβήλη όμως. Η γραφή μου μόνο σε ένα διήγημά μου “μυριβηλίζει” κάπως. Σε όλα τα άλλα κείμενά μου που έχω γράψει η γραφή μου “καραθεοδωρίζει” κι ευχαριστώ τον Θεό με όλη τη δύναμη της ψυχής μου που μου χάρισε τη δική μου μικρή πένα, το δικό μου συναισθηματικό ύφος, για να μπορώ να μιλώ, να γράφω, να εκφράζομαι. Γονατίζω στη γη, ότι θνητός ειμί και χιλιοευχαριστώ και πάλι τον Θεό για τα γράμματα που δωρεάν έλαβα και δωρεάν έδωσα. Τον ευχαριστώ για τα βουνά, τη θάλασσα και για τους κάμπους που είδα.

   Εδώ σιγώ. Έχω να τηγανίσω ψαράκια αγαπημένα. Λέω να τα κάνω “μαρινάτα”, όπως τα μαγειρεύουμε τη Μ. Πέμπτη και τα τρώμε το πρωί της Κυριακής του Πάσχα, μέχρι να ψηθεί το αναστάσιμο αρνάκι μας στη σούβλα. Κοπιάστε να φάμε στο τραπέζι μου. Κι ώσπου να τα μαγειρέψω κι ώσπου να ’ρθείτε, σας βάζω ένα αίνιγμα να περάσει γρήγορα και ευχάριστα η ώρα σας:

   Έχω κάτι που πόδια δεν έχει, και περπατά, πτερά έχει, κι όμως δεν πετά. Τι είναι;

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΑ

   Ευχαριστώ θερμά και με όλη μου την αγάπη τις παρακάτω αρχόντισσες Στυλιδιώτισσες κυρίες (με αλφαβητική σειρά) για την ανταλλαγή ή επιβεβαίωση πληροφοριών και εμπλουτισμό στοιχείων στο εξεταζόμενο θέμα:

  1. Καϊμάκη Μίτσα
  2. Μπαμπουκάκη Μυρσίνα
  3. Παλαιολόγου Αθανασία
  4. Χριστούλη Κική

   Να είναι όλες τους καλά και πάντα να προσφέρουν τα “αλιεύματα” της μνήμης τους στο κοινόν χειρόγραφον στυλιδιώτικων εργασιών, πλουσιοπαρόχως.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Η αναζήτηση της αλήθειας είναι πάντα προβληματική αλλά φρόνιμη επιλογή είναι ο σεβασμός για τον άλλο που έχει αντίθετη γνώμη και διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων.

 

 

 

 

Απόψεις

Χ.Τ. ο Βιτ’λιώτης  ΤΟ ΦΑΛΑΓΓΙ Της Ελλάδας η βαβούραΜάζεψε πολύ σαβούραΗ κυβέρνηση λαλούσαΚι η πατρίδα αιμορραγούσα.Οι ομιλητές της ψώνιαΜας κοσμούνε τα...

Ενημερωτικά δελτία

Ενημερωθείτε άμεσα από την εφημερίδα μας για τις τελευταίες ειδήσεις μέσα από την ηλεκτρονική σας διεύθυνση.