Παιδεία σε εκποίηση: Νόμοι χωρίς ισχύ, Τίτλοι χωρίς αξία, Σχολεία χωρίς μέλλον
Γράφει ο
Γιώργος Καρανάσιος
gkaranasios24@gmail.com
Αν προσπαθήσει κανείς να περιγράψει με μία φράση την κατάσταση της ελληνικής εκπαίδευσης, ίσως η πιο ειλικρινής να είναι η εξής: τίποτα δεν λειτουργεί όπως φαίνεται και όλα λειτουργούν όπως δεν πρέπει.
Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι το βλέπουμε, είναι ότι το έχουμε συνηθίσει. Σε μια χώρα που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται «σοφότερη» και να επαίρεται για το παρελθόν της, η πραγματικότητα αποκαλύπτει κάτι πολύ πιο πεζό: δεν είναι μόνο ότι αγνοούμε την ιστορία μας, είναι ότι αδυνατούμε να κατανοήσουμε το παρόν μας.
Ψηφίζονται νόμοι, ανακοινώνονται μεταρρυθμίσεις, υψώνονται τόνοι ευθύνης, και στο τέλος τίποτα δεν εφαρμόζεται.
Πολυνομία κακονομία και δίπλα τους έχει εγκατασταθεί μόνιμα και η ανομία, όχι ως εξαίρεση, αλλά ως κανονικότητα.
Όλα μένουν σε μια θεατρική παράσταση θεσμικότητας, όπου το κράτος προσποιείται ότι κυβερνά και η κοινωνία προσποιείται ότι συμμορφώνεται.
Πάρτε για παράδειγμα τα «πτυχία-μαϊμού». Δεν είναι μια ξεχασμένη ιστορία, είναι μια ανοιχτή πληγή. Ένα οργανωμένο σύστημα παραγωγής «αρίστων» χωρίς κόπο, χωρίς γνώση, χωρίς καν παρουσία. Χιλιάδες τίτλοι, χιλιάδες διορισμοί, χιλιάδες ζωές που ευνοήθηκαν εις βάρος άλλων. Και το κράτος; Έπραξε το αναμενόμενο: ψήφισε νόμους και τους άφησε να σκονίζονται.
Γιατί εκεί ακριβώς συναντά κανείς τον πυρήνα του προβλήματος: δεν έχουμε έλλειψη κανόνων, έχουμε έλλειψη βούλησης.
Και δεν πρόκειται για τυχαία αδράνεια. Είναι επιλογή. Γιατί αυτοί που ωφελούνται δεν είναι ανώνυμοι. Είναι «γνωστοί», «ημέτεροι», κομμάτια ενός μηχανισμού που έχει μάθει να αυτοπροστατεύεται.
Έτσι η απάτη δεν τιμωρείται, ενσωματώνεται. Η αδικία δεν διορθώνεται, κανονικοποιείται. Και το μήνυμα γίνεται σχεδόν διδακτικό: δεν χρειάζεσαι ικανότητες, χρειάζεσαι πρόσβαση.
Σ' αυτό το περιβάλλον, η εκπαίδευση δεν είναι πια χώρος γνώσης αλλά αγορά. Μεταπτυχιακά-εξπρές, διδακτορικά επί πληρωμή, πιστοποιήσεις με το κιλό.
Δεν αγοράζεις μόρφωση, αγοράζεις μόρια. Και τα μόρια μεταφράζονται σε θέσεις, σε «κολλητούς», σε κομματικές διοικήσεις, σε εισοδήματα, σε αποκλεισμούς.
Είναι ένας μηχανισμός που αναπαράγει ανισότητες, παγιωμένη αναξιοκρατία με τη σφραγίδα της νομιμότητας.
Την ίδια στιγμή, η ανομία απλώνεται παντού. Φροντιστήρια, Κέντρα Μελέτης, δομές σε μια μόνιμη γκρίζα ζώνη, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο. Όλοι το γνωρίζουν, κανείς δεν παρεμβαίνει. Γιατί; Διότι το κόστος της σύγκρουσης θεωρείται μεγαλύτερο από το κόστος της παρακμής.
Κάπου εδώ εμφανίζεται το βαθύτερο πρόβλημα, αυτό που δεν φαίνεται άμεσα αλλά εξηγεί σχεδόν τα πάντα: η ίδια η κοινωνία δεν ιεραρχεί την παιδεία ως προτεραιότητα.
Σε δημοσκοπήσεις, επανειλημμένα, την τοποθετεί από τελευταία έως προτελευταία. Αυτό δεν είναι απλώς μια στατιστική λεπτομέρεια, είναι καθρέφτης. Δείχνει μια κοινωνία που προτιμά να φωνάζει για τα πάντα εκτός από το ουσιώδες. Που ζητά αποτελέσματα χωρίς να επενδύει στη βάση τους.
Έτσι διαμορφώνεται μια κατάσταση σχεδόν σχιζοφρενική.
Από τη μία, ένας λαός που φαντάζεται τον εαυτό του γενναίο, πατριώτη, άξιο συνεχιστή ενδόξων προγόνων, ένας μικρός Λεωνίδας σε διαρκή ετοιμότητα. Από την άλλη, μια καθημερινότητα όπου η συλλογική ευθύνη απουσιάζει: καμία διάθεση για συνεργασία, κανένα μέτρο, κανένα όριο.
Η χρεοκοπία του 2010 θα μπορούσε να είναι μάθημα. Δεν έγινε. Αντί για αυτογνωσία, παρήγαγε σύγχυση, εύκολους εχθρούς και έναν βολικό αυτοθαυμασμό.
Μέσα σ' αυτό το τοπίο, ο εκπαιδευτικός δεν θα μπορούσε να είναι παρά το πιο αδύναμο σημείο. Κακοπληρωμένος, πιεσμένος, εγκλωβισμένος σε μια γραφειοκρατία που τον εξουθενώνει και σε μια κοινωνία που δεν τον εκτιμά.
Καλείται να κρατήσει όρθιο ένα σύστημα που καθημερινά τον διαψεύδει.
Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί οι νέοι δεν θέλουν να τον ακολουθήσουν. Η απάντηση είναι απλή: γιατί βλέπουν.
Βλέπουν ότι δεν υπάρχει κύρος. Βλέπουν ότι δεν υπάρχει προοπτική. Βλέπουν ότι δεν υπάρχει αξιοπρέπεια. Και απομακρύνονται.
Το πιο ειρωνικό είναι ότι, την ίδια στιγμή, απαιτούμε ποιότητα. Θέλουμε καλύτερα σχολεία, καλύτερους δασκάλους, καλύτερα αποτελέσματα. Αλλά χωρίς να αλλάξουμε τίποτα από όσα τα υπονομεύουν.
Είναι η ίδια λογική που μας κάνει να θορυβούμε αντί να σκεφτόμαστε, να ακολουθούμε «κομματικά κύμβαλα αλαλάζοντα», αντί για ουσιαστικές κατευθύνσεις. Ο θόρυβος μας βολεύει, γιατί καλύπτει το κενό.
Και αυτό είναι το πιο σκληρό συμπέρασμα: η ελληνική εκπαίδευση δεν αποτυγχάνει απλώς επειδή δεν μπορεί. Αποτυγχάνει επειδή εντάσσεται σε μια κοινωνία που δεν θέλει ή δεν τολμά να την αλλάξει. Μια κοινωνία χωρίς σταθερή πυξίδα, που ταξιδεύει στο κενό, αναπαράγοντας τις ίδιες παθογένειες.
Γι’ αυτό και όσα βλέπουμε δεν είναι ασύνδετα περιστατικά. Είναι τα κομμάτια ενός ενιαίου παζλ - αρκετά έχουν δημοσιευθεί από αυτές τις σελίδες.



Αριθμός Πιστοποίησης: Μ.Η.Τ. 242014

