Χώρος ανώνυμης παρουσίας
Έλα χωρίς όνομα, μείνε χωρίς ερωτήσεις,
φύγε όταν νιώθεις πλήρης.
Γράφει η Γιώτα Τριανταφύλλου
Η πινακίδα καλωσόριζε όσους περνούσαν μπροστά της. Λίγα λόγια με μαύρη μπογιά πάνω σε ξύλινη ταμπέλα. Δεν έγραφε τίποτα άλλο, μόνο αυτή τη φράση. Κι όμως, ήταν σαν να ήξερε για όλους μας κάτι περισσότερο από όλους εμάς που επιλέξαμε να φτάσουμε μέχρι εκεί. Μπήκα χωρίς να ξέρω αν έπρεπε. Κανείς δεν με σταμάτησε. Κανείς δεν μου έδωσε σημασία. Οι άνθρωποι περπατούσαν αθόρυβα, ούτε ευγενικοί ούτε αγενείς, μόνο ξένοι, σαν να είχαν αφήσει κι εκείνοι κάτι έξω από εδώ.
Προχωρούσα αργά, σχεδόν διστακτικά, περιμένοντας από στιγμή σε στιγμή να με ρωτήσει κάποιος ποια είμαι, τι θέλω, ποιον ψάχνω. Δεν με ρώτησε κανείς τίποτα. Δεν χρειάστηκε να πω το όνομά μου, να εξηγήσω τη ζωή μου, να δώσω λογαριασμό για όσα είχα αντέξει ή για όσα δεν άντεχα. Περπατούσα χωρίς προορισμό και, για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, αυτό δεν με τρόμαζε. Ένιωθα ανάλαφρα. Σαν να είχε φύγει από πάνω μου ένα βάρος που κουβαλούσα χρόνια. Σαν να μπορούσα να υπάρχω χωρίς να αποδείξω ποιά είμαι.
Ένας ήχος άρχισε να διαπερνά σιγά σιγά την ησυχία. Στην αρχή μακρινός, σαν να ερχόταν από αλλού. Ύστερα έγινε κοφτός, επίμονος, σχεδόν βίαιος. Άνοιξα τα μάτια απότομα. Το ξυπνητήρι χτύπησε πάνω στο κομοδίνο. Το δωμάτιο ήταν μισοσκότεινο, γνώριμο, ακίνητο. Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινα ξαπλωμένη χωρίς να κουνηθώ. Με γύρισε πίσω απότομα, με εκείνη τη στενοχώρια που αφήνει ένα όνειρο όταν κόβεται και παίρνει μαζί του κάτι που δεν ήξερες πως μπορεί να υπάρχει.
Εκεί μέσα δεν μου ζητούσε κανείς τίποτα.
Ούτε να απαντήσω, ούτε να εξηγήσω, ούτε να θυμηθώ ποια οφείλω να είμαι για τον καθένα. Δεν μου ζητούσε κανείς να σταθώ σωστά, να μιλήσω σωστά, να αντέξω λίγο ακόμη, να είμαι διαθέσιμη, χρήσιμη, παρούσα. Έκλεισα το ξυπνητήρι, μα δεν σηκώθηκα. Άφησα τη μέρα να ξεκινήσει και έμεινα για λίγο έξω απ’ αυτήν. Κι όταν σηκώθηκα καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού, ένιωσα καθαρά πως δεν ήμουν μόνο κουρασμένη. Ήμουν άδεια. Άδεια από λέξεις, από επιθυμίες από πρόθυμες απαντήσεις, από αντοχές από χαρά. Από μια συνήθεια, με διαρκή ετοιμότητα να υπάρχω για όλους εκτός από μένα. Κάπου μέσα στα χρόνια, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, είχα μάθει να γεμίζω τις ανάγκες των άλλων και να αφήνω το δικό μου κενό να μεγαλώνει σιωπηλά, και μεγάλωσε τόσο που έπρεπε κι αυτό να το καλοπιάνω, γιατί κι αυτό απαιτούσε από μένα την προσοχή μου.
Εκείνο όμως το όνειρο δεν ήρθε να με φοβίσει. Ήρθε να μου δείξει κάτι που είχα πάψει να βλέπω. Πως βαθιά μέσα μου υπάρχει ακόμη η ανάγκη να υπάρξω αλλιώς. Πιο ήσυχα. Πιο ελαφρά. Χωρίς όνομα, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς το βάρος να αποδείξω ότι αντέχω. Κοιτούσα το πρωινό φως που ανέβαινε αργά στον τοίχο και ένιωθα πως ίσως αυτό που μου έλειπε τόσα χρόνια δεν ήταν η δύναμη. Ήταν ο χώρος. Ένας μικρός χώρος, έστω μόνο μέσα μου, για να μπορώ να είμαι ο εαυτός μου. Κι η ταμπέλα δεν ήταν τυχαία, ήταν γραμμένη από το δικό μου κενό που ενηλικιώθηκε και απαίτησε τον χώρο του.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

